Σαν σήμερα: 30 Δεκεμβρίου 1941 – Ο Ουίνστον Τσόρτσιλ απαθανατίζεται ως “Roaring Lion”

Σαν σήμερα: 30 Δεκεμβρίου 1941 – Ο Ουίνστον Τσόρτσιλ απαθανατίζεται ως “Roaring Lion”

Η φωτογραφία έγινε σύμβολο της βρετανικής αντίστασης όχι επειδή εξιδανίκευε τον Τσώρτσιλ, αλλά επειδή συμπύκνωνε την ψυχολογία μιας εποχής όπου η επιβίωση συνδεόταν άρρηκτα με την άρνηση της υποταγής

4' 44" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Στα 1941 ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος μαινόταν ακόμη, με μια νέα δυναμική. Η επίθεση στο Περλ Χάρμπορ είχε οδηγήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες στην ενεργό εμπλοκή, χωρίς όμως να έχει μεταβάλει άμεσα τις ισορροπίες στα ευρωπαϊκά μέτωπα. Η ναζιστική Γερμανία κυριαρχούσε στο μεγαλύτερο μέρος της ηπείρου, η Γαλλία τελούσε υπό κατοχή και η τελική έκβαση του πολέμου παρέμενε ανοιχτή.

Στην Ανατολή, η Σοβιετική Ενωση είχε μόλις αναχαιτίσει τη γερμανική προέλαση έξω από τη Μόσχα, με τεράστιο κόστος και χωρίς καμία βεβαιότητα για το μέλλον. Για τη Βρετανία, ο πόλεμος είχε ήδη μετατραπεί σε δοκιμασία κοινωνικής και πολιτικής αντοχής. Οι γερμανικοί βομβαρδισμοί είχαν αφήσει βαθιά τραύματα στις πόλεις, οι θαλάσσιες γραμμές ανεφοδιασμού απειλούνταν διαρκώς και η οικονομία λειτουργούσε στα όρια. 

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, στις 30 Δεκεμβρίου, ο Βρετανός πρωθυπουργός Ουίνστον Τσόρτσιλ βρέθηκε ενώπιον του καναδικού κοινοβουλίου και εκφώνησε έναν ιστορικό λόγο, ο οποίος έμεινε στην Ιστορία με το όνομα “Some chicken, some neck!”. Τη φράση χρησιμοποίησε ο ίδιος για να καυτηριάσει τη γαλλική κυβέρνηση τα μέλη της οποίας, όταν ο Τσόρτσιλ τούς είχε ανακοινώσει ότι η Βρετανία σκόπευε να αντισταθεί στις δυνάμεις του Αξόνα ακόμη και χωρίς υποστήριξη, είχαν απαντήσει πως σε λίγο καιρό η Γερμανία θα στραγγάλιζε τη Βρετανία σαν κοτόπουλο. «Και τι κοτόπουλο, και τι λαιμός!», αναφωνούσε ο Βρετανός πρωθυπουργός, ενώ το ακροατήριο ξεσπούσε σε γέλια.

Σε αυτήν την ιστορική ομιλία, ο Τσόρτσιλ δεν προσπάθησε να κατευνάσει το κοινό του, αλλά επέλεξε να το φέρει αντιμέτωπο με τη σκληρή πραγματικότητα της σύγκρουσης: ο πόλεμος είχε φτάσει στο σημείο χωρίς επιστροφή. Δεν μπορούσε να μιλήσει για έναν πόλεμο περιορισμένης διάρκειας ή ελεγχόμενης έντασης.

Μιλώντας στο καναδικό κοινοβούλιο, απευθυνόταν σε έναν σύμμαχο ζωτικής σημασίας, τον Καναδά, καλώντας τον να αποδεχθεί ότι η σύγκρουση θα ήταν μακρά, καθολική και καθοριστική για τη μεταπολεμική τάξη πραγμάτων. 
«Δεν ξεκινήσαμε αυτόν τον πόλεμο, δεν τον επιδιώξαμε. Κάναμε ό,τι μπορούσαμε για να τον αποφύγουμε. Κάναμε πολλά, υπερβολικά πολλά για να τον αποφύγουμε. Φτάσαμε κατά καιρούς τόσο μακριά στην προσπάθειά μας να τον αποφύγουμε, που σχεδόν καταστραφήκαμε όταν εκείνος ξέσπασε. Αλλά αυτή η επικίνδυνη καμπή έχει περάσει και με κάθε μήνα και κάθε χρόνο που περνά, θα αντιμετωπίζουμε τους κακοποιούς με όπλα τόσο άφθονα, τόσο αιχμηρά και τόσο καταστροφικά όσο αυτά με τα οποία προσπάθησαν να εδραιώσουν τη μισητή κυριαρχία τους […]», ανέφερε.

«Δεν θα υπάρξουν καθυστερήσεις ή ημίμετρα, δεν θα υπάρξουν συμβιβασμοί ή διαπραγματεύσεις. Αυτές οι συμμορίες ληστών προσπάθησαν να σκοτεινιάσουν το φως του κόσμου, προσπάθησαν να σταθούν ανάμεσα στον απλό λαό όλων των χωρών και την πορεία του προς την κληρονομιά του. Θα ριχτούν οι ίδιοι στον λάκκο του θανάτου και της ντροπής, και μόνο όταν η γη θα έχει καθαριστεί και εξαγνιστεί από τα εγκλήματά τους και την κακία τους, θα απομακρυνθούμε από το έργο που μας επέβαλαν, ένα έργο που ήμασταν απρόθυμοι να αναλάβουμε, αλλά που τώρα θα εκτελέσουμε με απόλυτη πίστη και ακρίβεια. Σύμφωνα με την αίσθηση της αναλογίας που έχω, δεν είναι η κατάλληλη στιγμή να μιλάμε για τις ελπίδες του μέλλοντος ή για τον ευρύτερο κόσμο που βρίσκεται πέρα από τους αγώνες και τη νίκη μας. Πρέπει να κερδίσουμε αυτόν τον κόσμο για τα παιδιά μας. Πρέπει να τον κερδίσουμε με τις θυσίες μας. Δεν τον έχουμε κερδίσει ακόμα. Η κρίση είναι προ των πυλών. Η δύναμη του εχθρού είναι τεράστια. Αν υποτιμήσουμε με οποιονδήποτε τρόπο τη δύναμη, τους πόρους ή την αδίστακτη βαρβαρότητα αυτού του εχθρού, θα θέσουμε σε κίνδυνο όχι μόνο τις ζωές μας, που θα προσφέρουμε ελεύθερα, αλλά και τον αγώνα για την ανθρώπινη ελευθερία και πρόοδο στον οποίο έχουμε αφιερωθεί με όλη μας την ύπαρξη. Δεν μπορούμε να χαλαρώσουμε ούτε για μία στιγμή. Αντίθετα, πρέπει να προχωρήσουμε μπροστά με αμείωτο ζήλο. Σε αυτόν τον παράξενο, τρομερό παγκόσμιο πόλεμο υπάρχει θέση για όλους, άνδρες και γυναίκες, γέρους και νέους, υγιείς και ανάπηρους. Υπάρχουν χίλιες μορφές υπηρεσίας. Δεν υπάρχει πλέον χώρος για τους ντιλετάντες, τους αδύναμους, τους φυγόπονους ή τους οκνηρούς. Τα ορυχεία, τα εργοστάσια, τα ναυπηγεία, τα αλμυρά κύματα της θάλασσας, τα χωράφια που πρέπει να οργωθούν, τα σπίτια, τα νοσοκομεία, οι καρέκλες των επιστημόνων, οι άμβωνες των ιερέων – από τα υψηλότερα έως τα πιο ταπεινά καθήκοντα, όλα έχουν την ίδια τιμή, όλα έχουν τον ρόλο τους να διαδραματίσουν. Οι εχθροί που τάχθηκαν εναντίον μας, που έχουν συνασπιστεί και συνενωθεί εναντίον μας, έχουν ζητήσει έναν ολοκληρωτικό πόλεμο. Ας φροντίσουμε να τον έχουν».

Η σκληρότητα του λόγου του Τσόρτσιλ δεν αποτελούσε ρητορική υπερβολή. Αντανακλούσε τη συνειδητοποίηση ότι κάθε ίχνος κόπωσης ή αμφιθυμίας μπορούσε να αποβεί μοιραίο για τη συμμαχική συνοχή. Η άρνηση της παράδοσης παρουσιαζόταν όχι ως ηρωισμός, αλλά ως πολιτική και ηθική αναγκαιότητα: η ήττα δεν θα σήμαινε απλώς στρατιωτική αποτυχία, αλλά κατάρρευση ενός ολόκληρου κόσμου αξιών.

Η φωτογραφία έγινε σύμβολο της βρετανικής αντίστασης όχι επειδή εξιδανίκευε τον Τσώρτσιλ, αλλά επειδή συμπύκνωνε την ψυχολογία μιας εποχής όπου η επιβίωση συνδεόταν άρρηκτα με την άρνηση της υποταγής.

Την ίδια ημέρα, αυτή η στάση αποκρυσταλλώθηκε σε μια εικόνα που θα αποκτούσε σχεδόν αυτόνομη ιστορική ζωή. Ο Αρμενοκαναδός φωτογράφος Yousuf Karsh απαθανάτισε τον Βρετανό πρωθυπουργό λίγο μετά την ομιλία του.

Το πορτρέτο που προέκυψε, γνωστό ως “The Roaring Lion” (Το λιοντάρι που βρυχάται), παρουσιάζει έναν ηγέτη σε κατάσταση πολιορκίας. Το σκληρό βλέμμα, τα σφιγμένα χείλη και η ένταση της στάσης αποτυπώνουν με οπτικούς όρους όσα είχαν ήδη διατυπωθεί με λέξεις.

Η φωτογραφία έγινε σύμβολο της βρετανικής αντίστασης όχι επειδή εξιδανίκευε τον Τσώρτσιλ, αλλά επειδή συμπύκνωνε την ψυχολογία μιας εποχής όπου η επιβίωση συνδεόταν άρρηκτα με την άρνηση της υποταγής. Μαζί με την ομιλία της 30ής Δεκεμβρίου 1941, συνθέτει ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στιγμιότυπα του πολέμου ως σύγκρουση βουλήσεων και αξιών, μιας μάχης που, όπως ο ίδιος ο Τσόρτσιλ τόνισε, ζητήθηκε από τον αντίπαλο και έπρεπε να δοθεί μέχρι τέλους.

Επιμέλεια στήλης: Μυρτώ Κατσίγερα, Βασίλης Μηνακάκης, Αντιγόνη-Δέσποινα Ποιμενίδου, Αθανάσιος Συροπλάκης

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT