Tα διδάγματα μιας στρατηγικής μυωπίας και η ανάγκη για μια νέα δομή εθνικής ασφάλειας

Tα διδάγματα μιας στρατηγικής μυωπίας και η ανάγκη για μια νέα δομή εθνικής ασφάλειας

Τρεις δεκαετίες μετά, η κρίση των Ιμίων παραμένει το σημείο καμπής που έφερε την Ελλάδα και την Τουρκία στο κατώφλι του πολέμου, εμπεδώνοντας τη θεωρία των «γκρίζων ζωνών» και στοιχίζοντας τη ζωή σε τρεις Έλληνες αξιωματικούς

tα-διδάγματα-μιας-στρατηγικής-μυωπίας-564047518 Ο δήμαρχος της Καλύμνου Δημήτρης Διακομιχάλης, ο αστυνόμος Β΄ και διοικητής του Α.Τ. Καλύμνου Γιώργος Ριόλας και ο Θεόφιλος Μιλάτος στην Ανατολική Ίμια μετά την τοποθέτηση της ελληνικής σημαίας (Αρχείο Γεώργιου Ριόλα).
Ο δήμαρχος της Καλύμνου Δημήτρης Διακομιχάλης, ο αστυνόμος Β΄ και διοικητής του Α.Τ. Καλύμνου Γιώργος Ριόλας και ο Θεόφιλος Μιλάτος στην Ανατολική Ίμια μετά την τοποθέτηση της ελληνικής σημαίας (Αρχείο Γεώργιου Ριόλα).
SPECIAL REPORT
ΙΜΙΑ, 30 χρόνια μετά: Αποτίμηση και διδάγματα
  1. Κρίση Ιμίων και άλλες έκτακτες καταστάσεις: Διδάγματα για τη διαχείριση κρίσεων στον 21ο αιώνα
  2. Tα διδάγματα μιας στρατηγικής μυωπίας και η ανάγκη για μια νέα δομή εθνικής ασφάλειας
  3. Η διαχείριση κρίσεως και το πολιτικό αποτύπωμά της
  4. Τι δεν διδαχθήκαμε μέχρι σήμερα
  5. Τα ζητήματα ασφάλειας δεν προσφέρονται για εσωτερικές πολιτικές αντιπαραθέσεις
Φόρτωση Text-to-Speech...

Τρεις δεκαετίες μετά, η κρίση των Ιμίων παραμένει το σημείο καμπής που έφερε την Ελλάδα και την Τουρκία στο κατώφλι του πολέμου, εμπεδώνοντας τη θεωρία των «γκρίζων ζωνών» και στοιχίζοντας τη ζωή σε τρεις Έλληνες αξιωματικούς. Πέρα από το χρονικό της σύρραξης, η υπόθεση αναδεικνύει τις χρόνιες παθογένειές μας: την έλλειψη εθνικού συντονισμού, την απουσία καθαρών στόχων, την επικίνδυνη εμπλοκή μη θεσμικών παραγόντων και μια ελλιπή στρατηγική που αναζήτησε «σωσίβιο» στην καταλυτική παρέμβαση των Ηνωμένων Πολιτειών.

Το «τυχαίο» ναυάγιο που έγινε εθνική κρίση

Όλα ξεκίνησαν τα Χριστούγεννα του 1995, όταν το τουρκικό φορτηγό πλοίο “Figen Akat” προσάραξε στην Ανατολική Ίμια. Η άρνηση του Τούρκου πλοιάρχου να δεχθεί ελληνική βοήθεια, ισχυριζόμενος ότι βρισκόταν σε τουρκική αιγιαλίτιδα ζώνη (εθνικής κυριαρχίας), μάλλον δεν ήταν ένα τυχαίο ναυτικό ατύχημα. Στις 29 Δεκεμβρίου, η Άγκυρα κλιμάκωσε επίσημα, υποστηρίζοντας, μέσω διακοίνωσης, ότι οι βραχονησίδες είναι καταχωρισμένες στο Κτηματολόγιο της Αλικαρνασσού.

Το πανίσχυρο τουρκικό στρατιωτικό κατεστημένο εκμεταλλεύτηκε την προσάραξη ως «χρυσή ευκαιρία» για να λανσάρει τη θεωρία των «γκρίζων ζωνών». Η Άγκυρα χρειαζόταν μια πειστική αφορμή για να αμφισβητήσει το status quo στο Αιγαίο, χωρίς να φανεί ως απροκάλυπτα επιτιθέμενη στη διεθνή κοινή γνώμη και στους Συμμάχους. Η διαφωνία για την αρμοδιότητα αποκόλλησης του πλοίου προσέφερε το τέλειο προπέτασμα καπνού για την έμπρακτη αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας.

Μια κυβέρνηση σε «νευρική κρίση»

Η επιλογή του χρόνου από την Άγκυρα δεν ήταν τυχαία. Η Ελλάδα βρισκόταν σε εύθραυστη μετάβαση, μετά την παραίτηση του Ανδρέα Παπανδρέου. Ο Κώστας Σημίτης, έχοντας εκλεγεί πρωθυπουργός μόλις στις 18 Ιανουαρίου 1996, κλήθηκε να διαχειριστεί την κρίση, ενώ το κυβερνών κόμμα σπαρασσόταν από εσωτερικές αντιπαραθέσεις. Η δυσπιστία ήταν διάχυτη: ο ηττημένος των εκλογών της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΠΑΣΟΚ, Γεράσιμος Αρσένης, παρέμενε υπουργός Άμυνας, ενώ ο υπουργός Εξωτερικών, Θεόδωρος Πάγκαλος, αντιμετώπιζε με καχυποψία κάθε κίνηση του Πενταγώνου.

Αυτή η κυβερνητική «πολυαρχία» παρέλυσε τον κρατικό μηχανισμό. Το επεισόδιο του τουρκικού πλοίου που προσάραξε στα Ίμια κακώς δεν αξιολογήθηκε ως προαναγγελία επερχόμενης κρίσης, η οποία μπορούσε να προληφθεί. Ο πρωθυπουργός, αγνοώντας τον διοικητή της ΕΥΠ, έχασε την ευκαιρία για έγκαιρη εκτίμηση της κατάστασης. Παρότι η ΕΥΠ είχε προειδοποιήσει για τις τουρκικές κινήσεις από τις 26 Ιανουαρίου, οι πληροφορίες «χάθηκαν» στη διαδρομή προς το Μαξίμου. Ταυτόχρονα, η πιθανή αυτόνομη δράση μυστικών υπηρεσιών ή και παρακρατικών, αλλά και η παρότρυνση ή πρωτοβουλία ιδιωτών σε κινήσεις εντυπωσιασμού, εγκλώβισαν μια κυβέρνηση που ακόμα προσπαθούσε να βρει τα πατήματά της. Ανεξάρτητα από τον χρονισμό (timing) και τις κακές σχέσεις μεταξύ των κομβικών κυβερνητικών παραγόντων, το μεγαλύτερο θεσμικό πρόβλημα ήταν η απουσία ενός λειτουργικού Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας (ΣΕΑ). Η διαχείριση γινόταν μέσω του ΚΥΣΕΑ, το οποίο συνεδρίαζε υπό πίεση και χωρίς επεξεργασμένα σενάρια κρίσης.

Έλειπε ένα σταθερό, απαρασάλευτο κανονιστικό πλαίσιο για τη διασφάλιση της εδαφικής κυριαρχίας. Οι επιμέρους διαφωνίες, φυσιολογικές σε ένα δημοκρατικό σύστημα, μετατράπηκαν στην πράξη σε διασπαστικές κινήσεις, καθιστώντας αδύνατη την ενιαία κρατική αντίδραση.

Ο «πόλεμος των σημαιών» και η παγίδα των ΜΜΕ

Όταν ένα κράτος βρίσκεται στο κατώφλι του πολέμου, η εξωτερική πολιτική και η άμυνα δεν επιτρέπεται να «ιδιωτικοποιούνται», μετατρεπόμενες σε τηλεοπτικό θέαμα. Στην κρίση των Ιμίων, οι εθνικιστικές κορόνες στα Μέσα έδωσαν τον τόνο στην κυβέρνηση, εγκλωβίζοντας τη λήψη αποφάσεων στον φόβο του πολιτικού κόστους.

Tα διδάγματα μιας στρατηγικής μυωπίας και η ανάγκη για μια νέα δομή εθνικής ασφάλειας-1
Συνεδρίαση στο Μέγαρο Μαξίμου υπό την προεδρία του πρωθυπουργού Κώστα Σημίτη, παρουσία, μεταξύ άλλων, του υπουργού Εθνικής Άμυνας Γεράσιμου Αρσένη. (Φωτογραφία: ΒΑΡΔΟΥΛΑΚΗΣ ΒΑΓΓΕΛΗΣ / ΑΠΕ)

Η εικόνα των πολεμικών πλοίων να αποπλέουν υπό το φως των τηλεοπτικών προβολέων δεν ήταν επίδειξη ισχύος, αλλά ένα επιχειρησιακό και επικοινωνιακό λάθος, που έδειχνε στο εξωτερικό αλλά και στο εσωτερικό μια εικόνα κλιμάκωσης από τη χώρα μας. Παράλληλα, η καλλιέργεια προσδοκιών για «τακτικό πλεονέκτημα» και δυνατότητα «βύθισης του τουρκικού στόλου» δημιούργησε ένα εκρηκτικό χάσμα προσδοκιών στους πολίτες. Η πραγματικότητα της πολιτικής βούλησης δεν αντιστοιχούσε στη ρητορική των τηλεπαραθύρων, με αποτέλεσμα η μετέπειτα υποχώρηση να μετατραπεί σε οργή και αίσθημα εθνικής ταπείνωσης.

Σε αυτό το περιβάλλον, η Αθήνα απέτυχε να χαράξει μια «κόκκινη γραμμή», που να είναι ταυτόχρονα πειστική στο εξωτερικό και διαχειρίσιμη στο εσωτερικό. Η έλλειψη ενιαίας στρατηγικής επέτρεψε στα ΜΜΕ να υποκαταστήσουν τα θεσμικά όργανα, σέρνοντας την κυβέρνηση σε μια κλιμάκωση που η ίδια δεν μπορούσε να ελέγξει.

Χαοτική στρατηγική επικοινωνία

Η κρίση αποκάλυψε μια χαοτική ασυνέχεια στη στρατηγική επικοινωνία. Το ΥΠΕΞ επιζητούσε αποκλιμάκωση, ενώ το ΥΠΕΘΑ προέβαλλε εικόνα προετοιμασίας για σύρραξη, μπερδεύοντας κοινή γνώμη και συμμάχους. Ο πρωθυπουργός, χωρίς ακόμα να έχει λάβει την έγκριση από την κομματική βάση, ήταν όμηρος εσωκομματικών ισορροπιών, και έτσι αδυνατούσε να επιβάλει ενιαία γραμμή, με αποτέλεσμα οι υπουργοί του να συγκρούονται σε δημόσια θέα.

Στο πεδίο της δημόσιας διπλωματίας, η Ελλάδα παρέμεινε αδρανής. Δεν προκάλεσε έκτακτη Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ, έναν χώρο ασφαλέστερο από το ΝΑΤΟ, ούτε επιχείρησε να κινητοποιήσει το Κογκρέσο ή να ευαισθητοποιήσει τη διεθνή κοινή γνώμη. Ακόμη και η ιταλική μαρτυρία, που επιβεβαίωνε τις θέσεις μας μέσω των χαρτών του 1932, έμεινε ανεκμετάλλευτη.

Υπό την πίεση εξωγενών παραγόντων, η κυβέρνηση κινήθηκε σαν υπνοβάτης σε μια ρητορική κλιμάκωσης. Η επιπόλαιη στρατιωτικοποίηση κατέληξε στην εναγώνια έκκληση προς τους Αμερικανούς να προλάβουν έναν πόλεμο για τον οποίο η Αθήνα έδινε αντικρουόμενα μηνύματα. Η κρίση έκλεισε με το εξόχως προβληματικό “No ships, no troops, no flags”. Η ειδοποιός διαφορά με το 2026 είναι πως σήμερα ο αμερικανικός παράγοντας δεν λειτουργεί πλέον ως ο πρόθυμος «πυροσβέστης» του παρελθόντος. Το 1996, η Ουάσιγκτον απέτρεψε την οποιαδήποτε εδαφική μεταβολή και σε δεύτερο χρόνο αναγνώρισε την αυτονόητη ελληνική κυριαρχία. Μια αντίστοιχη κρίση σήμερα πιθανότατα θα έβρισκε τις ΗΠΑ να πιέζουν για «επώδυνους συμβιβασμούς», προτάσσοντας πρακτικές λύσεις, σε περιφρόνηση του διεθνούς δικαίου. Πάντως, και σε προηγούμενες φάσεις, ειδικότερα μετά το 2016, οι Αμερικανοί σε κατ’ ιδίαν συζητήσεις εξέφραζαν σε Έλληνες αξιωματούχους την αδυναμία τους να παρέμβουν αποτελεσματικά προς τον Ερντογάν σε περίπτωση κρίσης. 

Η θεσμική παράλυση και τα στρατηγικά διδάγματα

Η κρίση των Ιμίων αποκάλυψε μια βαθιά παθογένεια στη Δομή Διοίκησης και Ελέγχου (C2), η οποία το 1996 λειτούργησε υπό συνθήκες θεσμικής παράλυσης. Το βάρος της διαχείρισης έπεσε δυσανάλογα στους ώμους του τότε Α/ΓΕΕΘΑ, ο οποίος εγκλωβίστηκε σε έναν ρόλο πολυδιάστατο και εν τέλει ανέφικτο: έπρεπε ταυτόχρονα να διαβουλεύεται με μια καχύποπτη πολιτική ηγεσία, να διευθύνει τις τακτικές κινήσεις στο πεδίο και να προετοιμάζει τη γενική επιστράτευση της χώρας.

1. Το επιχειρησιακό και διαχειριστικό βραχυκύκλωμα

Η διεξαγωγή των επιχειρήσεων βραχυκύκλωνε, καθώς ο Α/ΓΕΕΘΑ αναγκάστηκε να αναλωθεί σε τακτικές λεπτομέρειες, χάνοντας την απαραίτητη απόσταση για να λειτουργήσει ως ψύχραιμος στρατηγικός σύμβουλος της κυβέρνησης. Η απουσία ενιαίας διοίκησης, οι αντιστάσεις των επιμέρους Επιτελείων και η ελλιπής γνώση της ετοιμότητας κρίσιμων μονάδων κατέστησαν τον έλεγχο προβληματικό. Η στρατιωτικοποίηση που επισφραγίστηκε με την επανατοποθέτηση της σημαίας από περιπολικό του Πολεμικού Ναυτικού έγινε χωρίς ξεκάθαρο στρατηγικό στόχο. Το θεμελιώδες μάθημα είναι απλό: δεν κλιμακώνεις στρατιωτικά αν δεν έχεις προσχεδιάσει την αντίδρασή σου σε κάθε σενάριο πιθανής απάντησης του αντιπάλου. Άλλωστε, το καθοριστικότερο στοιχείο διέφυγε από τη στρατιωτική ηγεσία και τις μυστικές υπηρεσίες, οι οποίες δεν γνώριζαν ότι η Δυτική Ίμια (αφύλακτη) είχε καταληφθεί από Τούρκους κομάντος, όπως μαθεύτηκε εκείνη τη νύχτα από την τουρκική τηλεόραση.

2. Η σύγχυση στρατηγικού και τακτικού επιπέδου

Στα Ίμια, η πολιτική ηγεσία παρενέβαινε σε τακτικές λεπτομέρειες (π.χ. πού θα βρίσκεται το κάθε πλοίο ή αν θα υπάρξει αποβίβαση), ενώ η στρατιωτική ηγεσία αναγκαζόταν να κάνει πολιτικές εκτιμήσεις. Σήμερα, το 2026, είναι σαφές ότι η πολιτική ηγεσία οφείλει να θέτει το «τι» (τους στόχους) και η στρατιωτική ηγεσία το «πώς» (την εκτέλεση), χωρίς το ένα επίπεδο να ακυρώνει το άλλο.

3. Η ανάγκη για διακλαδικότητα

Η κρίση κατέδειξε ότι ο συντονισμός μεταξύ ΓΕΕΘΑ, ΓΕΝ και ΓΕΣ ήταν προβληματικός, ειδικά στο ζήτημα της φύλαξης των βραχονησίδων. Η έλλειψη διακλαδικής κουλτούρας ήταν συλλογική αποτυχία της στρατιωτικής ελίτ της εποχής και όχι μόνο πρόβλημα ενός ανθρώπου ή της δομής. Σε αυτό συνέτεινε και η λογική επιλογής αρχηγών με κομματικά κριτήρια. Η δημιουργία μιας πραγματικά διακλαδικής δομής διοίκησης, όπου η πληροφορία και η απόφαση ρέουν κάθετα και οριζόντια χωρίς γραφειοκρατικά στεγανά, αποτελεί έκτοτε το μεγάλο στοίχημα των Ενόπλων Δυνάμεων. Ευτυχώς έχουν γίνει κάποια βήματα σε αυτόν τον τομέα.

4. Το θεσμικό κενό στη διαχείριση κρίσεων

Η απουσία ενός Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας (ΣΕΑ), με θεσμική μνήμη και προκαθορισμένα σενάρια αντίδρασης, οδήγησε στον αυτοσχεδιασμό. Η διαπίστωση παραμένει επίκαιρη: οι κρίσεις δεν αντιμετωπίζονται με ad hoc συσκέψεις, αλλά με καθορισμένη «επιθυμητή τελική κατάληξη». Αυτό κατ’ ακολουθίαν χρειάζεται μια στρατηγική που να την υποστηρίζει, με καθορισμένους ρόλους και επίπεδα, καθώς και προετοιμασμένα πρωτόκολλα που ενεργοποιούνται αυτόματα.

Το ίδιο έτος, 1996, αποφασίστηκε η σύσταση Γραμματείας στο ΚΥΣΕΑ για τον συντονισμό των υπουργείων Εξωτερικών και Άμυνας. Δηλαδή η θεσμοθέτηση ενός επιτελικού οργάνου, συμβουλευτικού και συντονιστικού, υπό τον Έλληνα πρωθυπουργό, στελεχωμένο από διπλωμάτες, στρατιωτικούς και επιστημονικό προσωπικό. Παρά την κινητικότητα, ο σχεδιασμός δεν προχώρησε. 

5. «Ευρωπαϊκοποίηση», αντί για «στρατιωτικοποίηση». Η χαμένη ευκαιρία

Παρά τη βέβαιη ελληνική νομική υπεροχή, η Αθήνα «τσίμπησε στο τουρκικό δόλωμα» (σύμφωνα με τη φράση του Σημίτη), υιοθετώντας έναν σκληρό τόνο, που πρόσφερε στην Τανσού Τσιλέρ το πολιτικό σωσίβιο που χρειαζόταν στην εσωτερική σκηνή της Τουρκίας. Μια εναλλακτική στρατηγική θα ήταν η ανύψωση της ευρωπαϊκής σημαίας δίπλα στην ελληνική από τοπικούς παράγοντες. Μια τέτοια κίνηση θα δημιουργούσε πολιτική πίεση για ενεργοποίηση του Άρθρου 227 της Συνθήκης της Ρώμης για τα ευρωπαϊκά σύνορα, μετατρέποντας τη διαφορά σε ευρωπαϊκό ζήτημα. Αυτό θα ενέπλεκε έτσι την Ιταλία, που είχε την Προεδρία της ΕΕ και ήταν ο αρχικός κάτοχος των τίτλων κυριαρχίας από το 1923, ως εγγυητή της νομιμότητας. Είναι σαφές ότι αυτή η κίνηση δεν θα έλυνε την κρίση μαγικά, αλλά θα άλλαζε το αφήγημα από διμερή διαφορά, σε προσβολή ευρωπαϊκού εδάφους. Δεν θα σταματούσε τους Τούρκους, αλλά αποτελούσε ένα διπλωματικό εργαλείο που δεν χρησιμοποιήθηκε ποτέ.

6. Η παγίδα της «αντιστροφής του δικαίου»

Η ελληνική κυβέρνηση, αντί να ελέγξει το «αφήγημα», παρασύρθηκε από τη «μιντιακή φρενίτιδα». Στην προσπάθειά της να ικανοποιήσει το εγχώριο ακροατήριο, σκλήρυνε τη ρητορική της τη στιγμή που είχε ήδη αποφασίσει την αποκλιμάκωση. Αυτή η ασυνέπεια λόγων και έργων οδήγησε σε μια «αντιστροφή του δικαίου»: αν η Ελλάδα χτυπούσε πρώτη, θα χρεωνόταν τον ρόλο του επιτιθέμενου, ακυρώνοντας το διεθνές πολιτικό της κεφάλαιο.

7. Η ψευδαίσθηση της αποτροπής μέσω της κλιμάκωσης

Η κρίση απέδειξε ότι η λογική της στρατιωτικοποίησης, χωρίς σαφή διπλωματική στόχευση, οδηγεί αναπόδραστα σε πολιτικές διαπραγματεύσεις υπό δυσμενείς όρους (όπως συνέβη το 1987 και το 1996). Η επανάληψη της ίδιας πρακτικής, με την προσδοκία διαφορετικού αποτελέσματος, αποτελεί στρατηγική απρονοησία.

8. Το έλλειμμα

Τα Ίμια ανέδειξαν το έλλειμμα τεκμηρίωσης που υπήρχε στο ελληνικό ΥΠΕΞ, αφού για το ζήτημα κυριαρχίας της νησίδας ήταν κρίσιμη η συνδρομή του ιταλικού ΥΠΕΞ. Μια τεκμηρίωση για τα όρια άσκησης της ιταλικής εξουσίας επί των νησίδων που η Τουρκία αμφισβητούσε. Επίσης, αναγνωρίστηκε η αναγκαιότητα για τη θεσμοθέτηση ενός Επιστημονικού Συμβουλίου για τη χάραξη υψηλής νομικής στρατηγικής και παροχής γνωμοδοτήσεων επί μείζονος σημασίας νομικών θεμάτων. Το όργανο θεσμοθετήθηκε με τον οργανισμό του ΥΠΕΞ του 1998.

9. Τα Ίμια ήταν απλώς η αρχή

Στη συνέχεια η τουρκική κυβέρνηση ξεδίπλωσε τον κατάλογο των νησίδων των οποίων αμφισβητεί το καθεστώς. Κατά συντηρητικούς αριθμούς, οι αμφισβητούμενες νησίδες ανέρχονται σε 150, σε αυτές περιλαμβάνονται και κατοικημένα νησιά, ενώ υπάρχει και μια ομάδα βραχονησίδων στο Καρπάθιο Πέλαγος. 

Συμπέρασμα, 2026: Η στρατηγική επιβίωση πέρα από τον «από μηχανής θεό»

Τρεις δεκαετίες μετά, η κρίση των Ιμίων παραμένει το απόλυτο τεκμήριο των κινδύνων που εγκυμονεί η υπερίσχυση του τακτικού εντυπωσιασμού έναντι του στρατηγικού στόχου. Η αποτυχία δεν ήταν απλώς επιχειρησιακή· ήταν η οδυνηρή αποκάλυψη ενός κράτους που αδυνατούσε να μεταβολίσει την πολιτική βούληση σε στρατιωτικό αποτέλεσμα.

Tα διδάγματα μιας στρατηγικής μυωπίας και η ανάγκη για μια νέα δομή εθνικής ασφάλειας-2
29 Ιανουαρίου 1996. Η πρωθυπουργός της Τουρκίας Τανσού Τσίλερ προεδρεύει σε νυχτερινή σύσκεψη για την κρίση των Ιμίων. Δεξιά στην εικόνα, ο Τούρκος Α/ΓΕΝ ναύαρχος Γκιουβέν Ερκάγια και ο αναπληρωτής αρχηγός του τουρκικού Γενικού Επιτελείου στρατηγός Τσεβίκ Μπιρ. (Φωτογραφία: ΑΠΕ)

Στο σημερινό, πολυπολικό διεθνές περιβάλλον του 2026, οι ψευδαισθήσεις έχουν τελειώσει. Η προσδοκία ενός εξωτερικού «πυροσβέστη» που θα σπεύσει να προλάβει μια σύρραξη, όπως συνέβη τότε με την παρέμβαση των ΗΠΑ, αποτελεί πλέον στρατηγικό αναχρονισμό. Η Ελλάδα καλείται να λειτουργήσει σε ένα περιβάλλον όπου η αποτροπή είναι αποκλειστικά δική της ευθύνη.

Αυτή η ευθύνη απαιτεί τη θωράκιση της χώρας με ένα διακλαδικό επιχειρησιακό Στρατηγείο, ικανό να διαχειρίζεται αυτόνομα το πεδίο, απαλλάσσοντας την ανώτατη στρατιωτική ηγεσία από τον εγκλωβισμό στις τακτικές λεπτομέρειες. Μόνον έτσι ο Α/ΓΕΕΘΑ μπορεί να επιτελέσει τον κρίσιμο ρόλο του: να είναι ο ψύχραιμος στρατηγικός σύνδεσμος με την πολιτική ηγεσία, χωρίς το ένα επίπεδο να ακυρώνει το άλλο.

Η ικανότητα διαχείρισης ενός «θερμού» επεισοδίου δεν κρίνεται στη στιγμή της κρίσης, αλλά στην προετοιμασία που έχει προηγηθεί. Η αποτροπή απαιτεί στρατιωτική ισχύ, αλλά και μια καθαρή αλυσίδα διοίκησης και την έξυπνη χρήση διπλωματικών πολλαπλασιαστών ισχύος, όπως η ΕΕ, χωρίς όμως να επαφίεται σε αυτούς για την τελική λύση. Από τη στιγμή που εξαιρέσαμε από τη δικαιοδοσία του Διεθνούς Δικαστηρίου ζητήματα κυριαρχίας, παραμένει ταμπού η ιδέα της συναίνεσης για προσφυγή στη διεθνή δικαιοσύνη της διαφοράς περί «γκρίζων ζωνών» ή ακόμη και στο πλαίσιο διευθέτησης της οριοθέτησης υφαλοκρηπίδας/ΑΟΖ. 

Η θυσία των Καραθανάση, Βλαχάκου και Γιαλοψού θα παραμείνει ανοιχτή πληγή όσο η χώρα δεν ολοκληρώνει τη θεσμική της μεταρρύθμιση. Το νέο νομοσχέδιο του Υπουργείου Άμυνας θεραπεύει πολλές από τις διαχρονικές παθογένειες, αλλά από μόνο του δεν αρκεί. Απαιτείται η υιοθέτηση μιας στρατηγικής κουλτούρας εθνικής ασφάλειας σε όλα τα επίπεδα. Η εθνική αξιοπρέπεια και κυριαρχία δεν διασφαλίζονται με «υπνοβατικές» κλιμακώσεις για εγχώρια κατανάλωση, αλλά με τη στιβαρή οργάνωση ενός κράτους που ξέρει πού τραβάει τις «κόκκινες γραμμές» του και, κυρίως, πώς να τις υπερασπιστεί μόνο του.

Η νομική διάσταση

Ανάμεσα στο χθες και στο σήμερα των διαφορών έχει παρεμβληθεί η αμφισβήτηση κυριαρχίας νησιωτικού εδάφους και εν δυνάμει η ελληνοτουρκική διαφορά, αναφερόμενη εμμέσως σε καθορισμό θαλάσσιων ορίων. 

Το 1996, με την έμπρακτη αμφισβήτηση της κυριαρχίας επί των Ιμίων, εγκαινιάστηκε η αντίληψη περί «γκρίζων ζωνών», μια ευθεία αμφισβήτηση και συνάμα προσβολή εδαφικής κυριαρχίας της Ελλάδας. Η Τουρκία κάνει ένα ποιοτικό άλμα στις αμφισβητήσεις της, περνώντας στον πυρήνα της κυριαρχίας σε νησιωτικό χώρο, σε μικρές νησίδες, βράχους που ευρίσκονται σε στρατηγικό χώρο στις θάλασσες είτε στη μεθόριο με την Τουρκία (όπως είναι τα Ίμια), είτε στο κεντρικό Αιγαίο (όπως είναι οι Καλόγηροι) ή και σε άλλες περιοχές ανοικτής θάλασσας μεταξύ Δωδεκανήσων και Κυκλάδων. Μια βραχονησίδα ή, ορθά, βράχος, όπως διατυπώνεται ως όρος στη Σύμβαση Δικαίου Θάλασσας, κατά τεκμήριο δεν δικαιούται υφαλοκρηπίδα/ΑΟΖ, αλλά διαθέτει αιγιαλίτιδα και συνορεύουσα ζώνη. Η αμφισβήτησή τους επικεντρώνεται στην προσπάθεια της Τουρκίας να δημιουργήσει πέριξ των θαλάσσιων αυτών σχηματισμών μια όσο το δυνατό ευρύτερη ανοικτή θάλασσα στο κεντρικό και νότιο Αιγαίο. 

Η θεωρία περί «γκρίζων ζωνών» είναι μια υπερβατική διεκδίκηση. Έχει ως στόχο να θέσει υπό αναθεώρηση το εδαφικό status quo που επί δεκαετίες ισχύει και στηρίζει τη σταθερότητα στις διμερείς σχέσεις, με βάση κυρίως τη Συνθήκη της Λωζάννης (1923). Το καθεστώς αυτό καθόρισε με ακρίβεια τα όρια εδαφικής κυριαρχίας ανάμεσα στον τουρκικό ηπειρωτικό κορμό και τον ελληνικό νησιωτικό χώρο. 

Η Τουρκία με το στρατιωτικό και διπλωματικό της κατεστημένο εκείνη την εποχή, σε μια προσπάθεια να προκαλέσει νέες αμφισβητήσεις, ξαναδιαβάζοντας με πρόθεση αναθεωρητικής ερμηνείας τις συνθήκες, κατέληξε στην καινοφανή επινόηση ότι ορισμένες νησίδες και βράχοι δεν περιλαμβάνονται ρητά στις συμβατικές παραχωρήσεις.

Είναι χαρακτηριστική η μελέτη των Ali Kurumahmut, Sertac Baseren, The twilight zones in the Aegean: (Un)forgotten Turkish Islands, η οποία κυκλοφόρησε σε πρωτόλεια μορφή στις αρχές της δεκαετίας του 1990 ως μια έκδοση της Ακαδημίας Επιστημών της Άγκυρας. Μια μελέτη που προαναγγέλλει τη θεωρία περί των «γκρίζων ζωνών», δηλαδή ένα θεωρητικό εγχειρίδιο αμφισβήτησης της κυριαρχίας των νησιωτικών σχηματισμών που ταυτοποιούσαν. Στη μελέτη τους οι Τούρκοι συγγραφείς διατείνονται ότι κάποιες (βραχο)νησίδες που δεν καταγράφονται, ίσως δεν παραχωρήθηκαν με τη Συνθήκη της Λωζάννης 1923 και παραμένουν σε καθεστώς ακαθόριστης κυριαρχίας. Επί αυτής της βάσεως καλούν την Ελλάδα να γίνει αντικείμενο διαπραγμάτευσης η κυριαρχία τους. Βεβαίως, η πλειονότητα των νησίδων ανήκει στη Δωδεκάνησο· η αδιάκοπη και αδιαμφισβήτητη κυριαρχία της Ιταλίας στην οποία περιήλθε, ήταν ένα στοιχείο που κατοχύρωνε και την ελληνική κυριαρχία κατά διαδοχή. 

Έτσι, η Τουρκία επιχείρησε να μεταφέρει στον διάλογο και θέματα κυριαρχίας, προσπαθώντας να επιβαρύνει την ατζέντα των ελληνοτουρκικών ζητημάτων ή να τις καταστήσει ανταλλάξιμες έναντι άλλων απαιτήσεών της. Για την Ελλάδα, η θεωρία των «γκρίζων ζωνών» δεν συνιστά καν ζήτημα (είναι non-issue). Με το επεισόδιο των Ιμίων προβλήθηκε ακόμη περισσότερο η δικαστική επίλυση· αν και η Ελλάδα ως προς τούτο έχει δηλώσει ότι δεν (θα) είναι η επισπεύδουσα. Εκ των υστέρων γίνεται όλο και πιο ευρέως γνωστό ότι η επίσημη Τουρκία αδυνατεί να τεκμηριώσει το θεώρημα των «γκρίζων ζωνών» και δεν θα είχε αντίρρηση να ανατραπεί μια τέτοια αντίληψη από μια δικαστική απόφαση. Υπάρχει, δε, ομάδα νομικών με βαθιά γνώση στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, που θεωρεί ότι τυχόν εκδίκαση του ερωτήματος περί γκρίζων ζωνών θα δικαιώσει πλήρως την ελληνική πλευρά. 

*Αλέξανδρος Διακόπουλος, αντιναύαρχος ε.α. Π.Ν., πρώην σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας και μέλος ΔΣ του ΕΛΙΑΜΕΠ

*Πέτρος Λιάκουρας, καθηγητής Διεθνούς Δικαίου, Πανεπιστήμιο Πειραιώς

*Κωνσταντίνος Φίλης, καθηγητής Διεθνών Σχέσεων και διευθυντής του Ινστιτούτου Διεθνών Υποθέσεων, Αμερικανικό Κολλέγιο Ελλάδος

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT