Κατά τον 17ο αιώνα, η Ευρώπη εισήλθε σε μια νέα περίοδο, μια εποχή έντονων πνευματικών αλλά και πολιτικών ζυμώσεων. Εχοντας απορρίψει την επικρατούσα έως τότε προσήλωση των ανθρώπων στις παραδοσιακές αξίες και αρχές, άνδρες και γυναίκες με ευρεία πνευματική καλλιέργεια ανέπτυξαν την επιστημονική μέθοδο για την κατανόηση του κόσμου. Επρόκειτο περί ενός μέσου το οποίο βασιζόταν στη συστηματική παρατήρηση των φυσικών φαινομένων και τη διενέργεια πειραμάτων, τα οποία επιβεβαίωναν ή απέρριπταν μια θεωρία που είχαν διατυπώσει εξαρχής.
Στα μαθηματικά, στην αστρονομία και τη φυσική, επιστήμονες όπως ο Νικόλαος Κοπέρνικος, ο Τίχο Μπράχε και ο Γιοχάνες Κέπλερ αμφισβήτησαν το αριστοτελικό κοσμολογικό παράδειγμα, εισάγοντας νέες ιδέες σε αυτά τα επιστημονικά πεδία.
Ο Μπράχε έθεσε τα θεμέλια για μια προσέγγιση στην αστρονομία περισσότερο προσανατολισμένη στην παρατήρηση του ουρανού, ενώ ο Κέπλερ, αξιοποιώντας πολλά από τα στοιχεία του Μπράχε, συνέβαλε στην υιοθέτηση του νόμου της ελλειπτικής τροχιάς, ο οποίος αμφισβήτησε την ιδέα της ουράνιας τελειότητας που αποτελούσε επί αιώνες τον πυρήνα της σκέψης των ειδικών.
Βαθύτατα επηρεασμένος από τις ανακαλύψεις αυτών των μεγάλων επιστημόνων, το 1609 παρουσίασε στην επιστημονική κοινότητα τη νέα εφεύρεσή του, το τηλεσκόπιο, ένας φυσικομαθηματικός από την Πίζα της Ιταλίας, ο Γαλιλαίος Γαλιλέι, ο οποίος έμελλε να αλλάξει τους κανόνες με τους οποίους ο άνθρωπος παρατηρεί το σύμπαν. Για την εφεύρεση του τηλεσκοπίου ο Γαλιλαίος τροποποίησε κάποια εργαλεία που χρησιμοποιούσαν στον στρατό και στο ναυτικό τους οι Ολλανδοί.
Τον Δεκέμβριο του 1609 έστρεψε για πρώτη φορά το τηλεσκόπιό του στον ουρανό. Κατά τις πρώτες παρατηρήσεις του ο Γαλιλαίος διαπίστωσε ότι ο ουρανός δεν ήταν ένας απλός θόλος με σταθερά διάσπαρτα αστέρια, αλλά ένας χώρος αχανής και πολυσύνθετος. Στις αρχές του Ιανουαρίου 1610, ο Γαλιλαίος έστρεψε το τηλεσκόπιό του προς τον Δία. Σύμφωνα με τις πηγές, στις 7 Ιανουαρίου παρατήρησε πρώτη φορά τρία μικρά φωτεινά σημεία κοντά στον Δία. Τις επόμενες νύχτες συνέχισε να παρατηρεί τον μεγαλύτερο πλανήτη του ηλιακού μας συστήματος, διαπιστώνοντας ότι τα τρία φωτεινά σημεία είχαν μετακινηθεί. Η θέση τους, μάλιστα, μεταβαλλόταν κάθε νύχτα, πάντοτε σε σχέση με τον Δία.
Στις 10 Ιανουαρίου εμφανίστηκε και το τέταρτο φωτεινό σημείο. Μελετώντας προσεκτικά τις σημειώσεις του από τις παρατηρήσεις του, ο Γαλιλαίος συμπέρανε ότι τα τέσσερα φωτεινά σημεία δεν ήταν απλώς φωτεινά σημεία, αλλά ουράνια σώματα που περιστρέφονταν γύρω από τον Δία. Ο Δίας, λοιπόν, είχε δικούς του δορυφόρους, όπως είχε η Γη τη Σελήνη. Επρόκειτο για μια σημαντική ανακάλυψη, η οποία συντάραξε τα θεμέλια της θεωρίας του γεωκεντρικού συστήματος.
Αυτά τα τέσσερα ουράνια σώματα ονομάστηκαν Ιώ, Ευρώπη, Γανυμήδης και Καλλιστώ.
Αργότερα, η επιστημονική κοινότητα των αστρονόμων ονόμασε αυτούς τους τέσσερις δορυφόρους του Δία «γαλιλαϊκούς» προς τιμήν του ανθρώπου που πρώτος τους παρατήρησε. Αργότερα μέσα στο 1610, ο Γαλιλαίος εξέδωσε το βιβλίο του «Sidereus Nuncius» («Ο Αγγελιαφόρος των Αστρων»), στο οποίο παρουσίασε με ακρίβεια τις παρατηρήσεις του, περιλαμβάνοντας και σχεδιαγράμματα των τεσσάρων δορυφόρων του Δία.
Επιμέλεια στήλης: Μυρτώ Κατσίγερα, Βασίλης Μηνακάκης, Αντιγόνη-Δέσποινα Ποιμενίδου, Αθανάσιος Συροπλάκης

