«Υπήρχε ένταση, αψιμαχίες, συνεχείς προκλήσεις»

«Υπήρχε ένταση, αψιμαχίες, συνεχείς προκλήσεις»

Ο άνθρωπος που χειρίστηκε την κρίση του “Figen Akat”, o υποναύαρχος ε.α. Νίκος Χουχουρέλος, τότε κεντρικός λιμενάρχης της Καλύμνου, αποκαλύπτει άγνωστες πτυχές του πρώτου σταδίου αυτής της κρίσης

7' 8" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Δεκέμβριος 1995, Ίμια. Το τουρκικό εμπορικό πλοίο “Figen Akat” προσαράζει σε αβαθή ύδατα της Ανατολικής Ίμιας, εκπέμποντας σήμα κινδύνου. Το περιστατικό αυτό πυροδοτεί σειρά γεγονότων, που φέρνει τις δύο χώρες στα πρόθυρα στρατιωτικής σύγκρουσης. Τριάντα χρόνια μετά, ο άνθρωπος που χειρίστηκε την κρίση του “Figen Akat”, o υποναύαρχος ε.α. Νίκος Χουχουρέλος, τότε κεντρικός λιμενάρχης της Καλύμνου, αποκαλύπτει άγνωστες πτυχές του πρώτου σταδίου αυτής της κρίσης.

Σήμα κινδύνου

«Ξημερώνοντας Χριστούγεννα, το πλοίο “Figen Akat” έδωσε σήμα κινδύνου, το οποίο έπιασε το Λιμεναρχείο Καλύμνου και το Εθνικό Κέντρο Έρευνας και Διάσωσης του Υπουργείου Ναυτιλίας. Μιλήσαμε με το Κέντρο, και εγώ προσωπικά μίλησα με το πλοίο. Μας έδωσε τη θέση του, η οποία ήταν στην περιοχή των Ιμίων, και ζήτησα πληροφορίες, όπως πόσα άτομα είχε πάνω. 

»Αφού μου έδωσε τα στοιχεία, το βασικό ήταν αν υπήρχε άμεσος κίνδυνος. Μου είπε ότι θα κάνει έλεγχο και θα μας ενημερώσει. Πράγματι, μετά από λίγο έκανε τον έλεγχο. Εγώ έδωσα εντολή, επειδή τα σκάφη που είχα ήταν μικρά και ακατάλληλα, να φύγει σκάφος από την Κω, να πάει να ελέγξει την κατάσταση και να είναι παρόν στην περιοχή. Αργότερα, ξαναμιλήσαμε με τον πλοίαρχο, και μου είπε ότι δεν υπήρχε άμεσος κίνδυνος, ότι ήταν ασφαλής και ότι θα έβλεπε το πρωί πώς θα μπορούσε να ξεκολλήσει. Το πλοίο είχε ανέβει, ουσιαστικά, πάνω στο νησάκι με την πλώρη. Από εκεί και πέρα δεν μιλάγαμε πλέον για έρευνα και διάσωση, αλλά για ναυαγιαίρεση, δηλαδή απομάκρυνση ενός ναυαγίου».

Οδηγίες

«Αφού έδωσα τις κατάλληλες οδηγίες στον αξιωματικό υπηρεσίας και στον υπολιμενάρχη», εξιστορεί ο υποναύαρχος Χουχουρέλος, «πήρα ένα μικρό σκάφος από τη Σχολή Δυτών και πήγα στο πλοίο. Ανέβηκα στο “Figen Akat”, μίλησα με τον πλοίαρχο, και το πρώτο που του ζήτησα, ήταν τα ναυτιλιακά του έγγραφα. Τα είχε όλα, όπως απαιτείται. Του ανακοίνωσα ότι βρίσκεται σε ελληνικά χωρικά ύδατα και του έθεσα βασικές υποχρεώσεις. Πρώτον, να μην υπάρξει ρύπανση και να ληφθούν όλα τα απαραίτητα μέτρα. Δεύτερον, αν χρειαστεί ρυμουλκά ή συνεργεία, σύμφωνα με την ελληνική νομοθεσία, έπρεπε να χρησιμοποιηθούν ελληνικά ναυαγοσωστικά μέσα. Και, τρίτον, όταν αποκολλήσει, να μου προσκομίσει πιστοποιητικό διατήρησης κλάσης από αναγνωρισμένο νηογνώμονα. Όλα αυτά τα έδωσα και προφορικά και γραπτώς, και στα αγγλικά. Όλη η αλληλογραφία κοινοποιήθηκε και στην τουρκική πρεσβεία, μέσω του Υπουργείου Εξωτερικών. Ο πλοίαρχος μού είπε ότι θα προσπαθήσει να ξεκολλήσει μόνος του, πράγμα που είχε το δικαίωμα να κάνει, με κινήσεις της μηχανής. Τον ενημέρωσα για τον κίνδυνο. Πρώτα να λάβει μέτρα για τη ρύπανση και να προσέξει γιατί υπήρχε κίνδυνος με τις κινήσεις αυτές να βυθιστεί το πλοίο. Μου απάντησε ότι θα το δοκιμάσει». 

«Απέναντι», επισημαίνει, «βρισκόταν το τουρκικό λιμάνι Κιούλουκ, από όπου υπήρχε επικοινωνία με τον πλοιοκτήτη. Από εκεί ήρθε ένας άνθρωπος με τουρκικό σκάφος, εκπρόσωπος της εταιρείας, για να βοηθήσει. Το τουρκικό σκάφος, ένα ξύλινο, επιτράπηκε να πλησιάσει μετά από δική μου άδεια. Προσπάθησαν να κάνουν κάποιες κινήσεις για να ξεκολλήσει το πλοίο, όμως αυτό δεν κατέστη δυνατό. Τότε μου είπε ότι θα χρειαστεί ναυαγοσωστικό. Του εξήγησα ότι τα ναυαγοσωστικά είναι ειδικά πλοία, τα οποία δεν κάνουν καμία άλλη δουλειά, περιμένουν να κινδυνέψει ένα πλοίο για να πάνε να το σώσουν και ότι οι αμοιβές τους είναι τεράστιες.

»Ο πλοίαρχος ήταν αναστατωμένος, τα πόδια του έτρεμαν· πρόκειται για σοβαρό ατύχημα. Από εκεί και πέρα δεν έπαιρνε ο ίδιος αποφάσεις, ακολουθούσε τις οδηγίες της εταιρείας και του πλοιοκτήτη. Δεν αποφάσισε μόνος του αν θα πάρει ρυμουλκό ή όχι. Προσπαθούσα να τον ηρεμήσω, λέγοντάς του ότι τα ατυχήματα συμβαίνουν. Μου είπε: “ευχαριστώ πολύ”, συνεργάστηκε, μου έδωσε όλα τα χαρτιά που του ζήτησα. Το ναυαγοσωστικό, τελικά, ξεκίνησε και έφτασε την Τετάρτη το πρωί (27 Δεκεμβρίου), περίπου στις έντεκα. Ανέβηκε στο πλοίο ο πλοίαρχος του ναυαγοσωστικού μαζί με τον υποπλοίαρχο. Αφού ολοκληρώθηκε ο έλεγχος και διαπιστώθηκαν οι ζημιές, προχώρησαν σε συμφωνία για την αποκόλληση. Έδεσαν το πλοίο, το τράβηξαν, επισκεύασαν πρόχειρα τις ζημιές και προσπάθησαν να το αποκολλήσουν. Όμως ο καιρός χάλασε και δεν μπορούσαν να συνεχίσουν, οπότε η επιχείρηση μετατέθηκε για την επόμενη μέρα.

»Τελικά, την επόμενη μέρα (28 Δεκεμβρίου) κατάφεραν να απομακρύνουν το πλοίο από το νησάκι και να αποκαταστήσουν τις βασικές ζημιές. Το πλοίο ξεκίνησε για το λιμάνι και, κατά τη διαδρομή, παρουσιάστηκε νέα βλάβη: υπήρξε εισροή υδάτων σε ένα σημείο. Το ρυμουλκό επικοινώνησε μαζί μου, σταμάτησαν, επισκεύασαν το πρόβλημα και συνέχισαν. Όταν το πλοίο αγκυροβόλησε με ασφάλεια, ο πλοίαρχος ενημέρωσε εγγράφως εμένα και το Υπουργείο ότι έφτασε με ασφάλεια και ότι αποδεσμεύει το ρυμουλκό, καθώς δεν το χρειαζόταν πλέον. Μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν υπήρξε καμία παρουσία τουρκικών αρχών στην περιοχή. Δεν εμφανίστηκε κανένα τουρκικό σκάφος, πέρα από ένα μικρό καΐκι που είχε μεταφέρει τον αρχιμηχανικό της εταιρείας για να βοηθήσει τον πλοίαρχο σε τεχνικά θέματα».

Η κλιμάκωση 

«Από την αποχώρηση του πλοίου, στις 28 Δεκεμβρίου, μέχρι τις 25 Ιανουαρίου, η κατάσταση ήταν ήρεμη», διηγείται ο υποναύαρχος Χουχουρέλος. «Προς τα τέλη Ιανουαρίου άρχισαν ξανά σενάρια στον Τύπο, με δημοσιογράφους να με ρωτούν για “τουρκική σημαία στα Ίμια”. Τους απαντούσα ότι δεν υπάρχει καμία σημαία εκεί. Κάποιες μέρες αργότερα, ο κόσμος άρχισε να τηλεφωνεί ανήσυχος. Στις 25 Ιανουαρίου ήρθε ταγματάρχης με εντολή από την Ταξιαρχία της Κω να πάει στα Ίμια. Του είπα ότι δεν υπάρχει καμία τουρκική σημαία. Πρότεινα να πάμε με ένα μικρό φουσκωτό, με εμένα και έναν φύλακα, για να διαπιστώσει ο ίδιος την κατάσταση.

»Πήγαμε στα Ίμια, ελέγξαμε τον χώρο και δεν υπήρχε απολύτως τίποτα. Του είπα ότι, αν υπήρχε οποιαδήποτε ενέργεια, θα το γνωρίζαμε. Μου απάντησε ότι τους είχαν ζαλίσει με τηλεφωνήματα και φήμες. Κάποια στιγμή μού λέει να βγάλουμε τη σημαία από το σκάφος, να τη βάλουμε σε ένα κοντάρι και να βάλουμε ένα φαντάρο να τη βάλει στη βραχονησίδα. Του είπα: “Κοίτα, εγώ σου έδειξα αυτό που ήθελες. Πάμε να φύγουμε, δεν είναι δική μας δουλειά”.

»Φτάνοντας μέσα στο λιμάνι, έβγαινε ένα ταχύπλοο. Πήγα κοντά του και μέσα ήταν ο δήμαρχος, ο αστυνόμος, ένας αγαπητός φίλος και δύο Καλύμνιοι. Τους ρώτησα: “Πού πάτε;” “Πάμε στα Ίμια να βρούμε τη σημαία”, μου λέει. “Από εκεί γυρίζουμε, δεν υπάρχει λόγος να πάτε”, του απαντώ, και συνεχίζουν: “Δεν πειράζει, εμείς θα πάμε και για βόλτα. Αν θέλετε, ελάτε κι εσείς πίσω”. Τους είπα ότι δεν μπορώ να έρθω. Αν ήθελαν, μπορούσαν να πάρουν τον ταγματάρχη μαζί τους.

»Πήγαν, πήραν δύο κοντάρια από το σκάφος, τα έδεσαν πρόχειρα και έβαλαν ένα σημαιάκι – όχι κανονική σημαία. Από εκεί ξεκίνησαν τα δύσκολα. Άρχισαν συνεχείς επιφυλακές με σκάφη στην περιοχή. Το προσωπικό είχε εξαντληθεί. Δεκαοκτώ ώρες συνεχώς στο νερό, Ιανουάριος μήνας. Δεν ήταν εύκολο να μπαινοβγαίνουν για καύσιμα, φαγητό και να ξαναφεύγουν. Δεν υπήρχαν εφεδρικά πληρώματα για αντικατάσταση. Μιλάμε για τεράστια καταπόνηση του προσωπικού.

»Από τη στιγμή που πήγαν οι Τούρκοι και ύψωσαν σημαία, το θέμα παίχτηκε πολύ στις τηλεοράσεις. Το πρωί της 28ης Ιανουαρίου, ξημερώνοντας, μαζευτήκαμε όλοι κάτω από το Λιμεναρχείο: ο δήμαρχος, ο ταγματάρχης. Πήραμε μια σημαία και μπήκαμε στο μεγάλο φουσκωτό για να πάμε να δούμε τι είχε γίνει. Εκείνη την ώρα, πιο μακριά, φαινόταν ένα μεγάλο πολεμικό σκάφος. Τα τουρκικά και τα ελληνικά δεν ξεχώριζαν εύκολα. Βλέποντας το σκάφος, είπα ότι πρέπει να πάμε να δούμε τι είναι. Πλησιάσαμε. Ήταν ελληνικό, το περιπολικό “Αντωνίου (P-286)”. Πήγα δίπλα στον κυβερνήτη και τον ρώτησα τι γίνεται. Μου είπε να ανέβουμε πάνω να μας εξηγήσει. Κατευθυνθήκαμε στο Καρέ Αξιωματικών και μου είπε ότι το πρωί είχε έρθει το περιπολικό “Παναγόπουλος (P-96)”, το οποίο είχε μιλήσει με τις αρμόδιες υπηρεσίες και του είχαν πει να αλλάξει τη σημαία. Εκείνη τη στιγμή τον πήρε τηλέφωνο ο υπουργός Εξωτερικών, Θεόδωρος Πάγκαλος, και του είπε ότι δεν έπρεπε να βρεθεί ο στρατός εκεί, και ποιος του έδωσε εντολή να αλλάξει η σημαία».

Το θερμό επεισόδιο και η επόμενη μέρα

«Στη συνέχεια άρχισε η ένταση στην περιοχή», επισημαίνει ο υποναύαρχος Χουχουρέλος. «Οι Τούρκοι έστελναν περισσότερα περιπολικά, μεγάλα σκάφη 45 και 65 μέτρων της Ακτοφυλακής. Εμείς το μεγαλύτερο που είχαμε, ήταν γύρω στα 30 μέτρα, τα υπόλοιπα ήταν 17 μέτρα και 8,5 μέτρα, και πολλά μικρά φουσκωτά. Εκείνες τις ώρες υπήρχε ένταση, αψιμαχίες, συνεχείς προκλήσεις. Τα τουρκικά σκάφη έμπαιναν στα δικά μας νερά, και για αντίποινα κάναμε και εμείς το ίδιο. Υπήρχαν χειρονομίες, ακόμα και χυδαίες, λεκτικές και μη. Παρ’ όλα αυτά, δεν ξέφυγε εντελώς η κατάσταση».

Όπως θυμάται, όμως, «έγινε επιστράτευση. Τα φύλλα επιστράτευσης της Καλύμνου βρίσκονταν στην Ταξιαρχία στην Κω και έπρεπε το δικό μας σκάφος, με εννέα μποφόρ, να περάσει απέναντι για να τα παραλάβει και να τα μοιράσουμε στον κόσμο. Τρέχαμε από σπίτι σε σπίτι και τηλεφωνούσαμε».

Όταν τελείωσε η κρίση, ποιο ήταν το καθεστώς που ίσχυε; Ο πρώην κεντρικός λιμενάρχης λέει ότι επέστρεψαν στην πρότερη κατάσταση (status quo ante). «Υπήρχε μια άτυπη συμφωνία», αναφέρει. «Ο βοσκός συνέχιζε να πηγαίνει στα κατσίκια του και δυο-τρεις ψαράδες πήγαιναν για ψάρεμα». •

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT