Καθισμένο μπροστά στο σπίτι του σε έναν υπέροχο ελαιώνα στο νησί των Οθωνών το 2012, συνάντησα τον πρώην ναυτικό, «Αμερικάνο», τον Σπυρογιάννη Κατέχη, 82 ετών. Φοιτήτρια τότε, ήμουν μέλος μιας επιστημονικής αποστολής του Τμήματος Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου για την ανάδειξη της άγνωστης νεότερης ναυτικής ιστορίας του νησιού. Τις δεκαετίες 1950-1960 τα τρίτα τέταρτα των ανδρών του νησιού, όπως ανέδειξε η έρευνα στα αρχεία των δημοτολογίων της Κέρκυρας, ήταν ναυτικοί. Ο Σπυρογιάννης Κατέχης, όπως οι περισσότεροι συνομήλικοί του, μπάρκαρε και έγινε ναυτικός σε ελληνικά βαπόρια.
«Πέρασα και καλά και άσχημα στη θάλασσα», μας είπε. Ο Σπυρογιάννης Κατέχης, μετά μία δεκαπενταετία στη θάλασσα, μία από τις φορές που το βαπόρι του προσέγγισε την Αμερική ξεμπάρκαρε ως παράνομος μετανάστης. Κατάφερε να μείνει στη Νέα Υόρκη τα επόμενα σαράντα χρόνια. Οταν πήρε σύνταξη, γύρισε στο νησί του κι έχτισε το σπίτι του στους Οθωνούς, «από όπου δεν το κουνάω», όπως δήλωσε. «Τι κάνατε στην Αμερική;», τον ρώτησα. Με κοιτάζει, χαμογελάει και μου λέει: «Επλυνα τόσα πιάτα στην Αμερική την ημέρα, ίσα με το χαλίκι που βρίσκεται κάτω στην Αμμο». Η Αμμος είναι η παραλία των Οθωνών. Με πολύ μικρή απόσταση από την Κέρκυρα, ήταν γνωστό ότι στους Οθωνούς οι «Αμερικάνοι», δηλαδή μετανάστες της Αμερικής, γύριζαν στο νησί τους, έχτιζαν ωραία σπίτια ή ανακαίνιζαν τα πατρικά τους.
Οι Οθωνοί ανήκουν στο αρχιπέλαγος των Διαποντίων, ένα σύμπλεγμα που περιλαμβάνει 153 νησιά και βραχονησίδες, εκ των οποίων τα κατοικημένα είναι τρία, με μεγαλύτερο τους Οθωνούς (10,45 τ. χλμ.), με την Ερείκουσα και το Μαθράκι να ακολουθούν. Η θέση των Οθωνών, που αναδεικνύεται στους βυζαντινούς χρόνους ως σηματοδότης της εισόδου στην Αδριατική, αποτέλεσε καθοριστικό παράγοντα για τη μετέπειτα πορεία του νησιού.
Οι Βενετοί αξιοποίησαν τη γεωστρατηγική του θέση και στη βορειοανατολική του άκρη, στο ακρωτήριο Καστρί, έχτισαν κάστρο, τα ερείπια του οποίου είναι ορατά. Στη διάρκεια της Αγγλοκρατίας φαίνεται επίσης ότι είχαν εγκατασταθεί Αγγλοι στο νησί, όπως αποδεικνύει το επώνυμο Γρήγγουδ (εκ του Greenwood). Η έρευνα σε νηολόγια στα μέσα του 19ου αιώνα έδειξε ότι οι Οθωνοί είχαν αναπτύξει σημαντικό ιστιοφόρο στόλο και αναδείχθηκαν ως ο κύριος εμπορικός στόλος της Κέρκυρας.
Στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα οι Οθωνιώτες συνέχισαν την εμπλοκή τους στη ναυτιλία με μικρά ιστιοφόρα στις θαλάσσιες μεταφορές κοντινών αποστάσεων με τις απέναντι ακτές, ενώ σημαντικός αριθμός των ανδρών του νησιού από τη δεκαετία του 1920 και έπειτα εργάστηκαν ως ναυτικοί σε ατμόπλοια. Στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα η εξέλιξη του πληθυσμού από περίπου 1.000 άτομα μειώνεται δραστικά, καθώς πολλοί κάτοικοι πήραν τον δρόμο της μετανάστευσης, είτε προς την Κέρκυρα είτε προς τα ελληνικά αστικά κέντρα είτε προς την Αμερική, κυρίως προς Αλαμπάμα, Νέα Υόρκη και Βοστώνη. Η επιστροφή των μεταναστών στα τέλη του 20ού αιώνα και ο τουρισμός ανέστρεψαν μερικώς τη φθίνουσα πορεία του πληθυσμού.
«Η θάλασσα ήταν το ψωμί μας, αλλά και η κατάρα μας. Θυμάμαι τον πατέρα μου να λείπει χρόνια. Κι όταν γύριζε, όλο το χωριό κατέβαινε στο λιμάνι να τον υποδεχθεί. Ηταν μια μεγάλη γιορτή για το νησί».
Φθάνοντας στους Οθωνούς με το καράβι, ο επισκέπτης παρατηρεί ένα νησί κατά βάσιν ορεινό που προβάλλεται καταπράσινο από τα ψηλά κυπαρίσσια και τις ελιές, που ήταν και η βασική καλλιέργεια στο νησί. Ο πρώτος οικισμός που συναντάει ο επισκέπτης είναι η Αμμος, χτισμένη στον όρμο, όπου λειτουργεί ως διοικητικό κέντρο και λιμάνι του νησιού. Στην Αμμο συναντάμε τον λιμενικό σταθμό, ένα μικρό αστυνομικό τμήμα, το γραφείο της Κοινότητας Οθωνών και το δημοτικό σχολείο, ένα νεοκλασικό κτίριο χρονολογημένο από το 1912, όπου φιλοξενούνταν άλλοτε οι μαθητές του νησιού.
Σήμερα, η πρόσφατη απόκτηση ενός υπερσύγχρονου περιπολικού σκάφους για τον λιμενικό σταθμό των Οθωνών αποτελεί μια νέα σελίδα στην ιστορία του νησιού, επιβεβαιώνοντας τη στρατηγική σημασία του.
«Το ψωμί μας»
Ο Σπύρος Κατέχης περιγράφει τη στενή σύνδεση των Οθωνιωτών με τη θάλασσα και τον καθοριστικό ρόλο της στην κοινωνική ζωή του νησιού: «Δεν υπήρχε σπίτι στους Οθωνούς που να μην είχε έναν ναυτικό. Η θάλασσα ήταν το ψωμί μας, αλλά και η κατάρα μας. Θυμάμαι τον πατέρα μου να λείπει χρόνια. Κι όταν γύριζε, όλο το χωριό κατέβαινε στο λιμάνι να τον υποδεχθεί. Ηταν μια μεγάλη γιορτή για το νησί». Στους Οθωνούς εντοπίζονται κυρίως 14 οικογένειες, όλες με ναυτική παράδοση: οι Κατέχη, Κασσίμη, Αργυρού, Μάστορα, Αυλωνίτη, Μάνεση, Αρώνη, Διαλιέτου, Μαλίτση, Κέντρου, Γρήγγουδ, Πουλημά, Τσίρου και Φραγκόπουλου.
Οι ναυτικοί του νησιού δραστηριοποιούνταν σε ποντοπόρες μεταφορές, ενώ πολλές οικογένειες διατηρούσαν ιδιόκτητα πλοία, όπως σκούνες, τραμπάκουλα και μπρίκια, τα οποία έπλεαν στη Μεσόγειο και στην Αδριατική. Το μεγαλύτερο μέρος του ανδρικού πληθυσμού εργάστηκε στη θάλασσα, είτε ως ναυτικοί είτε ως πλοιοκτήτες και σε μικρότερο βαθμό ως αλιείς.
Το θαλάσσιο εμπόριο αποτελούσε έναν από τους βασικούς πυλώνες της οικονομικής δραστηριότητας, με τους Οθωνιώτες να εμπορεύονται προϊόντα όπως το λάδι, η σταφίδα και τα ψάρια, ενώ παράλληλα εισήγαν διάφορα είδη διατροφής από την Ιταλία, τη Μάλτα και την Κέρκυρα. Η ναυπήγηση και η συντήρηση των πλοίων τους γινόταν στα καρνάγια της Κέρκυρας. Βασικά προϊόντα μεταφοράς ήταν το ντόπιο λάδι αλλά και το κερκυραϊκό στα παράλια της Ηπείρου, Αλβανίας, Ιταλίας και Μάλτας, καθώς και άλλα γενικά φορτία.

Η «Ουρανία»
Από τα πιο γνωστά ιστιοφόρα του νησιού είναι η σκούνα «Ουρανία» του Γεωργίου Αργυρού, κατασκευασμένη στο Φιούμε της Ιταλίας το 1879. Είχε χωρητικότητα 69 τόνων και πουλήθηκε παραμονές του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η «Ουρανία» με οθωνιώτικο πλήρωμα ταξίδευε στην Τεργέστη, στο Δυρράχιο, στη Μασσαλία και στην Ιταλία. Ενας από τους Οθωνιώτες που δούλευε στη σκούνα αυτή ήταν ο Αλέξανδρος Αρώνης (1885-1945), ο οποίος μετά την πώληση της σκούνας πήγε στην Αλαμπάμα στην Αμερική και γύρισε στους Οθωνούς το 1925, φέρνοντας το πρώτο μηχανοκίνητο ελαιοτριβείο στο νησί.
Η πιο μεγάλη σε χωρητικότητα σκούνα ήταν η «Βηθλεέμ» του Γεωργίου Φραγκόπουλου, το 1889, χωρητικότητας 350 τόνων. Η εμπορική δραστηριότητα περιελάμβανε ένα τριγωνικό εμπόριο μεταξύ Οθωνών, Ιταλίας και Κέρκυρας, αλλά και στα παράλια της απέναντι ακτής. Η σκούνα πουλήθηκε 5.000 δραχμές σε Χιώτες εφοπλιστές στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Αργότερα, στο γύρισμα του αιώνα, όταν μπήκαν τα ατμόπλοια για τα καλά στη ζωή των ναυτικών, οι Οθωνιώτες έγιναν πληρώματα σε ατμόπλοια κυρίως άλλων Ιονίων, Κεφαλονιτών και Ιθακησίων. Επειδή στους Οθωνούς υπήρχε δημοτικό και όχι γυμνάσιο, οι Οθωνιώτες μόνο πληρώματα μπορούσαν να παραμείνουν και όχι να εξελιχθούν σε καπετάνιους ή μηχανικούς. Υπήρχαν όμως και κάποιοι που πήγαν στον Πειραιά και τελείωσαν μηχανικοί στη σχολή μηχανικών «Προμηθέας», όπως μας δήλωσαν.
Στην αυγή του 20ού αιώνα οι Οθωνιώτες δούλεψαν σε ατμόπλοια. Ομως, επειδή στους Οθωνούς υπήρχε δημοτικό και όχι γυμνάσιο, δεν μπορούσαν να εξελιχθούν σε καπετάνιους ή μηχανικούς.
Ο Κωνσταντίνος Φραγκόπουλος, 90 ετών, περιέγραψε τη ναυτική πορεία του με μια αίσθηση υπερηφάνειας: «Εγύρισα την Υδρόγειο τρεις φορές. Η ζωή στη θάλασσα δεν ήταν εύκολη, αλλά ήταν ο μόνος τρόπος για να ζήσουμε». Ανάμεσα στις ιστορίες των Οθωνιωτών ναυτικών ξεχωρίζουν και εκείνες που περιγράφουν τα ταξίδια και τις εμπειρίες τους. Ο Σπύρος Κατέχης, γνωστός ως «Μπουρτουλής» στους Οθωνούς, ανακάλεσε στη μνήμη του ευχάριστες στιγμές στην Κούβα: «Οταν ήμασταν στην Κούβα για να μεταφέρουμε ζάχαρη στη Ρωσία, περίμεναν εκτός από τα ξένα και άλλα 40 ελληνικά καράβια για να μεταφέρουν το ζαχαροκάλαμο. Η παραμονή μας στο λιμάνι παρατάθηκε και γνώρισα έναν Κουβανό. Κάναμε παρέα και έβγαινα κάθε απόγευμα από το πλοίο με πορτοκάλια και διάφορα άλλα πράγματα, πήγαινα σπίτι του και απολαμβάναμε τηγανιτές μπανάνες».
Οι γυναίκες
Οι Οθωνιώτισσες που έμεναν πίσω ήταν σύζυγοι ναυτών, θαλαμηπόλων ή μαγείρων, δεν ήταν καπετάνισσες. Αυτές αποτελούσαν την κινητήριο δύναμη του νησιού, καθώς απασχολούνταν με πάσης φύσεως αγροτικές εργασίες, καλλιέργειες, συγκομιδή της ελιάς, κτηνοτροφία, οικιακές εργασίες. Οι γυναίκες καλούνταν να αντιμετωπίσουν τις δυσκολίες της φτώχειας, αλλά και της μοναξιάς, μέσα από τη σκληρή δουλειά. «Φορούσαμε ένα φόρεμα όλη την εβδομάδα από την ανάποδη, το οποίο πλέναμε το Σάββατο στον φούρνο με ξύλα, ώστε να το φορέσουμε την Κυριακή από την ορθή μεριά, για να πάμε στην Εκκλησία», μας είπε η Ανδριανούλα Φραγκοπούλου, ετών 86.

Οι γυναίκες των ναυτικών, όπως και οι γυναίκες των μεταναστών που έμεναν στο νησί, καλούνταν να παίξουν και τον ρόλο του πατέρα όποτε υπήρχαν παιδιά. Σε αυτήν την περίπτωση πολύ περισσότερο, ζούσαν με την έγνοια του συζύγου τους που βρισκόταν στη θάλασσα και με την αγωνία της άφιξής του πίσω στους Οθωνούς και την αποστολή κάποιων χρημάτων στην οικογένεια. Γιατί μερικοί άνδρες δεν γύρισαν ποτέ. Ολες περίμεναν ανυπόμονα αλλά και σιωπηλά την αλληλογραφία στο λιμάνι του νησιού για νέα από τα αγαπημένα τους πρόσωπα. Η ελπίδα ότι σύντομα θα ξαναγύριζαν δεν έσβηνε ποτέ, σε ένα επάγγελμα όπου η απουσία του άνδρα ήταν τόσο ηχηρή. Μας έδειξαν τα γράμματα και τις κάρτες με τις λιγοστές φράσεις:
«Εύχομαι να είσαι καλά», «Μου λείπεις», «Ελπίζω να σε σφίξω σύντομα στην αγκαλιά μου». «Είχα να δω τον πατέρα μου τόσο πολύ καιρό, που όταν τον αντίκρισα τον αποκάλεσα “κύριο”», μας είπε η Σπυριδούλα Κόκοτος, 57 ετών.
Οι ιστορίες των Οθωνιωτών ναυτικών και των οικογένειών τους δεν είναι απλώς μνήμες μιας περασμένης εποχής, αποτελούν επίσης κομμάτι της συλλογικής ταυτότητας του νησιού. Η ναυτική ζωή με τις δυσκολίες, τις θυσίες, αλλά και τις στιγμές περηφάνιας και αλληλεγγύης, διαμόρφωσε την κουλτούρα του νησιού. Η θάλασσα υπήρξε ταυτόχρονα πηγή ζωής και πεδίο δοκιμασιών, δημιουργώντας δεσμούς ανάμεσα στους ανθρώπους και στο νησί, που διατηρούνται μέχρι και σήμερα.
*Η δρ Δήμητρα Καρδακάρη εργάζεται στο Κέντρο Ναυτιλιακής Ιστορίας, Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών – ΙΤΕ.

