Κατά τη δεκαετία του 1980, οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις, οι οποίες ούτως ή άλλως δεν ήταν ανέφελες από το καλοκαίρι του 1974 κι εξής, πέρασαν από πολλές αναταράξεις. Παρότι οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ διατήρησαν τους δεσμούς της χώρας με τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ, αποδέχθηκαν τη συμμετοχή στην ΕΟΚ και δεν αμφισβήτησαν τον φιλοδυτικό προσανατολισμό της Ελλάδας, οι σχέσεις Αθηνών – Ουάσιγκτον πέρασαν από πολλές αναταράξεις.
Από το φθινόπωρο του 1983, την επαύριον της συνομολόγησης της διμερούς συμφωνίας για τον καθορισμό των όρων συνέχισης της λειτουργίας των αμερικανικών βάσεων και διευκολύνσεων στην Ελλάδα και, ιδίως κατά την περίοδο από την άνοιξη του 1984 έως τα μέσα του 1986, οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις χαρακτηρίστηκαν από ψυχρότητα, αμοιβαία καχυποψία και περιοδικές εντάσεις.
Οι Λιβανέζοι ένοπλοι παραβίασαν τα μέτρα ασφαλείας του διεθνούς αεροδρομίου του Ελληνικού στην Αθήνα και επιβιβάστηκαν στην πτήση της TWA «Κάιρο – Αθήνα – Ρώμη».
Ενα βασικό αίτιο ήταν οι ρητορικές επιθέσεις του Ανδρέα Παπανδρέου και άλλων κυβερνητικών ή κομματικών στελεχών εναντίον της πολιτικής των ΗΠΑ σε διάφορα διεθνή ζητήματα. Η «αντιαμερικανική» στροφή του Παπανδρέου και τα παράλληλα «ανοίγματα» της ελληνικής κυβέρνησης προς το ανατολικό μπλοκ δεν σχετίζονταν με μια (συγκυριακή) «αντιδυτική» στροφή της Αθήνας. Είχαν να κάνουν με την απόπειρα προώθησης της περίφημης «ανεξάρτητης και πολυδιάστατης» εξωτερικής πολιτικής που είχε ευαγγελιστεί ο Παπανδρέου, η οποία εξυπηρετούσε σε μεγάλο βαθμό και εσωτερικές σκοπιμότητες – ιδίως τον κατευνασμό της αριστερής πτέρυγας του ΠΑΣΟΚ, αλλά και του ΚΚΕ.
Αποκλίνουσες αντιλήψεις
Και η αμερικανική πλευρά, βέβαια, δεν ήταν άμοιρη ευθυνών για τις περιοδικές εντάσεις στις ελληνοαμερικανικές σχέσεις κατά την εν λόγω περίοδο. Το αντίθετο μάλιστα. Πέρα από την επιμονή της προεδρίας Ρέιγκαν να μην αναγνωρίζει το γεγονός ότι η Ελλάδα είχε τα δικά της ιδιαίτερα συμφέροντα, αλλά και ευαισθησίες, που δεν μπορούσαν να ιδωθούν και να κατανοηθούν υπό το ψυχροπολεμικό πρίσμα της Ουάσιγκτον, κυριαρχούσε μια εμμονική σχεδόν τάση να αντιμετωπίζεται οποιαδήποτε «ανορθόδοξη» πρωτοβουλία της Αθήνας, ακόμη και αν εκδηλωνόταν σε λεκτικό επίπεδο, ως απόδειξη αντιαμερικανικής διπροσωπίας και δολιότητας του Παπανδρέου.

Ωστόσο, την άνοιξη του 1985, κι ενώ η Ελλάδα είχε εισέλθει σε προεκλογική περίοδο, ο Ανδρέας Παπανδρέου υιοθέτησε πιο μετριοπαθή εξωτερική πολιτική και αναδιπλώθηκε σε πιο «φιλοδυτικές» θέσεις. Επανειλημμένως δήλωσε ότι επιθυμεί καλύτερες σχέσεις με τις ΗΠΑ, ενώ παράλληλα η κυβέρνηση έκανε και φιλοευρωπαϊκή στροφή, έστω διαπραγματευόμενη σκληρά με τους εταίρους της στην ΕΟΚ. Ωστόσο, η έντονη δυσπιστία της προεδρίας Ρέιγκαν έναντι του Παπανδρέου και του ΠΑΣΟΚ και οι αποκλίνουσες αντιλήψεις και πολιτικές της Ουάσιγκτον και της Αθήνας σε σειρά διεθνών ζητημάτων, ιδίως στη Μέση Ανατολή και στην Ανατολική Μεσόγειο (παλαιστινιακό ζήτημα, σχέσεις με λιβυκό καθεστώς Καντάφι και γενικότερα με «ριζοσπαστικά» καθεστώτα του αραβικού κόσμου, αντιμετώπιση διεθνούς –και όχι μόνο– τρομοκρατίας) δεν κατέστησαν εφικτή μια ουσιαστική προσέγγιση των δύο μερών στη δεδομένη συγκυρία.
Παράλληλα, η αδυναμία της ελληνικής κυβέρνησης και των αρχών ασφαλείας να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά την τρομοκρατία εντός της χώρας προκαλούσε προβληματισμό στους Αμερικανούς αξιωματούχους. Τα περιστατικά τρομοκρατικής βίας, με στόχο, μεταξύ άλλων, Αμερικανούς πολίτες και εγκαταστάσεις, παρουσίαζαν αύξηση στην Ελλάδα – αν και, πρέπει επίσης να σημειωθεί, ότι σε άλλα κράτη της Δυτικής Ευρώπης το φαινόμενο συχνά είχε μεγαλύτερες διαστάσεις, δίχως όμως να επηρεάζονται οι σχέσεις τους με τις ΗΠΑ.
Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια ακρόασης στο Κογκρέσο, ο υπουργός Αμυνας των Ηνωμένων Πολιτειών, Κάσπαρ Ουαϊνμπέργκερ, συσχέτισε ευθέως τη διενέργεια βομβιστικής επίθεσης σε μπαρ στη Γλυφάδα τον Φεβρουάριο του 1985, οπότε τραυματίστηκαν πολλές δεκάδες άτομα (εκ των οποίων πολλοί Αμερικανοί), με το κλίμα αντιαμερικανισμού που είχε καλλιεργηθεί στην Ελλάδα.
Επίσης, σε τηλεγραφήματα και συνομιλίες μεταξύ Αμερικανών και Βρετανών διπλωματών αποτυπώνεται η απογοήτευση των ΗΠΑ από την ελληνική στάση στο ζήτημα της (μη) αντιμετώπισης της εγχώριας και της διεθνούς τρομοκρατίας, αλλά και η ετοιμότητα Αμερικανών αξιωματούχων να εκθέσουν την Ελλάδα διεθνώς. Οπως παρατηρούσε ο τότε Αμερικανός πρέσβης Μοντίγκλ Στερνς, η ατμόσφαιρα στην Ουάσιγκτον ήταν τέτοια, ώστε οποιαδήποτε προσπάθεια εξομάλυνσης των σχέσεων φαινόταν μάταιη, λόγω της βαθιάς καχυποψίας έναντι του Παπανδρέου στους κόλπους του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος και του Λευκού Οίκου.

Αυτό ήταν το κλίμα όταν το ΠΑΣΟΚ κέρδισε τις εκλογές της 2ας Ιουνίου και ο Ανδρέας Παπανδρέου σχημάτισε εκ νέου κυβέρνηση. Δώδεκα ημέρες αργότερα, έλαβε χώρα το περιστατικό αεροπειρατείας, που υπήρξε η αφορμή για την περαιτέρω –έστω πρόσκαιρη– επιδείνωση των ελληνοαμερικανικών σχέσεων. Η αεροπειρατεία της πτήσης TWA 847, που ξεκίνησε στις 14 Ιουνίου 1985 –έπειτα από παραβίαση της ασφάλειας του τότε διεθνούς αερολιμένα Αθηνών στο Ελληνικό από Λιβανέζους σιίτες τρομοκράτες– εξελίχθηκε σε διεθνή κρίση που διήρκεσε δεκαεπτά ημέρες. Το βασικό αίτημα των αεροπειρατών ήταν η απελευθέρωση περίπου 785 φυλακισμένων στο Ισραήλ Λιβανέζων σιιτών, ενώ το αεροπλάνο κατευθύνθηκε και στάθμευσε εναλλάξ τρεις φορές στη Βηρυτό και δύο στο Αλγέρι. Στη διάρκεια του επεισοδίου εκτελέστηκε ένας Αμερικανός στρατιωτικός, επιβάτης της πτήσης, γεγονός που επέτεινε την οργή της αμερικανικής κυβέρνησης. Ο πρόεδρος Ρέιγκαν, σε έντονο ύφος, καταδίκασε την ενέργεια και δεσμεύθηκε για μηδενική ανοχή στην τρομοκρατία.
Μυστικές συνεννοήσεις
Αν και η κυβέρνηση των ΗΠΑ δεν διαπραγματεύθηκε απευθείας με τους δράστες, ήρθε τελικά σε μυστικές συνεννοήσεις με τρίτες χώρες –κυρίως τη Συρία, σε ρόλο μεσολαβητή, και το Ισραήλ, το οποίο απελευθέρωσε από τις φυλακές του πολλές εκατοντάδες Λιβανέζους σιίτες μαχητές– οι οποίες συνέδραμαν με τις ενέργειές τους στην απελευθέρωση των ομήρων (πρακτική που, σημειωτέον, παρά τις επίσημες διακηρύξεις τους περί μη διαπραγμάτευσης με τρομοκράτες, ακολούθησαν συστηματικά οι ΗΠΑ κατά τη δεκαετία του 1980 προκειμένου να επιτυγχάνουν ιδίως την απελευθέρωση Αμερικανών ομήρων απαχθέντων στον Λίβανο από τη Χεζμπολάχ και άλλες τρομοκρατικές ομάδες).
Παρότι και άλλες ευρωπαϊκές χώρες είχαν πληγεί από τρομοκρατικά περιστατικά, η ανεπάρκεια των μέτρων ασφαλείας στο διεθνές αεροδρόμιο του Ελληνικού είχε από καιρό προκαλέσει ανησυχίες. Η IATA (Διεθνής Ενωση Αερομεταφορών) είχε προβεί ήδη από το 1980 σε επιθεωρήσεις και προτάσεις, οι οποίες όμως απορρίφθηκαν από την ελληνική πλευρά. Καταγγελίες για αδιαφορία του προσωπικού ασφαλείας, επιβεβαιωμένες από σχετική αλληλογραφία της IATA, ενίσχυσαν διεθνώς την εντύπωση της αδιαφορίας και παραμέλησης. Εν τω μεταξύ, η απόφαση της ελληνικής κυβέρνησης να αποδεχθεί το αίτημα των αεροπειρατών και να απελευθερώσει τον συνεργό τους, Αλή Ατβά, με αντάλλαγμα την απελευθέρωση των οκτώ Ελλήνων επιβατών, αποτέλεσε αντικείμενο οξύτατης αμερικανικής κριτικής.
Το κόστος της ταξιδιωτικής οδηγίας για την Ελλάδα ήταν μεγάλο: απώλειες εκατοντάδων εκατομμυρίων δολαρίων από τη μείωση του τουριστικού ρεύματος και διασυρμός στη διεθνή κοινότητα.
Η χρήση ενός νέου αμερικανικού «όπλου»
Το περιστατικό έλαβε άλλο χαρακτήρα και βαρύτητα μετά την απόφαση της κυβέρνησης Ρέιγκαν να εκδώσει μονομερώς, δίχως κάποια διαβούλευση με την ελληνική κυβέρνηση, αλλά ούτε και την αμερικανική πρεσβεία στην Αθήνα, ταξιδιωτική οδηγία κατά της Ελλάδας, να συστήσει την αναστολή πτήσεων από αμερικανικές αεροπορικές εταιρείες και να απαιτήσει την άμεση συμμόρφωση της Ελλάδας με διεθνείς συμβάσεις ασφαλείας.
Ηταν μία από τις πρώτες φορές που χρησιμοποιήθηκε το νέο, εκείνη την περίοδο, «όπλο» της έκδοσης ταξιδιωτικής οδηγίας, και μάλιστα εναντίον μιας συμμαχικής χώρας που εξαρτιόταν από τον τουρισμό (και, τότε, σε σημαντικό βαθμό από την αγορά των ΗΠΑ).
Επισήμως, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ υιοθέτησε τη θέση ότι η ταξιδιωτική οδηγία ήταν αποτέλεσμα της εξακολουθητικής αποτυχίας των ελληνικών αρχών, παρά τις προειδοποιήσεις, να ενισχύσουν τα μέτρα ασφαλείας στο Ελληνικό, παρότι μάλιστα η αμερικανική πλευρά είχε προθυμοποιηθεί να συνδράμει. Αν και η επιχειρηματολογία εκείνη είχε κάποια βάση, οι παραβιάσεις της ασφάλειας των αεροδρομίων υπήρξαν κάθε άλλο παρά αποκλειστικό ελληνικό φαινόμενο. Οι ΗΠΑ, όμως, δεν έλαβαν κάποιο μέτρο σε άλλα ανάλογα ή πολύ σοβαρότερα περιστατικά.

Η ελληνική κυβέρνηση αντέδρασε δημοσίως και έντονα στα αμερικανικά μέτρα. Χαρακτήρισε τις ενέργειες των ΗΠΑ άδικες και πολιτικά υποκινούμενες, καταγγέλλοντας διεθνή εκστρατεία δυσφήμησης και την άδικη μεταχείριση της Ελλάδας ως «αποδιοπομπαίου τράγου». Ο ελληνικός Τύπος έκανε λόγο για αμερικανικές εκβιαστικές τακτικές, ενώ η κυβέρνηση πρόβαλε το επιχείρημα πως αντίστοιχα περιστατικά σε άλλα διεθνή αεροδρόμια δεν αντιμετωπίστηκαν με παρόμοια μέτρα. Παρότι εντός Ελλάδος υπήρξαν φωνές που αναγνώριζαν διαχρονικές αδυναμίες στο σύστημα ασφαλείας, η επικρατούσα αντίληψη ήταν εκείνη της σκόπιμης πολιτικής στοχοποίησης. Η στάση των ΗΠΑ ερμηνεύθηκε από μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης ως προσβολή της εθνικής κυριαρχίας και εργαλείο οικονομικής πίεσης.
Η κυβέρνηση Παπανδρέου, πάντως, παρά τη ρητορική της, προχώρησε σε αναβάθμιση των μέτρων ασφαλείας, επιχειρώντας να αποκαταστήσει την εικόνα της Ελλάδας και να προλάβει περαιτέρω επιδείνωση των ελληνοαμερικανικών σχέσεων. Αλλά και η αμερικανική πλευρά απέφυγε να λάβει πιο αυστηρά μέτρα (όπως απαγόρευση των πτήσεων της Ολυμπιακής Αεροπορίας στις ΗΠΑ) και να ρίξει λάδι στη φωτιά. Στις 22 Ιουλίου του 1985, και έπειτα από νέες επιθεωρήσεις από την IATA και την αμερικανική Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Αεροπορίας (FAA), η ταξιδιωτική οδηγία ανεστάλη.
Το πολιτικό και οικονομικό κόστος για την Ελλάδα ήταν ήδη μεγάλο: απώλειες εκατοντάδων εκατομμυρίων δολαρίων από τη μείωση του τουριστικού ρεύματος, διασυρμός στη διεθνή κοινότητα και, προσωρινά, περαιτέρω επιβάρυνση του κλίματος στις ελληνοαμερικανικές σχέσεις. Πράγματι, οι διμερείς σχέσεις άρχισαν να βελτιώνονται με αργό ρυθμό. Στη σταδιακή εξομάλυνσή τους συνέβαλε το γεγονός ότι κατά τους επόμενους μήνες επισκέφθηκαν την Αθήνα Αμερικανοί υφυπουργοί Εξωτερικών, ενώ τον Μάιο του 1986 προσήλθε για συνομιλίες και ο υπουργός Εξωτερικών Τζορτζ Σουλτς. Παρ’ όλα αυτά, το κλίμα παρέμεινε αρκετά ψυχρό μέχρι και το 1987.
*Ο κ. Διονύσης Χουρχούλης είναι επίκουρος καθηγητής του Ιόνιου Πανεπιστημίου.
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΕΥΑΝΘΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

