Οταν ο Ιουστινιανός ανήλθε στον θρόνο, το 527, ήταν ένας ώριμος άνδρας ηλικίας 45 ετών, ικανός να διαχειριστεί μόνος του τις τύχες της τεράστιας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Κατά την περίοδο της διακυβέρνησης του θείου του Ιουστίνου Α΄ (518-527), ο Ιουστινιανός είχε αποδείξει την ικανότητά του στη διοίκηση αναλαμβάνοντας υψηλά αξιώματα. Ως εκ τούτου, όταν στέφθηκε αυτοκράτορας, διέθετε ένα σχέδιο για την αντιμετώπιση των κακώς κειμένων του κράτους του στη διοίκηση, στην εξωτερική, στην εσωτερική και την εκκλησιαστική πολιτική.
Την πολιτική του καθόρισαν δύο ιδανικά. Ως Ρωμαίος αυτοκράτορας επιδίωξε την αποκατάσταση της αυτοκρατορίας του στην παλαιά της δόξα και έκταση, ενώ ως ένας χριστιανός ηγεμόνας θεωρούσε τον εαυτό του υποχρεωμένο να επιβάλει το ορθόδοξο δόγμα σε όλη της την έκταση, αγωνιζόμενος εναντίον των αιρέσεων. Κατά την περίοδο της Αρχής του, διεξήγε σειρά πολέμων για την ανάκτηση των εδαφών στην ιταλική χερσόνησο, στη Βόρεια Αφρική και την Ισπανία.
Παράλληλα, έλαβε σειρά μέτρων για την αναδιοργάνωση της διοίκησης και της νομοθεσίας, προβαίνοντας στη δημιουργία ενός τύπου συντάγματος αστικού δικαίου, το οποίο περιείχε τις Εισηγήσεις (νομικό εγχειρίδιο για σπουδαστές του δικαίου), τον Πανδέκτη (συλλογή γνωμοδοτήσεων μεγάλων Ρωμαίων νομοδιδασκάλων), τον Ιουστινιάνειο Κώδικα (νόμοι εν ισχύι κατά την περίοδο του Ιουστινιανού) και τις Νεαρές (νέοι νόμοι του Ιουστινιανού, η πλειονότητα των οποίων είναι γραμμένες στα ελληνικά). Το Corpus Iuris Civilis, όπως ονομάστηκε από μεταγενέστερους νομομαθείς, του Ιουστινιανού υπήρξε η βάση για τη σύνταξη του αστικού δικαίου για πολλές χώρες του δυτικού κόσμου. Παρά τις ειλικρινείς προσπάθειες του αυτοκράτορα να βελτιώσει τη διοίκηση, μεγάλο μέρος του λαού της πρωτεύουσας ήταν δυσαρεστημένο.
Κεντρικό ρόλο στην κοινωνική ζωή της πρωτεύουσας διαδραμάτιζε ο ιππόδρομος, ο οποίος δεν αποτελούσε απλώς έναν χώρο ψυχαγωγίας, αλλά και το βασικό πεδίο έκφρασης της λαϊκής αγανάκτησης για τις πολιτικές του αυτοκράτορα. Με αφορμή ένα ήσσονος σημασίας γεγονός, στις 11 Ιανουαρίου 532 ξέσπασαν ταραχές στον ιππόδρομο. Αρχικά, οι εκπρόσωποι των δήμων, ενώσεις φιλάθλων ομάδων του ιπποδρόμου με μεγάλη επιρροή στην κοινωνία της Κωνσταντινούπολης εξέφρασαν τη δυσφορία τους για την οικονομική πολιτική του Ιουστινιανού, ζητώντας την απομάκρυνση τόσο του Επάρχου Πραιτωρίων Ανατολής Ιωάννη Καππαδόκη όσο και του μαγίστρου των οφικίων και επιμελητή του Corpus Iuris Civilis Τριβωνιανού.
Οι ταραχές εξαπλώθηκαν εκτός του ιπποδρόμου. Το εξοργισμένο πλήθος άρχισε να πυρπολεί κυβερνητικά κτίρια και κατοικίες στο κεντρικότερο σημείο της Κωνσταντινούπολης, δυσχεραίνοντας τη θέση του Ιουστινιανού, ο οποίος για πρώτη φορά βρέθηκε αντιμέτωπος με τέτοια λαϊκή οργή. Οταν παρουσιάστηκε στον λαό ζητώντας τον κατευνασμό των πνευμάτων με αντάλλαγμα τη χορήγηση γενικής αμνηστίας, εισέπραξε βαρείς χαρακτηρισμούς. Την ευκαιρία εκμεταλλεύτηκε ο ανιψιός του αυτοκράτορα Αναστασίου, Υπάτιος, ο οποίος μετέβη στο Φόρο και ανακηρύχθηκε από τον λαό αυτοκράτορας. Η δράση του, ωστόσο, υπήρξε περιορισμένη.
Κατά τη διάρκεια των ταραχών πυρπολήθηκαν πολλά μεγαλοπρεπή κτίσματα και μνημεία της πρωτεύουσας. Ανάμεσα σε αυτά τα κτίσματα ήταν ο Ναός της Αγίας του Θεού Σοφίας.
Σύμφωνα με τις πηγές, ο Ιουστινιανός λιποψύχησε και σκέφτηκε σοβαρά το ενδεχόμενο να εγκαταλείψει το παλάτι. Η σύζυγός του Θεοδώρα, όμως, το απέτρεψε δίνοντάς του θάρρος να αντιμετωπίσει αυτήν τη μεγάλη πρόκληση. Ο Ιουστινιανός έδωσε την εντολή στους στρατηγούς του να καταπνίξουν το κίνημα, το οποίο έλαβε την ονομασία Στάση του Νίκα, αποκλείοντας τον ιππόδρομο και στη συνέχεια να εκτελέσουν τους αντιφρονούντες. Οι σφαγές επεκτάθηκαν και στην υπόλοιπη πόλη, έχοντας ως αποτέλεσμα την εκτέλεση περίπου 30.000 ανθρώπων.
Η Στάση του Νίκα κατεστάλη στις 18 Ιανουαρίου. Κατά τη διάρκεια των ταραχών πυρπολήθηκαν πολλά μεγαλοπρεπή κτίσματα και μνημεία της πρωτεύουσας. Ανάμεσα σε αυτά τα κτίσματα ήταν ο Ναός της Αγίας του Θεού Σοφίας. Επρόκειτο για τον δεύτερο ναό της του Θεού Σοφίας που γινόταν στάχτη στην Κωνσταντινούπολη. Μετά τις ταραχές, ο Ιουστινιανός έδωσε την εντολή για την ανοικοδόμηση του ναού σε νέα βάση, σε έναν ρυθμό ο οποίος θα αντιπροσώπευε τα ιδανικά της πολιτικής του.
Επιμέλεια στήλης: Μυρτώ Κατσίγερα, Βασίλης Μηνακάκης, Αντιγόνη-Δέσποινα Ποιμενίδου, Αθανάσιος Συροπλάκης

