Ως ανταποκριτές στις ΗΠΑ τις δραματικές ώρες της κρίσης των Ιμίων βρεθήκαμε στο επίκεντρο του διπλωματικού παρασκηνίου με πρωταγωνιστή την Ουάσιγκτον, που απέτρεψε μια ελληνοτουρκική σύρραξη. Η ΕΕ ήταν ουσιαστικά απούσα, ενώ καθοριστική παράμετρο της εξίσωσης αποτέλεσε η Ιταλία, καθώς η νομική βάση για το δίκαιο της ελληνικής θέσης βασιζόταν στο πρωτόκολλο που υπέγραψαν το 1932 η Αθήνα και η Ρώμη.
Η αποδυναμωμένη Τσιλέρ και η αστάθεια στην Αθήνα
Στα χρόνια που ακολούθησαν την κρίση, την προσωπική εμπειρία μας ήρθαν να συμπληρώσουν οι πληροφορίες και τα στοιχεία που αντλήσαμε μέσα από συζητήσεις και συνεντεύξεις με πρωταγωνιστές της περιόδου, αλλά και, κυρίως, 132 απόρρητα τηλεγραφήματα του Στέιτ Ντιπάρτμεντ τα οποία συλλέξαμε αξιοποιώντας τη δυνατότητα που προσφέρει το αμερικανικό σύστημα μέσω του νόμου για την Ελευθερία των Πληροφοριών (Freedom of Information Act), ο οποίος επιτρέπει την αναζήτηση και δημοσίευση εγγράφων του Λευκού Οίκου, του Στέιτ Ντιπάρτμεντ και άλλων υπηρεσιών.
Σε αρκετά τηλεγραφήματα υπήρχαν τμήματα τα οποία δεν είχαν αποχαρακτηρισθεί και άρα δεν είχαμε τη δυνατότητα να διαβάσουμε – αναφορές που κρίνονται ως υπερβολικά ευαίσθητες και οι οποίες μπορεί να θίγουν πρόσωπα και να θέτουν σε κίνδυνο το εθνικό συμφέρον των ΗΠΑ καλύπτονται με την επισήμανση «λογοκριμένο κείμενο». Ωστόσο, ακόμη και μετά την αφαίρεση αυτών των αναφορών, οι πληροφορίες παρέμειναν πολλές και σημαντικές, καθώς έφεραν στο φως τις εκτιμήσεις, τους προβληματισμούς, τις προθέσεις και, τελικά, τις ενέργειες των Αμερικανών όπως αποτυπώνονταν στα δικά τους τηλεγραφήματα.
Το σαφές συμπέρασμα που προκύπτει μέσα από την αμερικανική οπτική είναι ότι η Άγκυρα δημιούργησε ένα σκηνικό πολεμικής σύρραξης εκμεταλλευόμενη την πολιτική αβεβαιότητα στην Αθήνα. Η αποδυναμωμένη πρωθυπουργός της Τουρκίας, Τανσού Τσιλέρ, επιχείρησε να αξιοποιήσει την αστάθεια της περιόδου στην Ελλάδα για να ενισχύσει την εικόνα της στο εσωτερικό, ενώ από την άλλη, ο άπειρος τότε νέος πρωθυπουργός της Ελλάδας, Κώστας Σημίτης, κλήθηκε να διαχειρισθεί τη δυσκολότερη κρίση που αντιμετώπισε η χώρα του μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο.
Καθίσταται, επίσης, σαφές ότι αντί της συνεργασίας και της εμπιστοσύνης, απαραίτητων πυλώνων μιας αποτελεσματικής αντίδρασης σε τέτοιες στιγμές, στην Αθήνα επικράτησαν οι προσωπικές έριδες και η καχυποψία.
Ο Κώστας Σημίτης έδειξε ότι ήταν άνθρωπος χαμηλών τόνων που επιδίωξε, σε πρώτη φάση, να αποφύγει τον πόλεμο και, στην πορεία, να οδηγήσει προς επίλυση τις ελληνοτουρκικές διαφορές. Η «βήμα προς βήμα» προσέγγιση που επινόησε και κατέθεσε στους Αμερικανούς προέβλεπε την παραπομπή, αρχικά, στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης της διαφοράς γύρω από την κυριαρχία των Ιμίων, ενώ η Ελλάδα θα συναινούσε στην Τελωνειακή Ένωση της Τουρκίας με την ΕΕ· στη συνέχεια, την εξέταση από το Διεθνές Δικαστήριο του ζητήματος της υφαλοκρηπίδας. Τέλος, στο θετικό κλίμα που ήλπιζε ότι, εν τω μεταξύ, θα είχε δημιουργηθεί, θα μπορούσαν ενδεχομένως να συζητηθούν άλλες διαφορές.
Στη διάρκεια της κρίσης, ο Θεόδωρος Πάγκαλος δέχθηκε πιέσεις για να υπάρξει μια συνολική διευθέτηση. Είναι χαρακτηριστική η σχετική αναφορά του σε μία από τις επικοινωνίες του με τον Ρίτσαρντ Χόλμπρουκ: «Μπαίνω στη συζήτηση με τον Χόλμπρουκ, ο οποίος μου εμφανίζει μια πρόταση. Με ρωτάει: “Επιζητάτε την αναμέτρηση;” Του απαντώ: “Βεβαίως όχι”. Μου λέει: “Να σταματήσουμε [την αναμέτρηση], να πάμε σε μια διάσκεψη για το καθεστώς στο Αιγαίο; [Εκεί] θα μπορέσετε να θέσετε όλα τα θέματα που θέλετε”. Εγώ λέω: “Όχι! Δεν θα πάμε σε καμία διάσκεψη. Και μεταξύ της διάσκεψης και της αναμέτρησης προτιμούμε την αναμέτρηση. Σε τραπέζι με τους Τούρκους δεν θα καθίσουμε. Ιδιαίτερα με την απειλή των όπλων”».
Η «εύκολη» οδός των ίσων αποστάσεων
Ωστόσο, στα θέματα προς συζήτηση ήρθε ακόμη και η «υπό όρους» αποστρατιωτικοποίηση των Δωδεκανήσων. Κάτι που, σύμφωνα με αμερικανικό τηλεγράφημα, είχε αναφέρει ο Πάγκαλος στον Αμερικανό πρέσβη στην Αθήνα, Τόμας Νάιλς. Το θέμα είχε θιγεί και στο πλαίσιο συνέντευξης του Έλληνα υπουργού Εξωτερικών στον γνωστό Τούρκο δημοσιογράφο Αλί Μπιράντ λίγες εβδομάδες μετά την κρίση.
Οι Σημίτης και Πάγκαλος πίστευαν ότι η συνολική αυτή προσέγγιση αποτελούσε μια στρατηγική απάντηση στο πρόβλημα που δημιούργησε η Τουρκία, την οποία η Ουάσιγκτον βρήκε ενθαρρυντική και την υιοθέτησε. Ωστόσο, και πάλι η προσπάθεια προσέκρουσε στην Άγκυρα, η οποία προέβαλε με μαξιμαλιστικό τρόπο τη θεωρία των «γκρίζων ζωνών» και επέμενε στην πλήρη αποστρατιωτικοποίηση των Δωδεκανήσων.
Από τα αμερικανικά έγγραφα προκύπτει ξεκάθαρα ότι στην αρχή η Ουάσιγκτον προσπαθούσε να αφυπνίσει την «κοιμώμενη» Αθήνα, προειδοποιώντας ότι πλησιάζει μια κρίση. Στη συνέχεια, λειτούργησε «πυροσβεστικά», αποτρέποντας τον πόλεμο. Ταυτόχρονα, όμως, γίνεται σαφές ότι, στην πορεία, η αμερικανική διπλωματία επιχείρησε να αξιοποιήσει την τουρκική πρόκληση για να δημιουργήσει το πλαίσιο που θα οδηγούσε σε έναν εφ’ όλης της ύλης διάλογο για την επίλυση των όποιων διαφορών υπήρχαν στο Αιγαίο.
Οι Αμερικανοί επέλεξαν την «εύκολη» οδό των ίσων αποστάσεων και της ουδετερότητας σε ό,τι αφορά την κυριαρχία των Ιμίων, υποστηρίζοντας ότι δεν μπορούν να αποφασίσουν αυτοί για το καθεστώς των βραχονησίδων, για τις οποίες χρησιμοποιούσαν την ονομασία «Ίμια/Καρντάκ».
Κι όμως, από σειρά εγγράφων προκύπτει ότι στην πορεία αντιλήφθηκαν πως η Ελλάδα είχε δίκιο. Σε ένα από αυτά καταγράφεται το γεγονός ότι «ο Τούρκος πρέσβης στη Ρώμη είχε προειδοποιήσει την πρωθυπουργό Τσιλέρ, πριν από την κρίση των Ιμίων, πως η Ιταλία κατείχε έγγραφα τα οποία αποδείκνυαν πέραν πάσης αμφιβολίας ότι η νησίδα των Ιμίων ανήκε στα Δωδεκάνησα και ήταν επομένως αναμφισβήτητα ελληνική».
Το γεγονός ότι οι ΗΠΑ θεωρούσαν πως η αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας στα Ίμια από την Άγκυρα ήταν αβάσιμη επιβεβαίωσε και ο πρέσβης Τόμας Νάιλς, σε εκτενή συνέντευξή του στον ιστορικό Τσαρλς Στιούαρτ Κένεντι, στο πλαίσιο της «Συλλογής Προφορικής Ιστορίας Εξωτερικών Υποθέσεων» της Ένωσης Διπλωματικών Σπουδών (σ.σ. και σελ. 26-29).
Σε αυτήν, ο Νάιλς επισημαίνει ότι η Ουάσιγκτον αναγνώριζε πως η Ελλάδα είχε δίκιο, ωστόσο επέλεξε να διατηρήσει ουδέτερη στάση, προκειμένου να διευκολύνει την παραπομπή της υπόθεσης στο Διεθνές Δικαστήριο, όπου οι Αμερικανοί –αλλά και οι Τούρκοι– γνώριζαν ότι η Ελλάδα θα δικαιωνόταν. Εκ των υστέρων, ο Νάιλς αναγνωρίζει ότι η αμερικανική προσέγγιση υπήρξε λανθασμένη, καθώς ενίσχυσε τη στρατηγική της Άγκυρας για τη διεύρυνση της ατζέντας των διμερών διαφορών – μια τακτική που συνεχίζεται μέχρι σήμερα.
«Υιοθετήσαμε την άποψη ότι δεν θα παίρναμε θέση για το ζήτημα της κυριαρχίας, αλλά ότι θα ενθαρρύναμε τα κράτη –Ελλάδα και Τουρκία– να το λύσουν», ανέφερε ο έμπειρος Αμερικανός διπλωμάτης και πρόσθεσε: «Προσωπικά πιστεύω ότι αυτό ήταν μεγάλο λάθος. Ξέραμε από τη στιγμή που πήραμε αυτή τη θέση ότι οι Έλληνες είχαν δίκιο στο επιχείρημα της κυριαρχίας. Οι Τούρκοι γνώριζαν ότι ξέραμε πως η θέση τους ήταν πολύ αδύναμη. Όταν αρνηθήκαμε να πάρουμε θέση, στείλαμε ένα μήνυμα στους Τούρκους ότι ετοιμαζόμασταν να επιτρέψουμε ή να μην κάνουμε τίποτα για την επιθετική τουρκική συμπεριφορά προς τους Έλληνες στα εδαφικά ζητήματα στο Αιγαίο. Δεν θέλαμε να προσβάλουμε έναν σημαντικό σύμμαχο, την Τουρκία. Αλλά αυτό οδήγησε σε μια σειρά τουρκικών αξιώσεων και δηλώσεων για εδαφικά ζητήματα του Αιγαίου που δηλητηρίασαν ακόμη περισσότερο τη σχέση με την Ελλάδα».
Έμμεσες ευθύνες έχει και η Ιταλία –η οποία, μάλιστα, εκείνη την περίοδο ασκούσε την προεδρία της ΕΕ–, λόγω της καθυστέρησης με την οποία αντέδρασε σε ένα τόσο λεπτό ζήτημα που αφορούσε την εδαφική ακεραιότητα ενός Ευρωπαίου εταίρου της. Σε τηλεγράφημά του, ο Αμερικανός πρέσβης στην Αθήνα τονίζει ότι «η Ελλάδα μπορεί να ενδιαφέρεται ακόμη περισσότερο να προσφύγει στο Διεθνές Δικαστήριο τώρα που τα επιχειρήματά της φαίνεται να ενισχύονται», και προσθέτει ότι «είμαστε όλοι κάπως ενοχλημένοι από την εξαιρετική βραδύτητα της ιταλικής Προεδρίας όσον αφορά την επίλυση της διαφοράς αυτής».
Η Ουάσιγκτον άφησε το «τζίνι να βγει από το μπουκάλι» και, στη συνέχεια, ανταποκρινόμενη στις ελληνικές επιθυμίες, πρότεινε η ίδια ως πλέον ενδεδειγμένο τρόπο επίλυσης του προβλήματος την παραπομπή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης ή σε οποιονδήποτε άλλο μηχανισμό διαιτησίας. Στα τηλεγραφήματά τους, οι Αμερικανοί εμφανίζονται στην αρχή χαμένοι στον λαβύρινθο της άγνοιας και της σύγχυσης, και στη συνέχεια θύματα και αυτοί της καθυστέρησης των Ιταλών.
Το σημαντικότερο ίσως είναι πως φαίνεται να κατανοούν ότι η ελληνική ανησυχία για τα τουρκικά σχέδια κατάληψης ελληνικών νησιών δεν αποτελεί κάποια ακραία ανυπόστατη φαντασίωση μεμονωμένων εθνικιστικών κύκλων στην Αθήνα, αλλά αντίθετα εδράζεται στην πραγματικότητα: «Η ευάλωτη Ελλάδα απορρίπτει με σθένος την ιδέα αυτή [σ.σ. την αποστρατιωτικοποίηση των Δωδεκανήσων], εν μέρει επειδή οι Έλληνες γνωρίζουν ότι τα πολεμικά σχέδια των Τούρκων προβλέπουν την κατάληψη ορισμένων από τα νησιά», επισημαίνεται σε ένα από τα τηλεγραφήματα. Στο ίδιο τηλεγράφημα αναφέρεται επίσης: «Η Ελλάδα θα δεχτεί την εφαρμογή του Διεθνούς Δικαίου και των συνθηκών και θα προσφύγει στο Διεθνές Δικαστήριο μόνο στα θέματα στα οποία είναι σίγουρη ότι θα επικρατήσει (Ίμια, υφαλοκρηπίδα). Η Τουρκία νιώθει ότι πρέπει να αποκομίσει κάτι από μια συνάντηση στο Διεθνές Δικαστήριο για να εξισορροπήσει τις απώλειες που αναμένει στα ζητήματα των Ιμίων και της υφαλοκρηπίδας, και συγκεκριμένα μια απόφαση για την αποστρατιωτικοποίηση των Δωδεκανήσων».
Η στήριξη στον Κώστα Σημίτη
Από τα τηλεγραφήματα των ημερών που ακολούθησαν την κρίση προκύπτει ότι η κυβέρνηση Κλίντον έκανε τη στρατηγική επιλογή να συνεργαστεί στενά και να στηρίξει τον Κώστα Σημίτη και το ΠΑΣΟΚ. Σε τηλεοπτική συνέντευξή του σε έναν εκ των συγγραφέων του παρόντος κειμένου (Αθανάσιος Έλλις), λίγες ημέρες πριν από τις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 1996, τις οποίες κέρδισε ο Κώστας Σημίτης, ο εκπρόσωπος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, Γκλιν Ντέιβις, εκθείασε την «ωριμότητα» που επέδειξε ο Έλληνας πρωθυπουργός, τον οποίο η Ουάσιγκτον χαρακτήριζε «σοβαρό ηγέτη που κάνει αυτά που υπόσχεται», σε αντίθεση με τον προκάτοχό του, Ανδρέα Παπανδρέου. Μόλις προβλήθηκε η συνέντευξη στον ΑΝΤ1, συνεργάτης του Μιλτιάδη Έβερτ επισήμανε στον δημοσιογράφο –με δόση υπερβολής, είναι αλήθεια– ότι «μετά από αυτά που σου είπε, χάσαμε τις εκλογές».
Οι Αμερικανοί θεωρούσαν ότι ο Κώστας Σημίτης θα μπορούσε να τολμήσει μια νέα σχέση με την Τουρκία, κάτι που όντως επιχείρησε ο Έλληνας πρωθυπουργός, με αφετηρία τη Συμφωνία της Μαδρίτης τον Ιούλιο του 1997. «Ο Σημίτης και ο Πάγκαλος φαίνονται πολύ πιο ρεαλιστές από προηγούμενους Έλληνες ηγέτες στην προσέγγισή τους έναντι των ΗΠΑ αλλά και της Τουρκίας», επισημαίνεται σε ένα από τα τηλεγραφήματα. Σε αντιδιαστολή με τη θετική εικόνα που είχαν σχηματίσει οι Αμερικανοί για τον τότε πρωθυπουργό, περιέγραφαν με αρνητικά έως υποτιμητικά σχόλια τον ηγέτη της ΝΔ, Μιλτιάδη Έβερτ.
Καθώς μέχρι και σήμερα η θεωρία των λεγομένων «γκρίζων ζωνών» εξακολουθεί να αποτελεί παράγοντα έντασης στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, και με δεδομένο ότι στη διάρκεια των τριάντα ετών που έχουν περάσει από την κρίση των Ιμίων η ομαλοποίηση των ελληνοτουρκικών σχέσεων παραμένει σταθερός στόχος των ΗΠΑ, ίσως το σημαντικότερο δίδαγμα της εν λόγω κρίσης είναι πως εάν οι ΗΠΑ είχαν υιοθετήσει εξαρχής μια ξεκάθαρη στάση –τίποτα περισσότερο από αυτό που οι ίδιοι θεωρούσαν σωστό– η εξέλιξη των γεγονότων πιθανώς να ήταν διαφορετική.
Τέλος, από τα τηλεγραφήματα είναι σαφής η στρατηγική που ακολουθεί η Άγκυρα, όπως και η επιρροή που έχουν οι δηλώσεις και πράξεις τρίτων σημαντικών χωρών και κυρίως των ΗΠΑ. Υπό αυτό το πρίσμα, ελπίζεται ότι η κατανόηση αυτής της πραγματικότητας ίσως συμβάλλει στην καλύτερη διαχείριση από όλους μιας άλλης, απευκταίας, κρίσης στο μέλλον.
*Αθανάσιος Έλλις, Διευθυντής της αγγλόφωνης έκδοσης της εφημερίδας «Η Καθημερινή»
*Μιχάλης Ιγνατίου, Ανταποκριτής του Σκάι και της Hellas Journal στην Ουάσιγκτον

