Μετά τον Επταετή Πόλεμο (1756-1763) και τη Συνθήκη των Παρισίων, η Μεγάλη Βρετανία απέκτησε τον πλήρη έλεγχο της Νέας Γαλλίας, εξασφαλίζοντας με αυτόν τον τρόπο μια εκτεταμένη επικράτεια, η οποία εκτεινόταν από τον ποταμό Αγιο Λαυρέντιο στον σημερινό Καναδά έως την ενδοχώρα των Μεγάλων Λιμνών.
Η απόκτηση του ελέγχου αυτών των περιοχών ανέδειξε την ανάγκη διαχείρισης ενός πληθυσμού κυρίως γαλλόφωνου, ο οποίος διαβιούσε υπό εντελώς διαφορετικό νομικό, θρησκευτικό και κοινωνικό καθεστώς συγκριτικά με τον πληθυσμό των υπόλοιπων βρετανικών αποικιών.
Προκειμένου να εδραιώσει την κυριαρχία της, η βρετανική διοίκηση υιοθέτησε πολιτικές οι οποίες στόχευαν στη σταδιακή ενσωμάτωση των Γάλλων Καναδών χωρίς να διαταραχθεί η κοινωνική συνοχή. Το 1774 οι Βρετανοί υπέγραψαν την Πράξη του Κεμπέκ, η οποία διασφάλισε την ελευθερία άσκησης του καθολικισμού και επέτρεπε την εφαρμογή ορισμένων διατάξεων του γαλλικού αστικού δικαίου. Αυτή η πράξη ανακούφισε τις ανησυχίες των παλαιών γαλλόφωνων κατοίκων και παράλληλα απέτρεπε την προσχώρηση πολλών από αυτούς στην Αμερικανική Επανάσταση.
Μετά τη δημιουργία των Ηνωμένων Πολιτειών, χιλιάδες υποστηρικτές του βρετανικού στέμματος μετανάστευσαν στον Καναδά, με συνέπεια τη ριζική μεταμόρφωση της δημογραφίας της περιοχής. Κατά τις επόμενες δεκαετίες, η βρετανική διοίκηση κλήθηκε να διαχειριστεί αυτήν την εξέλιξη, προσαρμόζοντας την πολιτική της με τέτοιον τρόπο, ώστε να επιτυγχάνεται ισορροπία ανάμεσα σε διαφορετικές εθνοτικές και γλωσσικές ομάδες. Απώτερος στόχος των Βρετανών ήταν η οικονομική ανάπτυξη της περιοχής και η ενίσχυση του αυτοκρατορικού γοήτρου της χώρας τους.
Η αρμονική συνύπαρξη των διαφορετικών πληθυσμιακών ομάδων του Καναδά δεν υπήρξε εύκολη. Στα τέλη της δεκαετίας του 1830 ξέσπασαν εξεγέρσεις, οι οποίες ανέδειξαν την ανάγκη για προώθηση ριζικών μεταρρυθμίσεων στην περιοχή εκ μέρους των Βρετανών. Το 1840 υπογράφτηκε η Πράξη της Ενωσης, με την οποία ενώθηκαν σε μία ενωμένη επαρχία οι δύο αποικίες των Βρετανών στον Καναδά.
Με το πέρασμα των ετών, προέκυψε η ανάγκη ορισμού μιας πρωτεύουσας για αυτήν την επαρχία της Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Επρόκειτο για ιδιαίτερα δύσκολη απόφαση, καθότι έπρεπε να βρίσκει σύμφωνες όλες τις πληθυσμιακές ομάδες του Καναδά και να εξυπηρετεί τα συμφέροντα των Βρετανών.
Στις 31 Δεκεμβρίου 1857, η βασίλισσα Βικτώρια επέλεξε την Οτάβα ως την πρωτεύουσα της αποικίας του Καναδά. Η Οτάβα βρισκόταν ανάμεσα στο αγγλόφωνο Οντάριο και το γαλλόφωνο Κεμπέκ, απείχε κάποια απόσταση από τα σύνορα με τις ΗΠΑ, ενώ η αποικιακή διοίκηση κατείχε μεγάλες εκτάσεις γης στην ευρύτερη περιοχή, οι οποίες θα χρησίμευαν για την ανέγερση των κυβερνητικών κτιρίων.
Δέκα χρόνια αργότερα, το 1867, οι Βρετανοί αποφάσισαν τη συνένωση της Ηνωμένης Επαρχίας του Καναδά, της Νέας Σκοτίας και του Νιου Μπράνσγουικ σε μια συνομοσπονδία υπό την ονομασία «Κτήση του Καναδά» για την καλύτερη διοίκηση των αποικιών τους στη Βόρειο Αμερική, απαλλάσσοντας το αυτοκρατορικό ταμείο από τη χρηματοδότηση της φύλαξής τους.
Στη συνομοσπονδία εντάχθηκαν αργότερα και οι υπόλοιπες επαρχίες, οι οποίες απαρτίζουν σήμερα τον Καναδά.

