Το 1914 έχει καταγραφεί στη συλλογική συνείδηση ως το εναρκτήριο έτος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ωστόσο, μόλις τις πρώτες ημέρες του, ανακοινώθηκε μία από τις πιο ριζοσπαστικές αλλαγές στην ιστορία της βιομηχανικής εργασίας στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Στις 5 Ιανουαρίου, με επίσημη δήλωση από το Ντιτρόιτ, η εταιρεία του Χένρι Φορντ, Ford Motor Company, καθιέρωνε την οκτάωρη ημερήσια εργασία και την ελάχιστη ημερήσια αμοιβή πέντε δολαρίων για τους εργάτες της – ποσό που υπερέβαινε κατά πολύ τον μέσο μισθό της εποχής (2-2,5 δολάρια για έναν εργάτη) και τάραξε τα νερά στο επιχειρηματικό και κοινωνικό τοπίο της Αμερικής.
Στις αρχές της δεύτερης δεκαετίας του 20ού αιώνα, η αμερικανική βιομηχανία βρισκόταν σε φάση εκρηκτικής ανάπτυξης. Η μαζική παραγωγή είχε μεταμορφώσει την οικονομία, όμως οι συνθήκες εργασίας παρέμεναν σκληρές. Η εννιάωρη ή δεκάωρη ημερήσια εργασία ήταν ο κανόνας, οι αμοιβές χαμηλές και η δουλειά στις γραμμές παραγωγής εξαντλητική, τόσο σωματικά όσο και ψυχολογικά. Στο εργοστάσιο της Φορντ στο Χάιλαντ Παρκ, όπου είχε εισαχθεί πρόσφατα η κινούμενη γραμμή συναρμολόγησης, η παραγωγικότητα είχε αυξηθεί θεαματικά, αλλά το ανθρώπινο κόστος ήταν εμφανές. Η μονοτονία και η ένταση της εργασίας οδηγούσαν σε μαζικές παραιτήσεις, με την εταιρεία να αναγκάζεται να προσλαμβάνει χιλιάδες νέους εργάτες κάθε χρόνο για να διατηρήσει τον ίδιο αριθμό προσωπικού.
Η απόφαση της Φορντ θεωρήθηκε από ορισμένους επικίνδυνο προηγούμενο, από άλλους επικοινωνιακό τέχνασμα και από λίγους δείγμα ενός νέου μοντέλου καπιταλισμού.
Η ανακοίνωση της 5ης Ιανουαρίου ήρθε ως απάντηση σε αυτήν ακριβώς την κατάσταση. Ο Φορντ και οι στενοί του συνεργάτες είχαν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η σταθερότητα του εργατικού δυναμικού ήταν προϋπόθεση για τη διατηρησιμότητα της μαζικής παραγωγής.
Ο υψηλός μισθός και το μειωμένο ωράριο λειτουργούσαν ως κίνητρο παραμονής, ως μέσο πειθαρχίας και ως επένδυση στην αποδοτικότητα. Η εργασία έπαυε να είναι προσωρινή ή ευκαιριακή και γινόταν επάγγελμα με προοπτική, κάτι που άλλαζε ριζικά τη σχέση του εργάτη με το εργοστάσιο.
Η κοινωνική απήχηση της απόφασης υπήρξε άμεση. Χιλιάδες άνθρωποι συνέρρευσαν στο Ντιτρόιτ αναζητώντας εργασία στη Φορντ, ενώ οι εφημερίδες της εποχής μιλούσαν για μια μισθολογική επανάσταση. Παράλληλα, η επιχειρηματική ελίτ αντιμετώπισε την κίνηση με καχυποψία. Πολλοί βιομήχανοι προειδοποιούσαν ότι τέτοιες αμοιβές θα αποσταθεροποιούσαν την αγορά εργασίας και θα ενίσχυαν τις απαιτήσεις των εργατικών συνδικάτων.
Η απόφαση της Φορντ θεωρήθηκε από ορισμένους επικίνδυνο προηγούμενο, από άλλους επικοινωνιακό τέχνασμα και από λίγους δείγμα ενός νέου μοντέλου καπιταλισμού.
Στην πράξη, ο μισθός των πέντε δολαρίων δεν δινόταν αυτόματα σε όλους τους εργαζομένους της εταιρείας. Αποτελούσε μέρος ενός συστήματος που η ίδια η Φορντ χαρακτήριζε συμμετοχή στα κέρδη (profit sharing) και προϋπέθετε τη συμμόρφωση των εργατών σε συγκεκριμένα κριτήρια, τα οποία ξεπερνούσαν κατά πολύ τον χώρο του εργοστασίου. Η εταιρεία είχε δημιουργήσει ειδικό τμήμα (Sociological Department), στελεχωμένο με επιθεωρητές οι οποίοι επισκέπτονταν τα σπίτια των εργαζομένων, εξετάζοντας τις συνθήκες διαβίωσης, τη διαχείριση των οικονομικών τους, ακόμη και την προσωπική τους συμπεριφορά.
Οι επιθεωρήσεις αυτές στόχευαν στη διασφάλιση ότι ο εργάτης ζούσε σύμφωνα με τα πρότυπα που η διοίκηση θεωρούσε «υπεύθυνα» και «ηθικά». Η αποχή από το αλκοόλ, η σταθερή οικογενειακή ζωή, η καθαριότητα του σπιτιού, η αποταμίευση και η αποφυγή «ανάρμοστων» συνηθειών αποτελούσαν παράγοντες που μπορούσαν να καθορίσουν αν κάποιος θα λάμβανε ολόκληρο το ποσό ή μόνο το βασικό του μεροκάματο. Με τον τρόπο αυτό, η αύξηση των αποδοχών λειτουργούσε και ως μηχανισμός κοινωνικής πειθάρχησης.
Η παρέμβαση αυτή αποκάλυπτε μια έντονα πατερναλιστική αντίληψη για τον ρόλο της επιχείρησης. Ο εργοδότης δεν περιοριζόταν στη σχέση εργασίας, αλλά επιδίωκε να διαμορφώσει τον «σωστό» τύπο εργάτη, τόσο εντός όσο και εκτός του εργοστασίου. Για τον Χένρι Φορντ, η οικονομική ευημερία του εργαζομένου έπρεπε να συνοδεύεται από κοινωνική σταθερότητα και προβλέψιμη συμπεριφορά. Η ατομική ελευθερία υποχωρούσε μπροστά στην ιδέα μιας πειθαρχημένης εργατικής τάξης, ικανής να στηρίξει τη μαζική παραγωγή και τη μαζική κατανάλωση.
Το σύστημα αυτό προκάλεσε αντιδράσεις, ακόμη και σε κύκλους που αναγνώριζαν τη σημασία της μισθολογικής αύξησης. Για πολλούς εργάτες, ο υψηλός μισθός συνοδευόταν από την αίσθηση ότι η εταιρεία λειτουργούσε ως επιτηρητής της καθημερινής τους ζωής. Παρ’ όλα αυτά, σε μια εποχή χωρίς κοινωνικό κράτος και χωρίς θεσμοθετημένες εργασιακές εγγυήσεις, το μοντέλο της Φορντ φάνταζε σε αρκετούς ως αποδεκτός συμβιβασμός ανάμεσα στην οικονομική ασφάλεια και τον περιορισμό της ιδιωτικότητας.
Τα αποτελέσματα, ωστόσο, ήταν αδιαμφισβήτητα. Η εναλλαγή προσωπικού μειώθηκε δραστικά, η παραγωγικότητα αυξήθηκε και η Φορντ εδραίωσε τη θέση της ως κυρίαρχης δύναμης στη βιομηχανία αυτοκινήτου. Παράλληλα, οι εργάτες της εταιρείας απέκτησαν αγοραστική δύναμη πρωτόγνωρη για τη θέση τους, ενισχύοντας τη μαζική κατανάλωση και, κατά ειρωνικό τρόπο, τη ζήτηση για τα ίδια τα αυτοκίνητα τα οποία παρήγαν.
Επιμέλεια στήλης: Μυρτώ Κατσίγερα, Βασίλης Μηνακάκης, Αντιγόνη-Δέσποινα Ποιμενίδου, Αθανάσιος Συροπλάκης
