Η Ιαπωνία εξαπέλυσε αιφνιδιαστική επίθεση στις Φιλιππίνες στις 8 Δεκεμβρίου 1941, μόλις δέκα ώρες μετά την επίθεση στο Περλ Χάρμπορ. Ο αεροπορικός βομβαρδισμός ακολουθήθηκε από απόβαση χερσαίων στρατευμάτων στη Λουζόν.
Τα αμυνόμενα στρατεύματα των Φιλιππίνων και των Ηνωμένων Πολιτειών βρίσκονταν υπό τη διοίκηση του στρατηγού Ντάγκλας ΜακΑρθουρ. Μπροστά στην πίεση, οι αμυνόμενες δυνάμεις –συνολικά περίπου 80.000 στρατιώτες, εκ των οποίων τα 4/5 ήταν Φιλιππινέζοι– υποχώρησαν στη χερσόνησο Μπαταάν και στο νησί Κορεγκιδόρ, στην είσοδο του κόλπου της Μανίλα, όπου οχυρώθηκαν περιμένοντας την άφιξη ενισχύσεων, οι οποίες όμως δεν ήρθαν ποτέ. Τελικώς, η Μανίλα κατελήφθη από τους Ιάπωνες στις 2 Ιανουαρίου 1942.
Παρ’ όλα αυτά, η αντίσταση των Φιλιππίνων δεν τερματίστηκε με την παράδοση της πόλης. Βέβαια, ο ΜακΑρθουρ έλαβε διαταγή από τον πρόεδρο Ρούσβελτ να αποχωρήσει τον Μάρτιο, με αποτέλεσμα να αναχωρήσει για την Αυστραλία στις 11 Μαρτίου· εκεί, όμως, ξεκίνησε αμέσως τον σχεδιασμό της επιστροφής του στις Φιλιππίνες. Εν τω μεταξύ, στο Μπαταάν, ο πολιορκημένος στρατός κατέρρευσε στις 9 Απριλίου 1942, ενώ στο Κορεγκιδόρ, μια δύναμη περίπου έντεκα χιλιάδων στρατιωτών συνέχισε να αμύνεται, μόνη της πλέον, μέχρι τις 6 Μαΐου 1942, οπότε και επήλθε η οριστική ήττα. Μετά την παράδοσή του, οι Ιάπωνες ανάγκασαν όλες τις εναπομείνασες μονάδες που αμύνονταν στα νησιά να παραδοθούν, απειλώντας να χρησιμοποιήσουν τα αιχμαλωτισμένα στρατεύματα των δύο περιοχών ως ομήρους.
Καθ’ όλη τη διάρκεια της ιαπωνικής κατοχής, σημαντικός αριθμός στρατιωτών αντιτάχθηκε έμπρακτα, προχωρώντας σε μεγάλης κλίμακας ανταρτική δραστηριότητα.
Οι ιαπωνικές στρατιωτικές αρχές άρχισαν αμέσως να οργανώνουν μια νέα κυβερνητική δομή στις Φιλιππίνες. Αρχικά οργάνωσαν ένα Συμβούλιο της Επικρατείας, μέσω του οποίου διαχειρίζονταν αρχικά τις πολιτικές υποθέσεις. Στη συνέχεια, προσπάθησαν να κερδίσουν την εύνοια και την πίστη των κατοίκων. Τον Οκτώβριο του 1943, ανακήρυξαν τις Φιλιππίνες ανεξάρτητη δημοκρατία, με επικεφαλής τον πρόεδρο Χοσέ Π. Λορέλ. Στην πραγματικότητα, όμως, επρόκειτο για ένα καθεστώς που βρισκόταν υπό την απόλυτη κυριαρχία των Ιαπώνων και αποδείχθηκε ιδιαίτερα αντιδημοφιλές. Εν τω μεταξύ, ο πρόεδρος Κεζόν, ο οποίος είχε διαφύγει με άλλους υψηλόβαθμους αξιωματούχους λίγο πριν από την κατάληψη της χώρας, είχε συγκροτήσει εξόριστη κυβέρνηση στην Ουάσιγκτον.
Αξιοσημείωτο είναι πάντως ότι αρκετοί μεμονωμένοι στρατιώτες αρνήθηκαν να παραδοθούν. Καθ’ όλη τη διάρκεια της ιαπωνικής κατοχής, σημαντικός αριθμός από αυτούς αντιτάχθηκε έμπρακτα, προχωρώντας σε μεγάλης κλίμακας ανταρτική δραστηριότητα η οποία οργανωνόταν και συντονιζόταν από αξιωματικούς του στρατού των ΗΠΑ και των Φιλιππίνων. Η αποτελεσματικότητά τους ήταν τέτοια ώστε μέχρι το τέλος του πολέμου, η Ιαπωνία έλεγχε μόνο δώδεκα από τις σαράντα οκτώ συνολικά επαρχίες. Τον επόμενο χρόνο, συγκεκριμένα στις 20 Οκτωβρίου 1944, οι συμμαχικές δυνάμεις του ΜακΑρθουρ αποβιβάστηκαν στο Λέιτε. Μαζί τους έφτασε και ο πρόεδρος Οσμένια, ο οποίος είχε διαδεχθεί τον Κεζόν, μετά τον θάνατό του, τον Αύγουστο του 1944.
Ακολούθησαν αποβάσεις και σε άλλα μέρη της χώρας. Τελικός προορισμός των δυνάμεων που αποβιβάστηκαν ήταν η Μανίλα. Τις αποβάσεις αυτές ακολούθησε μια μεγάλων διαστάσεων ναυτική εμπλοκή, από τις 23 έως τις 26 Οκτωβρίου, κατά την οποία το ιαπωνικό ναυτικό ουσιαστικά καταστράφηκε, εξέλιξη που άνοιξε τον δρόμο για την ανάκτηση του συνόλου των νησιών. Η Μανίλα καταλήφθηκε τον Φεβρουάριο του 1945, ενώ οι μάχες συνεχίστηκαν μέχρι την επίσημη παράδοση της Ιαπωνίας στις 2 Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους. Μέχρι τότε, όμως, υπολογίζεται ότι περίπου 1 εκατομμύριο Φιλιππινέζοι είχαν χάσει τη ζωή τους, με τη χώρα τους να έχει υποστεί εκτεταμένες ζημιές.
Επιμέλεια στήλης: Μυρτώ Κατσίγερα, Βασίλης Μηνακάκης, Αντιγόνη-Δέσποινα Ποιμενίδου, Αθανάσιος Συροπλάκης

