Στις 29 Ιανουαρίου, η τουρκική ρηματική διακοίνωση, που αμφισβητεί το εδαφικό καθεστώς των Ιμίων, σκάει σαν βόμβα στην Αθήνα. Οι αντιδράσεις, όμως, δεν είναι οι αναμενόμενες: «Το πολιτικό σύστημα είναι σαν να κοιμάται. Εγώ δεν ήξερα ότι έχει υπάρξει αυτή η ρηματική διακοίνωση. Το έμαθα στις 9 Ιανουαρίου, όταν απάντησε η Αθήνα. Το Υπουργείο Εξωτερικών είπε ότι δεν θεώρησε αναγκαίο να το πει στον Αρχηγό ΓΕΕΘΑ.
»Για μένα δεν υπήρχε, πλέον, καμία αμφιβολία ότι είναι θέμα χρόνου να θερμανθεί η ένταση. Επικαλούνται πολλές φορές ότι επρόκειτο για καινούργια κυβέρνηση. Όμως ήταν μια διάδοχη κυβέρνηση του ιδίου κόμματος. Άρα, δεν υπάρχει για μένα καμία δικαιολογία. Δεν έγινε καμία σύσκεψη Υπουργείων Εξωτερικών, Άμυνας κ.λπ. Θα σας πω τούτο το χαρακτηριστικό. Προτείνω στον γενικό γραμματέα του Υπουργείου Εξωτερικών να συσκεφθούμε στις 27 Ιανουαρίου και να μιλήσουμε, μεταξύ άλλων, και για τα Ίμια. Και ποια ήταν η απάντηση του Υπουργείου Εξωτερικών: Λόγω φόρτου εργασίας, να αναβάλουμε τη συνάντηση για τις 8 Φεβρουαρίου. Όταν ξέσπασε η κρίση, θα έπρεπε να μαζευτεί όλη η κυβέρνηση να συζητήσει. Άλλα έλεγε σ’ εφημερίδες ο ένας, άλλα έλεγε ο άλλος. Είχαμε μια ομάδα πολιτικών που δεν ήταν ενωμένη. Αντιλαμβανόταν κανείς το κλίμα καχυποψίας που υπήρχε».
«Ποτέ δεν είχαμε “παίξει” πόλεμο σημαιών στις ασκήσεις μας»
Στις 25 Ιανουαρίου, ο δήμαρχος της Καλύμνου υψώνει την ελληνική σημαία στην Ανατολική Ίμια. «Νομίζω ότι ήταν μια συναισθηματική εκδήλωση, μια πατριωτική εκδήλωση, η οποία δεν είχε μελετηθεί αν θα είχε συνέπειες. Η Τουρκία είχε στόχο την αναθεώρηση του καθεστώτος του Αιγαίου, ανεξαρτήτως αν γινόταν η κίνηση με τη σημαία».
Σύντομα, λοιπόν, θα κάνει τη δική της κίνηση: «Ήταν Κυριακή, 9.30 το πρωί. Βρισκόμουν στην εκκλησία του Νέου Ηρακλείου, την Παναγίτσα, και απ’ έξω ήταν η ασφάλεια. Με ειδοποιούν ότι έχουν υψώσει τουρκική σημαία στα Ίμια, και ο Αρχηγός του ΓΕΝ, Γιάννης Στάγκας, διέταξε να σταλεί άγημα, να την υποστείλει και να τοποθετήσει την ελληνική. Του απάντησα: “Γιάννη, καλώς”. Το “καλώς” σημαίνει πως συμφωνώ με την ενέργεια».
Ο Λυμπέρης ενημερώνει και τον υπουργό Εθνικής Άμυνας Γεράσιμο Αρσένη για την επικείμενη κίνηση. Έχει, όμως, και μια άλλη ιδέα, την οποία επικοινωνεί στον Ιωάννη Καλλιγιάννη, Ναυτικό Διοικητή Αιγαίου. «Του πρότεινα, αντί να πάει το περιπολικό του Ναυτικού, το “Αντωνίου”, να βάλει τη σημαία ο δήμαρχος Διακομιχάλης. Όμως, δυστυχώς, δεν κατόρθωσε να μεταβιβαστεί η εντολή με τα σήματα. Μακάρι να είχε γίνει έτσι. Αυτή είναι η υπόθεση των σημαιών», καταλήγει, συμπληρώνοντας: «Ποτέ δεν είχαμε “παίξει” πόλεμο σημαιών στις ασκήσεις μας ή, τουλάχιστον, ιδιωτικών σημαιών, να το πούμε έτσι».
Στις 29 Ιανουαρίου, ο πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης κάνει προγραμματικές δηλώσεις, στις οποίες αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι η Ελλάδα θα αντιδράσει άμεσα και δυναμικά σε οποιαδήποτε τουρκική πρόκληση. «Όλοι πήραν τη δήλωση αυτή ως σημείο κλιμάκωσης. Και εγώ ούτε ρωτήθηκα, ούτε εκλήθην να μου πει πώς θα το κάνουμε δυναμικά. Φαίνεται ότι τον επηρέασαν κάποιοι σύμβουλοί του. Δεν έγινε κλιμάκωση από στρατιωτική πλευρά. Αν είχε συνέλθει το ΚΥΣΕΑ, θα καθόριζε τον πολιτικό στόχο. Τι κυνηγάμε; Εμείς θέλουμε με την κρίση να μην υποθηκεύσουμε το status quo στο Αιγαίο. Με ποια στρατηγική να πάμε;»
Ο Αρσένης θα δώσει τότε εντολή να κατευθυνθεί άγημα στα Ίμια, ώστε να φυλάξει την ελληνική σημαία που τοποθετήθηκε εκ νέου. «Η εντολή, όμως, ήταν να έχουμε το άγημα μόνο τη νύχτα, όχι την ημέρα. Του λέω: “Κύριε υπουργέ, δεν γίνεται αυτό το πράγμα. Θα έχουμε τη νύχτα, θα έχουμε και την ημέρα”. Το άγημα χρειαζόταν εκεί, γιατί φανταστείτε να γινόταν η έξοδος και να έπαιρναν τη σημαία… να χανόταν η σημαία».
Πώς, όμως, η αποστολή της φύλαξης της σημαίας ανατίθεται στα ΟΥΚ και όχι στον Στρατό; «Σύμφωνα με τη σχεδίαση, η ΑΣΔΕΝ είναι υπεύθυνη για τη φύλαξη των νησιών, και εκείνη έπρεπε να είχε διαθέσει το άγημα. Ο Αρχηγός του ΓΕΣ επικαλέστηκε αδυναμίες, ανετοιμότητα των ειδικών δυνάμεων. Και είχε δίκιο, διότι οι Ειδικές Δυνάμεις δεν είχαν πλέον ενιαία διοίκηση μετά το 1985. Σαν Α/ΓΕΕΘΑ είχα πάντοτε μια κλίση για τους καταδρομείς αυτούς. Περίπου τον Ιούλιο, πριν έχουμε τα γεγονότα, ζητώ να μου κάνουν μια μελέτη της κατάστασης. Όταν διάβασα την αναφορά, τρελάθηκα. Παλιός οπλισμός, χαμηλών δυνατοτήτων επικοινωνιακά μέσα, εκπαίδευση ασυντόνιστη κ.λπ. Εισηγήθηκα σχετικά στο Συμβούλιο Άμυνας. Άρα, οι Ειδικές Δυνάμεις βρέθηκαν, λόγω αυτής της προϊστορίας, σε αδύναμη θέση. Το ηθικό αυτών των λίγων ήταν υψηλό, αλλά έλειπε η εκπαίδευση. Συνεπώς, η επόμενη λύση είναι να πω στον Α/ΓΕΝ να βγάλουμε βατραχανθρώπους. Και έβλεπα μετά στις εφημερίδες που με χτυπούσαν ναύαρχοι του Ναυτικού, γιατί δεν άφησα τον Στρατό. Τι να έλεγα όμως;».
Στην πραγματικότητα, ο Λυμπέρης είχε δώσει μία ακόμα εντολή: «Διατηρούσαμε μια ομάδα 12 καταδρομέων σε 15 λεπτά ετοιμότητα με ένα ή δύο ελικόπτερα τύπου Ηuey στην Κω. Την Τρίτη, το πρωί έδωσα διαταγή η ομάδα αυτή να κάνει περιπολία στην περιοχή και δοκιμαστική προσγείωση στη Δυτική Ίμια. Δεν μπόρεσε να το κάνει λόγω ανέμου… ίσως να ήταν νέος ο κυβερνήτης του ελικοπτέρου. Πάντως, σενάριο να σταλεί με κάποιο σκάφος δεύτερο άγημα στη Δυτική Ίμια δεν υπήρξε».
Χωρίς κανόνες εμπλοκής
Στις 11 το πρωί της ίδιας μέρας, ο Σημίτης καλεί σε σύσκεψη στο πρωθυπουργικό γραφείο στη Βουλή μια ομάδα, στην οποία συμπεριλαμβάνονταν οι Λυμπέρης, Πάγκαλος, Αρσένης και Τσοχατζόπουλος. Όταν παίρνει τον λόγο, ο Λυμπέρης δείχνει έναν αμερικανικό χάρτη, στον οποίο τα Ίμια αναγράφονται ως ελληνικά. «Του λέω: “Κύριε πρωθυπουργέ, θέλω κανόνες εμπλοκής που αποδεσμεύει το ΚΥΣΕΑ”. Μου λέει: “Τι είναι κανόνες εμπλοκής;” Του εξηγώ: “Για παράδειγμα, εάν έρθει μια τουρκική πυραυλάκατος στα ελληνικά χωρικά ύδατα, τι θέλετε να της κάνω; Να τη χτυπήσω εάν τη δω πάλι;” Μου απαντά: “Θα τους πείτε, φύγετε, είναι δικά μας χωρικά ύδατα”. Εγώ, όταν το άκουσα αυτό, κατάλαβα ότι ο άνθρωπος δεν έχει ιδέα. Και η εντολή του ποια ήταν; Να μείνουν τα πράγματα όπως είναι».
Στο μεταξύ, ο Αρσένης μένει σιωπηλός. Το βράδυ της Τρίτης, κοντά στα μεσάνυχτα, συγκαλείται εκ νέου σύσκεψη στο γραφείο του πρωθυπουργού. Ο Λυμπέρης προβάλλει αντίσταση, καθώς δεν ήθελε να φύγει από τον θάλαμο επιχειρήσεων, όπου είχε «χάρτες, συμβούλους και μέσα επικοινωνίας». Παρ’ όλα αυτά, οι ανησυχίες του δεν εισακούονται. Ταυτόχρονα, η κατάσταση στα πλοία του ελληνικού Ναυτικού είναι τεταμένη. «Μου λέει ο Α/ΓΕΝ ότι τα καράβια ζητάνε κανόνες εμπλοκής. Και είχε δίκιο. Βάζει ένα να περιπολεί, να αντιμετωπίσει τον Τούρκο, χωρίς να έχει οδηγίες πώς θα αντιδράσει». Ο Λυμπέρης ζητεί επίμονα κανόνες εμπλοκής. «Μου λένε: “Αρχηγέ, το μυαλό σου το έχεις εκεί. Εδώ πάμε για απεμπλοκή”. Μεταξύ δωδεκάμισι και μία εκείνο το βράδυ, έρχεται μια πληροφορία από την Αμερική, ότι οι Τούρκοι θα βγουν σε ελληνικό νησί, την οποία μεταφέρει ο Αρσένης στον Σημίτη. Μόλις ακούω αυτή την πληροφορία, λέω στον υπουργό Άμυνας: “Θα στοχοποιήσω τον τουρκικό στόλο”».
Την ίδια ώρα, η κατάσταση στη Δυτική Ίμια περιπλέκεται. Δύο τουρκικά ελικόπτερα πετούν πάνω από τη βραχονησίδα. Η πληροφορία αυτή φτάνει στο γραφείο του πρωθυπουργού. Η ένταση κλιμακώνεται. «Ο Μούσης, ένας ναύτης που ήταν ανεπτυγμένος στην περιοχή, έβλεπε με νυχτοσκόπιο πως κάτι κινούνταν στα Δυτική Ίμια». Αυτό που έβλεπε ο Μούσης ήταν οι Τούρκοι κομάντος που έκαναν απόβαση στη βραχονησίδα. Ο Λυμπέρης δεν ενημερώνεται για αυτή την εξέλιξη.
Στις 03.30 ο αρχηγός της ΕΥΠ, Λεωνίδας Βασιλικόπουλος, ενημερώνει τους παρευρισκόμενους στο γραφείο του πρωθυπουργού πως Τούρκοι κομάντος έχουν αποβιβαστεί στη Δυτική Ίμια. «Ήταν μια στενόχωρη στιγμή. Δεν υπάρχει αντίρρηση για αυτό. Εγώ αιφνιδιάστηκα… περίμενα να τους είχαν εντοπίσει. Δηλαδή, τακτικά είχες τη δυνατότητα και τα μέσα να τους αποκαλύψεις. Ο πρωθυπουργός έχασε τον εαυτό του. Άρχισαν όλοι εκεί να μιλάνε, να λοιδορούν τις Ένοπλες Δυνάμεις. Ο υπουργός Άμυνας, αντί να υπερασπίζεται τον χώρο του, έμεινε άφωνος. Κάποια στιγμή, λέει ο Σημίτης: “Τι Ένοπλες Δυνάμεις!” Του λέω: “Κύριε πρωθυπουργέ, ακούστε να δείτε… Αν δεν έχετε εμπιστοσύνη, σας υποβάλλω την παραίτησή μου”. Μου λέει ο Σημίτης: “Κύριε Λυμπέρη, εγώ για εσάς έχω την καλύτερη γνώμη κτλ.”
»Έπειτα με ρωτάει “Τι προτείνετε;” Του λέω: “Πρώτον, να χτυπήσουμε με τα πυροβόλα των πλοίων το νησί για να τους εξολοθρεύσουμε”. Μου απαντά: “Εάν εμείς τους χτυπήσουμε, οι Τούρκοι τι θα κάνουν;” Του λέω: “Δεν ξέρω τι σχεδιάζουν, αλλά το πιθανότερο είναι να αντιδράσουν όπως εμείς”. Ζήτησε άλλη πρόταση: “Έχουμε δύο αεροπλάνα πάνω από τις βραχονησίδες. Να τα στείλουμε με ρουκέτες να χτυπήσουν”. Πάλι το ίδιο. Μετά μου λέει: “Μπορείτε σε 45 λεπτά να τους συλλάβετε αναιμάκτως”. Εγώ εκείνη την ώρα λέω ότι δεν καταλαβαίνει τίποτα. Μου λέει: “Να κάνουμε ανακατάληψη. Σε 45 λεπτά μπορείτε;” Λέω: “Δεν ξέρω πού είναι τα καράβια αυτήν τη στιγμή, από πού θα μαζευτούν, και τα λοιπά”.
»Μπορεί να περάσουν και δύο ώρες, ίσως και παραπάνω, ίσως και έξι ώρες. Και εκεί τέλειωσε. Όταν, όμως, μαθεύτηκε αυτός ο διάλογος έξω, άρχισαν οι επιθέσεις. Πώς έπρεπε εγώ να υπερασπιστώ τον εαυτό μου; Ο Αρσένης δεν είπε: “Κύριε πρωθυπουργέ, εγώ διοικώ τις Ένοπλες Δυνάμεις». Τίποτα, κρύφτηκε».

