Η κρίση των Ιμίων ήταν ενδεχομένως η σημαντικότερη και, ασφαλώς, η πιο αναλυτικά μελετημένη στρατιωτική κρίση στη μεταπολεμική ελληνική ιστορία, αλλά δεν ήταν η μόνη έκτακτη κατάσταση των τελευταίων δεκαετιών. Ενδεικτικά θα μπορούσαν να αναφερθούν οι ελληνοτουρκικές κρίσεις του 1987, των S-300 (1997-98), του επεισοδίου Οτζαλάν (1999), του “Oruç Reis” (2020) και του Έβρου (2020), αλλά και έκτακτες καταστάσεις όπως η πανδημία Covid-19 (2020-23) και μια σειρά μεγάλων φυσικών καταστροφών και ατυχημάτων. Δεδομένης της αναμενόμενης αύξησης της συχνότητας εμφάνισης έκτακτων καταστάσεων στο μέλλον, τόσο «παραδοσιακής», όσο και υβριδικής μορφής, θα ήταν χρήσιμη μια προσπάθεια εξαγωγής συμπερασμάτων και προτάσεων πολιτικής όσον αφορά τη διαχείριση κρίσεων στο ιδιαίτερο σύνθετο περιβάλλον ασφαλείας του 21ου αιώνα.
Κατανοώντας τις βασικές αρχές διαχείρισης κρίσεων
Τρεις εισαγωγικές παρατηρήσεις θα βοηθήσουν, ελπίζω, την προσπάθεια κατανόησης των βασικών αρχών διαχείρισης κρίσεων:
Πρώτον, το 2020 η Ελλάδα βρέθηκε αντιμέτωπη με την ανάγκη παράλληλης διαχείρισης δύο σημαντικών κρίσεων: της πανδημίας Covid-19 και της απειλής από την Τουρκία που έλαβε τόσο συμβατική (“Oruç Reis”), όσο και υβριδική μορφή (Έβρος). Το σημερινό δυναμικό και σύνθετο περιβάλλον ασφαλείας καθιστά σαφές ότι η παράλληλη ύπαρξη και ανάπτυξη παραδοσιακών και σύγχρονων προκλήσεων μπορεί να οδηγήσει σε «πολυκρίσεις», δηλαδή στην ταυτόχρονη εμφάνιση διασυνδεδεμένων και επικαλυπτόμενων σύνθετων προβλημάτων. Το προφανές συμπέρασμα είναι ότι χρειάζεται μια νέα θεσμική και επιχειρησιακή κουλτούρα διαχείρισης κρίσεων, η οποία θα μπορεί να απαντά αποτελεσματικά στην πρόκληση των «πολυκρίσεων».
Δεύτερον, χρειάζεται να γίνει μια πρόσθετη αναφορά σε έναν σχετικά νέο τύπο προκλήσεων ασφαλείας, τις λεγόμενες «υβριδικές απειλές» (με σημαντικότερες την κυβερνοασφάλεια και την παραπληροφόρηση), καθώς τα bots είναι εξίσου επικίνδυνα με τις σφαίρες, και τα κακόβουλα λογισμικά το ίδιο ή και περισσότερο καταστροφικά από τις οβίδες και τα παραδοσιακά οπλικά συστήματα. Η κατάσταση περιπλέκεται ακόμη περισσότερο λόγω της δυσκολίας έγκαιρου εντοπισμού και κατανόησης για το αν πρόκειται για τυχαίο γεγονός ή σκόπιμη ενέργεια, για μεμονωμένο περιστατικό ή τμήμα ενός ευρύτερου σχεδίου. Για την αποτελεσματική αντιμετώπιση των υβριδικών απειλών –αλλά και κάθε άλλης απειλής– είναι πλέον απαραίτητη η στενή συνεργασία δημόσιου και ιδιωτικού τομέα (κρίσιμες οντότητες) και της περιφερειακής και τοπικής αυτοδιοίκησης και, εν τέλει, η εμπλοκή ολόκληρης της κοινωνίας (whole of society approach).

Τρίτον, ως διαχείριση ή χειρισμός κρίσεων (crisis management) μπορεί να οριστεί το σύνολο των μέτρων τα οποία προσανατολίζονται στην αποφυγή κλιμάκωσης μιας στρατιωτικής κρίσης ή, αν ο αρχικός στόχος δεν επιτευχθεί, στον περιορισμό της έκτασης και της έντασης της σύγκρουσης. Η διαχείριση κρίσεων είναι περισσότερο μια τέχνη παρά μια επιστήμη, και στηρίζεται στην έμπνευση, σοφία, κρίση και ικανότητα των Ληπτών Αποφάσεων, παρά σε μια προκαθορισμένη φόρμουλα ή σε ένα άκαμπτο σύστημα κανόνων. Πρόκειται για ένα ιδιόμορφο μείγμα αποφασιστικότητας και σύνεσης, αδιαλλαξίας και υποχωρητικότητας, φαινομενικά απρόσεκτης συμπεριφοράς (recklessness) και προσεκτικών ενεργειών και κινήσεων. Η διαχείριση κρίσεων, ένα οικείο φαινόμενο κατά την περίοδο της ευρωπαϊκής ισορροπίας δυνάμεων, απέκτησε νέα σημασία στην εποχή των θερμοπυρηνικών όπλων. Στο σημερινό διεθνές περιβάλλον ασφαλείας, οι κρίσεις γίνονται πιο συχνές, πιο πολύπλοκες, καθώς δεν αφορούν μόνο αμιγώς στρατιωτικά ζητήματα και είναι δυσκολότερα διαχειρίσιμες.
Θα πρέπει να τονιστεί ότι οι οδηγίες διαχείρισης κρίσεων είναι γενικές συμβουλές και όχι συνταγή επιτυχίας. Μια οδηγία ή σειρά οδηγιών δεν καλύπτουν όλες τις περιπτώσεις και τις πιθανές κρίσεις. Οι διαδικασίες διαχείρισης της κρίσης, εφόσον υπάρχει δυνατότητα χρόνου, καλύπτουν τα ακόλουθα στάδια: α) αξιολόγηση της κατάστασης ως κρίσης· β) σωστή αναγνώριση στόχων και επιδιώξεων· γ) διαμόρφωση εναλλακτικών τρόπων ενέργειας. Εξέταση του πιθανού οφέλους και κόστους για κάθε εναλλακτική λύση (ταυτόχρονα, συνεχή αναζήτηση νέων πληροφοριών σχετικά με τις διάφορες εναλλακτικές λύσεις)· δ) επιλογή τρόπου ενέργειας· ε) ανάπτυξη και εφαρμογή σχεδίου ενέργειας· στ) αποκατάσταση-επιστροφή στην κανονικότητα· ζ) Αξιολόγηση-διδάγματα.
Με βάση τα ανωτέρω, μια εξαιρετικά συνοπτική ανάλυση της κρίσης των Ιμίων (σε στρατηγικό και όχι επιχειρησιακό και τακτικό επίπεδο) θα αναδείκνυε ως βασικές αδυναμίες τη μη έγκαιρη διάγνωση της κρίσης, την απουσία έγκαιρου συντονισμού διπλωματικών και στρατιωτικών μέτρων, καθώς και την έλλειψη ενός στρατηγικού σχεδίου αντιμετώπισης των τουρκικών ενεργειών (ενώ, αντίθετα, εγκρίθηκαν ορισμένα αποσπασματικά μέτρα στρατιωτικής φύσης σε τακτικό επίπεδο). Αρνητικό ρόλο έπαιξε και η απουσία του απαραίτητου υποστηρικτικού μηχανισμού του ΚΥΣΕΑ και η ανεπαρκής ενημέρωση και κατανόηση των μελών του Συμβουλίου όσον αφορά τις διαδικασίες διαχείρισης κρίσης και τους κανόνες εμπλοκής. Τέλος, ένας άλλος παράγοντας που επηρέασε αρνητικά τις προσπάθειες διαχείρισης της κρίσης ήταν η έλλειψη ομοιογένειας και συναντίληψης στη λειτουργία του κυβερνητικού μηχανισμού εθνικής ασφαλείας, καθώς η πολιτική ηγεσία ήταν αποφασισμένη να αποφύγει μια πολεμική σύγκρουση, ενώ στις Ένοπλες Δυνάμεις είχε δημιουργηθεί νοοτροπία κλιμάκωσης και προετοιμασίας για επιχειρήσεις. Το πρόβλημα δεν ήταν η ορθότητα της μιας ή της άλλης προσέγγισης, αλλά η απουσία συναντίληψης και κοινής σχεδίασης.
Απέναντι στην πρόκληση των «πολυκρίσεων»
Σε μια προσπάθεια άντλησης διδαγμάτων τόσο από την κρίση των Ιμίων, όσο και από ορισμένες άλλες κρίσεις που αναφέρθηκαν στην αρχή του κειμένου (με την πλειοψηφία των παρατηρήσεων να αναφέρονται σε στρατιωτικές κρίσεις, αλλά αρκετές να αφορούν και άλλους τύπους εκτάκτων αναγκών), θα πρέπει να γίνει αναφορά στην ανάγκη για:
1. Αξιόπιστους ενδείκτες κρίσεων και αποτελεσματικό μηχανισμό συγκέντρωσης, αξιολόγησης και εκμετάλλευσης πληροφοριών, με στόχο την ακριβέστερη δυνατή επίγνωση κατάστασης και την αντιμετώπιση της «ομίχλης της κρίσης και του πολέμου».
2. Ενιαίο κέντρο χειρισμού κρίσεων σε περιπτώσεις «πολύ-υπουργικών» κρίσεων, ύπαρξη συνολικού σχεδίου και των απαραίτητων πρωτοκόλλων αντίδρασης, αλλά και ικανότητα σχεδιασμού και αντίδρασης σε περίπτωση που η εξέλιξη της κρίσης παρεκκλίνει –εκούσια ή ακούσια– από τα σχέδια.
3. Συμβατότητα πρωτοκόλλων διαφορετικών υπουργείων/υπηρεσιών, διασυνδεδεμένα κέντρα επιχειρήσεων, συμβατές επικοινωνίες μεταξύ υπηρεσιών (από το επίπεδο των πρώτων ανταποκριτών έως το στρατηγικό επίπεδο λήψης αποφάσεων), ύπαρξη ασφαλών καταφυγίων και άλλων απαραίτητων
υποδομών.
4. Συχνές και ρεαλιστικές ασκήσεις επί χάρτου και επί του πεδίου σε πολλαπλά επίπεδα. Ιδιαίτερα σημαντική είναι η συμμετοχή της πολιτικής ηγεσίας, καθώς τυχόν περιορισμένη εξοικείωσή της με τις βασικές αρχές χειρισμού κρίσεων και τους Κανόνες Εμπλοκής μπορεί να αποτελέσει σοβαρό μειονέκτημα. Αποφυγή νοοτροπίας «σίγουρου αποτελέσματος» σε ασκήσεις και δοκιμή «διαφορετικών» σεναρίων, συμπερίληψη απρόβλεπτων (πλην όμως πιθανών) εξελίξεων.

5. Συνεχή εκπαίδευση με στόχο την καλλιέργεια της απαραίτητης «κουλτούρας ασφαλείας» και τη δημιουργία μιας κρίσιμης μάζας στελεχών με υψηλό βαθμό συνεκπαίδευσης και συναντίληψης. Υιοθέτηση ολιστικής προσέγγισης (whole of government, whole of society), αλλαγή αντιλήψεων περί αρμοδιοτήτων και τεχνητών διαχωριστικών γραμμών μεταξύ των φορέων.
6. Αναγνώριση σημασίας επικοινωνιακής πολιτικής, καθώς πλέον οι κρίσεις και οι πόλεμοι διεξάγονται ταυτόχρονα στον φυσικό και τον ψηφιακό χώρο. Προσεκτικές δηλώσεις και ανάγκη αποτελεσματικού μηχανισμού στρατηγικών επικοινωνιών.
7. Προσπάθεια άμεσης κινητοποίησης διεθνούς κοινότητας και συμμαχικών χωρών.
8. Ανοικτούς και πολλαπλούς διαύλους επικοινωνίας με την άλλη πλευρά για τη μεταφορά μηνυμάτων και την αποφυγή παρερμηνείας δηλώσεων και ενεργειών.
9. Αξιοποίηση τεχνητής νοημοσύνης και άλλων τεχνολογικών εργαλείων με στόχο την ταχύτερη και ορθότερη λήψη αποφάσεων. Είναι, βεβαίως, απαραίτητο ο άνθρωπος να παραμείνει στην αλυσίδα λήψης αποφάσεων και να υπάρχει συνεχής έλεγχος και υψηλά μέτρα προστασίας των σχετικών συστημάτων, καθώς μπορεί να αποτελέσουν στόχο κυβερνοεπιθέσεων.
10. Χαμηλή τρωτότητα και αντίστοιχα υψηλή ανθεκτικότητα σε κομβικούς τομείς που μειώνουν την ανησυχία για αλυσιδωτές και αλληλοσυνδεόμενες αρνητικές εξελίξεις, και το ενδεχόμενο αδυναμίας ενός κράτους και μιας κοινωνίας να λειτουργήσουν αποτελεσματικά. Συνακόλουθα, μειώνονται οι πιέσεις για «βιαστική» –και πιθανώς λανθασμένη– αντίδραση. Να σημειωθεί εδώ η επιβάρυνση των ληπτών αποφάσεων λόγω πίεσης χρόνου, ψυχολογικού άγχους λόγω των δυνητικών συνεπειών μιας απόφασης και η σωματική κόπωση.
11. Συστηματική προσπάθεια κατανόησης της σκέψης της άλλης πλευράς, αλλά και των συν-ενδιαφερομένων τρίτων. Είναι απαραίτητη η προπαρασκευή στο υπηρεσιακό τουλάχιστον επίπεδο, όπως, π.χ., ασκήσεις προσομοίωσης, όπου μια ομάδα (“Red Team”) ειδικών και στελεχών θα προσπαθεί να σκεφθεί και να δράσει (ή αντιδράσει) όπως «η άλλη πλευρά».
12. Διαδικασία εξαγωγής συμπερασμάτων (lessons learned) από περιστατικά με θετική ή –κυρίως– αρνητική έκβαση. Μετά από κάθε σοβαρή κρίση είναι απαραίτητη η δημιουργία μιας επιτροπής ειδικών με αποστολή την ταχεία ετοιμασία μιας απολύτως αντικειμενικής έκθεσης με διαπιστώσεις και συγκεκριμένες προτάσεις και με πρωταρχικό στόχο τον εντοπισμό και τη διόρθωση των αδυναμιών του κρατικού μηχανισμού και την αποτροπή ανάλογων καταστροφών στο μέλλον (αλλά παράλληλα, βεβαίως, και την επίρριψη ευθυνών σε συγκεκριμένα πρόσωπα).
Παρά τη συνεχιζόμενη ύπαρξη διαχρονικών παθογενειών, η εικόνα όσον αφορά τον μηχανισμό διαχείρισης κρίσεων και αντιμετώπισης εκτάκτων καταστάσεων βαίνει συνεχώς βελτιούμενη. Ωστόσο, η προσπάθεια για βελτίωση του μηχανισμού διαχείρισης κρίσεων και για αύξηση της ανθεκτικότητας δεν σταματά ποτέ, καθώς η πιθανότητα αστοχιών ελλοχεύει ακόμη και στον καλύτερα προετοιμασμένο μηχανισμό, ενώ οι κρίσεις έχουν γίνει πιο σύνθετες και πολυπαραγοντικές. Η ετοιμασία πρωτοκόλλων διαχείρισης και η συχνή δοκιμή τους είναι καθοριστικής σημασίας, η τεχνολογία μπορεί να βοηθήσει σημαντικά, αλλά ο ουσιαστικότερος παράγοντας παραμένουν οι άνθρωποι που λαμβάνουν τις αποφάσεις, οπότε δεν υπάρχει υποκατάστατο της εκπαίδευσης και της εμπειρίας.
*Θάνος Π. Ντόκος, γενικός γραμματέας Εθνικής Ασφαλείας και σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας του πρωθυπουργού

