Η είδηση για την κήρυξη της Επανάστασης στην Καλαμάτα, την Πάτρα και τα Καλάβρυτα διαδόθηκε μέσα σε λίγες ημέρες σε ολόκληρη την Πελοπόννησο προκαλώντας τον ενθουσιασμό των Ελλήνων κατοίκων της. Στα τέλη Μαρτίου του 1821 σχεδόν όλοι οι Ελληνες της Πελοποννήσου βρίσκονταν στα όπλα, ερχόμενοι σε συγκρούσεις με τις τοπικές οθωμανικές φρουρές, οι οποίες είχαν αναζητήσει καταφύγιο σε οχυρά κάστρα.
Στις 27 Μαρτίου οι Ελληνες της περιοχής της Κορίνθου πολιόρκησαν το κάστρο του Ακροκορίνθου. Σύντομα, οι Ελληνες κατέλαβαν τα περάσματα προς τη Στερεά Ελλάδα και προς το Αργος, αποκλείοντας τους πολιορκημένους στον απότομο βράχο Οθωμανούς.
Κατά τη διάρκεια των ημερών του Πάσχα του 1821, φάνηκαν οι πρώτες διαφωνίες ανάμεσα στους πολιορκητές. Η κατάσταση δεν βελτιώθηκε ούτε με την άφιξη του Γρηγορίου Δικαίου Παπαφλέσσα στις αρχές Απριλίου. Παράλληλα, η πολιορκία του γειτονικού Ναυπλίου βρισκόταν σε εξίσου δυσχερή κατάσταση. Την Κυριακή του Πάσχα, οι Οθωμανοί στρατιώτες πραγματοποίησαν έξοδο από την πόλη, διασκορπίζοντας τους Ελληνες πολιορκητές της, δείγμα της κακής οργάνωσης της πολιορκίας εκ μέρους των τελευταίων.
Στα μέσα Μαΐου του 1821, ο Αναγνώστης Πετμεζάς αναδιοργάνωσε την πολιορκία του Ακροκορίνθου, έχοντας τη βοήθεια μερικών Υδραίων, καθώς και ενόπλων από τον Πειραιά και τον Πόρο. Ωστόσο, και πάλι οι Ελληνες δεν κατάφεραν να καταλάβουν αυτή την οχυρή θέση. Οι 800 περίπου Οθωμανοί στρατιώτες απέκρουαν διαρκώς τις επιθέσεις των Ελλήνων, κατορθώνοντας να ανεφοδιάζονται συχνά πραγματοποιώντας εξόδους. Μετά την πτώση της Τριπολιτσάς, όμως, η κατάσταση άρχισε να γίνεται ολοένα και χειρότερη για τους υπερασπιστές του Ακροκορίνθου, καθότι η προσοχή των Ελλήνων της Πελοποννήσου προσηλώθηκε στην κατάληψή του.
Καθώς καθυστερούσε, όμως, η άφιξη ενισχύσεων, οι υπερασπιστές του Ακροκορίνθου αναγκάστηκαν να εισέλθουν σε διαπραγματεύσεις στις αρχές Ιανουαρίου του 1822
Αναμφίβολα, το ενδιαφέρον πολλών από τους πολιορκητές του Ακροκορίνθου προσέλκυε ο μεγάλος θησαυρός του Κιαμίλ μπέη που φημολογείτο ότι βρισκόταν κρυμμένος στο κάστρο. Μέσα στον Δεκέμβριο του 1821, στρατοπέδευσαν γύρω από τον Ακροκόρινθο σχεδόν όλοι οι μεγάλοι οπλαρχηγοί της Πελοποννήσου, όπως ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και ο Δημήτριος Υψηλάντης. Προσδοκώντας την έγκαιρη άφιξη ενισχύσεων, οι Οθωμανοί προσπάθησαν να καθυστερήσουν τις διαπραγματεύσεις με τους Ελληνες για την παράδοση του φρουρίου προφασιζόμενοι διάφορες δικαιολογίες.
Καθώς καθυστερούσε, όμως, η άφιξη ενισχύσεων, οι υπερασπιστές του Ακροκορίνθου αναγκάστηκαν να εισέλθουν σε διαπραγματεύσεις στις αρχές Ιανουαρίου του 1822. Πρώτα, στις 10 Ιανουαρίου, παραδόθηκαν οι αλβανόφωνοι μουσουλμάνοι στρατιώτες του Κιαμίλ μπέη και στη συνέχεια οι Λαλαίοι.
Βλέποντας τους στρατιώτες του να μειώνονται σε αριθμό, ο Κιαμίλ μπέης συμφώνησε να παραδώσει το φρούριο στις 14 Ιανουαρίου 1822. Η συμφωνία της παράδοσης υπογράφτηκε από την πλευρά των Ελλήνων από τον Πετρόμπεη, τον Υψηλάντη, τον Κολοκοτρώνη, τον Αναγνωσταρά και τον Παναγιώτη Γιατράκο.
Αξίζει να τονιστεί, ότι, σε αντίθεση με άλλες καταλήψεις πόλεων και φρουρίων, σημαντικό ποσό από τα λάφυρα που συγκεντρώθηκαν από την κατάληψη του Ακροκορίνθου περιήλθε, με μέριμνα του Υψηλάντη, στο δημόσιο ταμείο για τη χρηματοδότηση των αναγκών του Αγώνα.
Επιμέλεια στήλης: Μυρτώ Κατσίγερα, Βασίλης Μηνακάκης, Αντιγόνη-Δέσποινα Ποιμενίδου, Αθανάσιος Συροπλάκης

