Στις 6 Ιανουαρίου 1941, ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Φραγκλίνος Ντελάνο Ρούσβελτ ανεβαίνει στο βήμα του Κογκρέσου για την ετήσια ομιλία του περί της Κατάστασης της Ενωσης (State of the Union address). Τίποτε, ωστόσο, δεν προδίδει εκ των προτέρων ότι από αυτή τη θεσμικά προβλέψιμη κοινοβουλευτική στιγμή θα προκύψει μία από τις πιο μακρόβιες πολιτικές και ηθικές διακηρύξεις του 20ού αιώνα.
Οι ΗΠΑ βρίσκονται ακόμη εκτός της δίνης του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, όμως ο κόσμος γύρω τους έχει ήδη εισέλθει σε μια εποχή γενικευμένης βίας, αυταρχισμού και ανασφάλειας. Η Ευρώπη βρίσκεται σε μεγάλο βαθμό υπό ναζιστικό έλεγχο, η Βρετανία μάχεται για την επιβίωσή της και η ιδέα μιας σταθερής και ειρηνικής διεθνούς τάξης μοιάζει να καταρρέει.
Στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών, το πολιτικό τοπίο παραμένει εύθραυστο. Το τραύμα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου έχει καλλιεργήσει έναν ισχυρό απομονωτισμό, με σημαντικό τμήμα της κοινής γνώμης και του Κογκρέσου να απορρίπτει κάθε ενδεχόμενο νέας εμπλοκής σε «ευρωπαϊκές υποθέσεις».
Παράλληλα, η χώρα εξακολουθεί να προσπαθεί να επουλώσει τις πληγές της Μεγάλης Υφεσης, ενώ οι κοινωνικές και οικονομικές μεταρρυθμίσεις του New Deal έχουν ενισχύσει τον ρόλο του ομοσπονδιακού κράτους αλλά και οξύνει τις πολιτικές αντιπαραθέσεις. Ο Ρούσβελτ βρίσκεται αντιμέτωπος με μια διπλή πρόκληση: να προετοιμάσει τη χώρα για έναν πόλεμο που φαίνεται ολοένα και πιο αναπόφευκτος, χωρίς όμως να προκαλέσει ανοιχτή ρήξη με μια κοινωνία που ακόμη αντιστέκεται στην ιδέα της συμμετοχής στην πολεμική σύγκρουση.
Η στρατηγική του δεν είναι να μιλήσει πρώτα για όπλα, στρατεύματα ή συμμαχίες, αλλά για αξίες. Στην ομιλία του, μετατοπίζει συνειδητά το πλαίσιο της συζήτησης: από το ερώτημα αν η Αμερική πρέπει να πολεμήσει, στο ερώτημα «τι ακριβώς διακυβεύεται στον κόσμο που αλλάζει». Εκεί εισάγει τις περίφημες «Τέσσερις Ελευθερίες», τις οποίες παρουσιάζει όχι ως αμερικανικό προνόμιο αλλά ως καθολικό ανθρώπινο δικαίωμα, το οποίο αφορά «τους ανθρώπους παντού στον κόσμο». Η ελευθερία του λόγου και της έκφρασης (freedom of speech and expression), η ελευθερία της θρησκευτικής λατρείας (freedom of worship), η ελευθερία από την ανέχεια (freedom from want) και η ελευθερία από τον φόβο (freedom from fear) συνθέτουν ένα ηθικό πλαίσιο το οποίο υπερβαίνει τα εθνικά σύνορα.
Χωρίς να κατονομάζει άμεσα τον αντίπαλο, ο Αμερικανός πρόεδρος σκιαγραφεί έναν κόσμο όπου η τυραννία, η φτώχεια και ο φόβος αποτελούν αλληλένδετα στοιχεία του ίδιου προβλήματος.
Οι δύο πρώτες ελευθερίες είναι οικείες στο αμερικανικό ακροατήριο, βαθιά ριζωμένες στο συνταγματικό και πολιτικό οικοδόμημα της χώρας. Οι άλλες δύο, όμως, συνιστούν μια τομή. Με την «ελευθερία από την ανέχεια», ο Ρούσβελτ υποστηρίζει ότι η δημοκρατία δεν μπορεί να επιβιώσει σε έναν κόσμο μαζικής φτώχειας και οικονομικής ανασφάλειας, ούτε εντός ούτε εκτός των Ηνωμένων Πολιτειών. Η ευημερία παρουσιάζεται ως προϋπόθεση της ελευθερίας και όχι ως πολυτέλεια. Αντίστοιχα, η «ελευθερία από τον φόβο» μεταφράζεται σε ένα όραμα διεθνούς ασφάλειας, όπου η ανεξέλεγκτη στρατιωτική ισχύς και η πολιτική του εκφοβισμού δεν θα αποτελούν κανόνα των διεθνών σχέσεων.
Χωρίς να κατονομάζει άμεσα τον αντίπαλο, ο Αμερικανός πρόεδρος σκιαγραφεί έναν κόσμο όπου η τυραννία, η φτώχεια και ο φόβος αποτελούν αλληλένδετα στοιχεία του ίδιου προβλήματος. Με αυτόν τον τρόπο, ο πόλεμος που μαίνεται στην Ευρώπη παύει να παρουσιάζεται ως σύγκρουση γεωπολιτικών συμφερόντων και μετατρέπεται σε ηθική αναμέτρηση για τον χαρακτήρα της ελευθερίας στον κόσμο. Η υποστήριξη προς τις χώρες που αντιστέκονται στον φασισμό εμφανίζεται έτσι όχι απλώς ως στρατηγική επιλογή, αλλά ως ιστορική και ηθική ευθύνη.
Η ομιλία δεν προκαλεί άμεση πολιτική συναίνεση, ούτε αλλάζει από μόνη της τη στάση της χώρας. Η σημασία της, ωστόσο, αποδεικνύεται βαθύτερη και μακροπρόθεσμη. Αποτελεί τον ιδεολογικό κρίκο που συνδέει την εσωτερική κοινωνική ατζέντα του New Deal με τον διεθνή ρόλο που οι Ηνωμένες Πολιτείες θα αναλάβουν μετά την είσοδό τους στον πόλεμο, λίγους μήνες αργότερα.
Παράλληλα, προσφέρει ένα νέο λεξιλόγιο, μέσα από το οποίο η αμερικανική ισχύς παρουσιάζεται ως φορέας αξιών και όχι απλώς ως στρατιωτική δύναμη.
Μάλιστα, λίγα χρόνια αργότερα, εν μέσω πολέμου, το όραμα του Ρούσβελτ θα αποκτήσει μια απροσδόκητα απτή, σχεδόν οικεία μορφή μέσα από τη ζωγραφική του Νόρμαν Ρόκγουελ. Το 1943, ο Ρόκγουελ δημιουργεί μια σειρά τεσσάρων πινάκων εμπνευσμένων από την ομιλία, επιχειρώντας να μεταφράσει τις αφηρημένες αρχές σε εικόνες καθημερινής ζωής.
Η ελευθερία του λόγου απεικονίζεται σε μια λαϊκή συνέλευση, όπου ένας απλός πολίτης μιλά χωρίς φόβο. Η ελευθερία της θρησκευτικής λατρείας παίρνει τη μορφή διαφορετικών ανθρώπων σε σιωπηλή προσευχή. Η ελευθερία από την ανέχεια αποτυπώνεται σε ένα οικογενειακό τραπέζι, με το παραδοσιακό γεύμα των Ευχαριστιών, ενώ η ελευθερία από τον φόβο εκφράζεται μέσα από την τρυφερή σκηνή γονιών που σκεπάζουν τα παιδιά τους πριν από τον ύπνο.
Στα χρόνια που θα ακολουθήσουν, οι «Τέσσερις Ελευθερίες» θα ενσωματωθούν στον τρόπο με τον οποίο οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιλαμβάνονται τη θέση τους στον κόσμο και θα επηρεάσουν τη διαμόρφωση της μεταπολεμικής διεθνούς τάξης. Θα λειτουργήσουν ως σημείο αναφοράς για τη ρητορική των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αλλά και ως μέτρο σύγκρισης που συχνά θα αναδεικνύει τις αντιφάσεις μεταξύ ιδεών και πράξεων, ιδιαίτερα στα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου.
Επιμέλεια στήλης: Μυρτώ Κατσίγερα, Βασίλης Μηνακάκης, Αντιγόνη-Δέσποινα Ποιμενίδου, Αθανάσιος Συροπλάκης
