Ο Κωνσταντίνος ∆ημητρίου Σχινάς (1801-1857), ο πρώτος πρύτανης και πρώτος καθηγητής σε έδρα της Ιστορίας στη Φιλοσοφική Σχολή του πρώτου ελληνικού Πανεπιστημίου στην Αθήνα και συνάμα πρώτου ανώτατου διδακτηρίου στον χώρο της «καθ᾽ ἡμᾶς Ἀνατολῆς», στέκει στο επίκεντρο του ανά χείρας αφιερώματος. Ο Κωνσταντίνος ∆ημ. Σχινάς, Φαναριώτης στην καταγωγή, είναι μία από τις πιο ενδιαφέρουσες πολιτικές και πνευματικές προσωπικότητες. Εμφανίζεται λίγο πριν από τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας του Ελληνισμού, γαλουχείται και ανδρώνεται μέσα στο πνευματικό κλίμα του διαφωτισμού και αναπτύσσει τις πολιτικές και κοινωνικές του δραστηριότητες στην πρώτη φάση της ίδρυσης και της λειτουργίας του μικρού νεοελληνικού κράτους.

Αναμφίβολα, η προσεκτική ιχνηλάτηση του βίου και της πολιτείας του Φαναριώτη ιστορικού και πολιτικού αποκαλύπτει πανοραμικά σχεδόν όλες τις φιλότιμες προσπάθειες που κατέβαλε ο ελληνικός πολιτικός κόσμος, όπως και η ελληνική λογιοσύνη, στον αρχόμενο και μεσούντα 19ο αιώνα προκειμένου να συγκροτήσει εκ του μηδενός τους θεσμοὺς της αρτισύστατης επικράτειας. Η ατμόσφαιρα εγκατάλειψης και αναρχίας που άφησε πίσω της η Επανάσταση του 1821, η οποία επιτάθηκε με τη δολοφονία του πρώτου κυβερνήτη των εξεγερμένων Γραικών, Ιωάννη Καποδίστρια (1776-1831), τον Σεπτέμβριο του 1831, σε συνδυασμό με την έλευση στην Ελλάδα του Όθωνα και της βαυαρικής Αντιβασιλείας τον Ιανουάριο του 1833, συνθέτουν την εικόνα μέσα στην οποία κλήθηκαν οι πολιτικοί και πνευματικοί άνδρες της εποχής να απαντήσουν στα επιτακτικά ερωτήματα οργάνωσης και λειτουργίας των διοικητικών μηχανισμών του νέου κράτους.
Οι καταβολές της οικογένειας
Από το Φανάρι στο Πανεπιστήμιο, στο δημόσιο βίο και στη διπλωματία.
Σε τέσσερις περιόδους διακρίνεται το πανόραμα του βίου του Κ. ∆. Σχινά. Η πρώτη, από τη γέννησή του στις 9/21 Μαρτίου 1801 στο Φανάρι της Κωνσταντινούπολης, με την εγκύκλια μόρφωση και τη δίωξη της οικογένειάς του από τους Τούρκους εξαιτίας της Επανάστασης του 1821, την καταφυγή στην Οδησσό αρχικά και στο Κισνόβιο της Βεσσαραβίας αργότερα, όπως και τις πεντάχρονες σπουδές του νεαρού Κωνσταντίνου στο Βερολίνο, στη Βόννη και στο Παρίσι μέχρι το 1828. Πρόκειται για τη φάση της συνάντησης και της γνωριμίας του Κ. ∆. Σχινά, μέσα στην ατμόσφαιρα κυρίως του ∆ιαφωτισμού, με την ιστορία και τις διαδρομές του Ελληνισμού.
Η επόμενη περίοδος, που ξεκινά με την κάθοδο του νεαρού Φαναριώτη στην Ελλάδα στα μέσα του 1828 και σηματοδοτείται από την ενασχόλησή του στον κρατικό μηχανισμό επί Καποδίστρια και την πολιτική του εκτίναξη στα χρόνια της πρώτης βαυαρικής Αντιβασιλείας, όπως και από τον οριστικό πολιτικό του παροπλισμό από τον J. L. v. Armansperg (1834) μέχρι τη χρονιά του 1837, είναι η φάση που διεκδικεί τον τίτλο της πολιτικής δραστηριοποίησης και της άρθρωσης ενός εναλλακτικού πολιτικού λόγου και ρόλου, καθώς και του πολιτικού του παραμερισμού.
Η τρίτη περίοδος στη ζωή του μελετώμενου προσώπου χαρακτηρίζεται ως η φάση της πρυτανείας και της καθηγεσίας, εφόσον διορίζεται πρύτανης του Οθωνείου Πανεπιστημίου κατά την πρώτη ακαδημαϊκή χρονιά, όπως και καθηγητής σε μία από τις δύο έδρες της Ιστορίας (1837-1849) στη Φιλοσοφική Σχολή. Μέσα στο χρονικό αυτό διάστημα, ο ώριμος Φαναριώτης επιστήμονας και καθηγητής δημιουργεί το αρκετά πλούσιο και σημαντικό συγγραφικό του έργο και διαμορφώνει το γνωστικό του στίγμα.

Ολοκληρώνεται και κατασταλάζει πολιτικά ο Κ. ∆. Σχινάς στην τελευταία φάση της ζωής του, όταν διαβιοί ανάμεσα στο Μόναχο, στη Βιέννη και στο Βερολίνο διαδοχικά, αντιπροσωπεύοντας επίσημα το Ελληνικό Βασίλειο ως πρέσβης το διάστημα 1849-1857· μια περίοδο που το Ανατολικό Ζήτημα, με αφορμή τον Κριμαϊκό Πόλεμο, ζει τις κρισιμότερες στιγμές του, ενώ ο Ελληνισμός, παρότι ταπεινωμένος εξαιτίας του αγγλογαλλικού ναυτικού αποκλεισμού του Πειραιά και της Αθήνας, αρθρώνει τις εθνικές προσδοκίες της πολιτικής της Μεγάλης Ιδέας. Στη φάση αυτή του οριστικού ιδεολογικού κατασταλάγματος είναι που ο Κ. ∆. Σχινάς διατυπώνει το δικό του προοδευτικό σχέδιο επίλυσης του Ανατολικού Ζητήματος. Στις 10/22 Ιουλίου 1857 επέρχεται στη Βιέννη το τέλος του.
Για την οικογένεια του Κ. ∆. Σχινά, που μαρτυρείται εγκατεστημένη στην Κωνσταντινούπολη κατά τα τέλη του 18ου αιώνα, δεν είναι εύκολο να βρεθούν πολλά ονοματολογικά και προσωπογραφικά στοιχεία πριν από την εμφάνιση της γενεάς του πατέρα του, ∆ημητρίου Σχινά. Πιο πριν, το μόνο που γνωρίζουμε για την οικογένεια των Σχινάδων, εκτός από κάποια ονόματα προγόνων, είναι ότι οι καταβολές της ανάγονται στη Μαγνησία της Θεσσαλίας. Μάλιστα, κατά πληροφορίες που χάνονται μέσα στην αχλύ του θρύλου, οι Σχινάδες προερχόμενοι από το Βυζάντιο κατέφθασαν αρχικά στα Άγραφα, από όπου κατόπιν ήλθαν στη Μαγνησία, και αυτό τριακόσια και παραπάνω χρόνια πριν από τη γενεά του Κωνσταντίνου. Ως εκ τούτου, η οικογένεια αυτή των Φαναριωτών πρέπει να εγκαταστάθηκε στη Μαγνησία περίπου στις αρχές του 16ου αιώνα, διωγμένη από τον Τούρκο δυνάστη για πολιτικούς λόγους, όπως μπορούμε να υποθέσουμε από τις κατοπινές πολιτικές διώξεις που υπέστη και οι οποίες ήταν αρκετές.
Στερνοπαίδι λοιπόν της πολυμελούς οικογενείας του ∆ημητρίου Σχινά, ο Κωνσταντίνος, το έκτο κατά σειρά παιδί, που γεννήθηκε στις 9/21 Μαρτίου 1801 στο Φανάρι της Κωνσταντινούπολης· βαπτίσθηκε από τον πρώτο εξάδελφο της μητέρας του, Πατριάρχη Καλλίνικο Φεταλά, και είχε ανάδοχο τον ∆ημήτριο Μουρούζη. Έτυχε μιας εξαιρετικά σπάνιας παιδείας, η όποια άρμοζε στα καθιερωμένα πρότυπα της αριστοκρατικής φαναριώτικης κοινωνίας του αρχόμενου 19ου αιώνα. ∆ιδάχθηκε «κατ᾽ οίκον τά εγκύκλια γράμματα» από τον καθηγητή Πλάτωνα Φραγκιάδη, θερμό θιασώτη του ∆ιαφωτισμού και μετέπειτα μητροπολίτη Χίου, που απαγχονίσθηκε το 1822 εξαιτίας της εθνικής του δράσης. Φέρεται ακόμη να φοίτησε και στη Μεγάλη του Γένους Σχολή στην Κωνσταντινούπολη, αφού το Πανεπιστήμιο του Βερολίνου τον δέχεται το 1823 στις τάξεις των φοιτητών του, όταν υποβάλλει ως τεκμήριο ολοκλήρωσης της εγκύκλιας παιδείας του ακαδημαϊκό τίτλο από την εν λόγω σχολή. Επιπλέον, ο νεαρός Κωνσταντίνος διδάχθηκε από τον πατέρα του και έναν Οθωμανό, ονόματι Λαμή, τις ασιανές γλώσσες, όπως αποκαλούνταν την εποχή εκείνη η αραβική, η περσική και η τουρκική.
Η Επανάσταση του 1821 αναμφισβήτητα ήλθε να ανακόψει ξαφνικά και βίαια τη βουβή και ήρεμη εξέλιξη της ευημερούσας ζωής, όχι μόνο της οικογένειας του υψηλόβαθμου υπαλλήλου ∆ημητρίου Σχινά, αλλά και ολόκληρου του Ελληνισμού που διαβιούσε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ισχυρότερος, ωστόσο, φάνηκε ο αντίκτυπος στους προκρίτους και ευγενείς της Κωνσταντινούπολης, οι οποίοι δέχθηκαν πρώτοι τα σκληρά κτυπήματα του Τούρκου δυνάστη, χάνοντας γονείς, παιδιά, συγγενείς, περιουσίες και αξιώματα.
Ο ∆ημήτριος Σχινάς χάρις στην ύπαρξη κάποιων διπλωματικών σχέσεων κατάφερε να διαφύγει –άγνωστο με ποιον τρόπο– εγκαίρως με την οικογένειά του από τα ανελέητα αντίποινα και να καταφύγει τον Απρίλιο του 1821 στην Οδησσό. Εκεί άλλωστε είχαν βρει καταφυγή και προστασία οι Ραγκαβήδες και όσοι κατάφεραν να διασωθούν από την οικογένεια του ∆ημητρίου Παπαρρηγόπουλου, του πατέρα του μελλοντικού εθνικού μας ιστοριογράφου Κωνσταντίνου. Από όλα τα στοιχεία που έχουμε στη διάθεσή μας, στην πόλη αυτή θα πρέπει να σχηματίσθηκε και η τριάδα Κ. ∆. Σχινά – Αλ. Ρίζου Ραγκαβή (1809-1892) – Κ. ∆. Παπαρρηγόπουλου (1815-1891). Ένα οικογενειακό κύκλωμα που ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο με τις πολλές επιγαμίες και έφερε σε στενή συνάφεια μεταξύ τους και τις οικογένειες Αργυρόπουλου, Σούτσου, Μαυροκορδάτου και Υψηλάντη.

Είναι αναμφισβήτητης αξίας το γεγονός ότι οι Φαναριώτες είχαν εμπεδώσει με αρκετή μαεστρία και αποτελεσματικότητα συνήθειες και έθιμα της γαλλικής αριστοκρατίας, με σημαντικότερο αυτό της προστασίας. Ένα έθιμο που εκπορεύεται από την ευγένεια της καταγωγής και απευθύνεται προς τους κοινωνικά υποδεέστερους. Σε καμιά περίπτωση, ωστόσο, ο θεσμός της προστασίας, όταν ιδιαίτερα μελετούμε τις φαναριώτικες υποθέσεις, δεν υποδηλώνει κάτι υποτιμητικό τόσο για εκείνον που την προσφέρει όσο και για εκείνον που την αποδέχεται. Ασφαλώς, μέσα από τη διαδικασία της κοινωνικής ώσμωσης και μίμησης, οι κοινωνικές αυτές συμπεριφορές υιοθετήθηκαν και από έναν ευρύτερο κύκλο προκρίτων και λογίων του υπόλοιπου Ελληνισμού.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα ενός τέτοιου κοινωνικού κυκλώματος είναι η τριάδα των λογίων που μόλις προαναφέραμε και η οποία πέρασε από διαφορετικές και αντίξοες φάσεις, αντέχοντας στη σκληρή δοκιμασία της διαχρονίας. Και το ουσιαστικότερο για την τριάδα Σχινά – Ραγκαβή – Παπαρρηγόπουλου είναι ότι κάθε ξεχωριστή πτυχή των πολυεπίπεδων σχέσεων τους αναδεικνύει κατά έναν μοναδικό τρόπο τις κεφαλαιώδεις στιγμές της ζωής τους. Γι᾿ αυτό, άλλωστε, από εδώ και στο εξής θα επανέρχεται στο ξετύλιγμα της πορείας του Σχινά η εμπλοκή και παρέμβαση των άλλων δύο.
Το ουσιαστικότερο για την τριάδα Σχινά – Ραγκαβή – Παπαρρηγόπουλου είναι ότι κάθε ξεχωριστή πτυχή των πολυεπίπεδων σχέσεών τους αναδεικνύει κατά έναν μοναδικό τρόπο τις κεφαλαιώδεις στιγμές της ζωής τους.
Η παραμονή της οικογένειας του ∆ημητρίου Σχινά στην Οδησσό δεν πρέπει να ήταν μακράς διαρκείας, διότι, σύμφωνα και με το «Ληξιαρχικόν βιβλίον» του γιου του Κωνσταντίνου, οι Σχινάδες αμέσως μετά εγκαταστάθηκαν μόνιμα στην πρωτεύουσα της Βεσσαραβίας, το Κισνόβιο.
Ο χρόνος, όπως και ο τρόπος, μετάβασης του νεαρού Κωνσταντίνου στη Γερμανία για ανώτερες σπουδές είναι άγνωστος. Εμείς πάντως τον συναντούμε να έχει κάνει στις 15 Οκτωβρίου 1823 (ν. ημ.) την εγγραφή του στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Humboldt του Βερολίνου. Γεγονός που μαρτυρά ότι ο Φαναριώτης φοιτητής, εφόσον δεν γνώριζε από πριν τη γερμανική γλώσσα, θα έπρεπε να είχε μεταβεί σαφώς πριν από τον Οκτώβριο του 1823 στο Βερολίνο, ενδεχομένως προς το τέλος του 1822 ή στις αρχές του 1823. Παράλληλα με τα νομικά, ο Κ. ∆. Σχινάς παρακολούθησε και μαθήματα Φιλολογίας και Ιστορίας.

Με την απόκτηση του πρώτου και μοναδικού πανεπιστημιακού διπλώματος από το Βερολίνο, στις 19 Ιουλίου 1825 (ν. ημ.), ο Κ. ∆. Σχινάς, γεμάτος από εμπειρίες και γνώσεις, ολοκληρώνει τον πρώτο ομόκεντρο κύκλο των σπουδών του. Ακολουθεί ο δεύτερος στη Βόννη, με τον ίδιο πάντα προσανατολισμό στο γνωστικό του αντικείμενο: Νομική, Φιλολογία και Ιστορία, με ιδιαίτερη έμφαση τη φορά αυτή στην τελευταία.
Ο τρίτος και τελευταίος κύκλος των σπουδών του μελλοντικού μας ιστοριογράφου και καθηγητή ολοκληρώνεται με τη μονοετή σχεδόν φοίτησή του στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου του Παρισιού από τις 24 Ιουλίου 1827 έως το φθινόπωρο του 1828.
Το κεφάλαιο των σπουδών και της επιστημονικής αναζήτησης του Κ. ∆. Σχινά στη ∆υτική Ευρώπη κλείνει οριστικά στις 17 Σεπτεμβρίου 1828, με την απόκτηση βίζας εξόδου από τις γαλλικές Αρχές. Κατόπιν αναχωρεί από το Παρίσι και μέσω Τουλώνης, ακολουθώντας τη θαλάσσια οδό, φθάνει στην Ελλάδα περίπου στα μέσα Οκτωβρίου 1828.
Η κάθοδος στην Ελλάδα
Η εμπλοκή του στην κρατική γραφειοκρατία.
Σχεδόν ταυτόχρονα με τον Ι. Καποδίστρια «ἄρτι ἀρχομένου τοῦ ᾳωκη΄ ἔτους» (1828), έφθανε στην Ελλάδα ο Κ. ∆. Σχινάς με σκοπό να βοηθήσει στο έργο της ειρήνευσης και της ανόρθωσης της πατρίδας του, οργανώνοντας παράλληλα την προσωπική του ζωή. Άλλωστε, ήταν πολλοί οι νέοι οι οποίοι, είτε για λόγους σπουδών είτε για οικογενειακούς, παρέμεναν κατά τη διάρκεια του Αγώνα στην Ευρώπη και αμέσως μετά την άφιξη του κυβερνήτη στην Ελλάδα επανήλθαν, θέλοντας ενδεχομένως με τον τρόπο αυτόν έμμεσα να αναπληρώσουν τα όσα δεν πρόσφεραν σε μια κρίσιμη για το έθνος φάση, όπως αυτή της Επανάστασης.
Ο Κ. ∆. Σχινάς φθάνει στην Ελλάδα εφοδιασμένος με μια εξαιρετική ευρωπαϊκή παιδεία και γλωσσομάθεια, δίνοντας περισσότερο την εντύπωση ενός λογίου με ευρωπαϊκό αέρα και άνεση και λιγότερο ενός Φαναριώτη που κατέτρεξαν οι Οθωμανοί. Αναλαμβάνει στον υπό ίδρυση κρατικό μηχανισμό συναφή με τις σπουδές του αξιώματα, όχι όμως πρώτου μεγέθους, με σημαντικότερο από αυτά εκείνο του πρώτου παρέδρου της Γραμματείας των Εσωτερικών, παραμένοντας στην εν λόγω θέση καθ’ όλη τη διάρκεια της Καποδιστριακής περιόδου. Από όσα μπορούμε να υποθέσουμε σήμερα, o Κ. ∆. Σχινάς θα πρέπει να διεκπεραίωνε από το πόστο αυτό διοικητικής φύσης υποθέσεις, χωρίς κάποιο ιδιαίτερο πολιτικό βάρος. Εξάλλου οι πληροφορίες μας για τη φάση αυτή είναι πολύ ισχνές· οι διαθέσιμες πηγές μιλούν από λίγο έως σχεδόν καθόλου για τον νεαρό Κωνσταντίνο, και αυτό, υποθέτουμε, για δύο πολύ σημαντικούς λόγους.

Ο πρώτος έχει να κάνει με τα μεγάλα προβλήματα που αντιμετώπιζε ο Ελληνισμός την περίοδο εκείνη, ιδιαίτερα μάλιστα μετά τη ναυμαχία του Ναυαρίνου και την έλευση του Καποδίστρια στην Ελλάδα· προβλήματα που σχετίζονται άμεσα με την προσπάθεια ένταξης των στόχων της ελληνικής πολιτικής στο ευρύτερο πλέγμα της πολιτικής των ευρωπαϊκών δυνάμεων και των μεταξύ τους ισορροπιών. Βέβαια, ως απώτερος σκοπός της ελληνικής πολιτικής είχε τεθεί η απόκτηση της εθνικής ανεξαρτησίας και της κρατικής αυτονομίας από την Υψηλή Πύλη· επιδίωξη που τελικά ευοδώθηκε περίπου τρία χρόνια αργότερα. Ο δεύτερος σημαντικός λόγος της σιωπής των πηγών γύρω από το πρόσωπο του Κ. ∆. Σχινά ήταν ότι ο ίδιος ο νεαρός Φαναριώτης φρόντισε να κρατήσει ένα χαμηλό κοινωνικό προφίλ, έτσι ώστε κερδίζοντας χρόνο να αποκτήσει όλη εκείνη την άνεση και την εμπειρία σχετικά με τα αυτόχθονα πολιτικά πρόσωπα και πράγματα που θα του επέτρεπαν να κινηθεί στο υπό διαμόρφωση πολιτικό σκηνικό με αυτοπεποίθηση και σιγουριά.
∆εν θα πρέπει να παραβλεφθεί στη συνάφεια αυτή πως ο ιδεαλιστής Φαναριώτης, τουλάχιστον αρχικά, έβλεπε στο πρόσωπο του Καποδίστρια έναν «νέο Τιμολέοντα» και τον καιρό που ζούσε ο κυβερνήτης δεν θα πρέπει να είχε αναπτύξει σχεδόν καμία αξιόλογη πολιτική πρωτοβουλία. Βέβαια, προχωρώντας κανείς ακόμη περισσότερο, θα μπορούσε να διατυπώσει την υπόθεση ότι ο Κ. ∆. Σχινάς δεν υιοθέτησε μια ενεργητικότερη πολιτική στάση, ίσως επειδή διέγνωσε πως το συνολικότερο κοινωνικοπολιτικό κλίμα της Καποδιστριακής περιόδου δεν τον ευνοούσε ουσιαστικά, οπότε προτίμησε τη σιωπή, τακτική που ακολούθησαν και οι πηγές.
Με τη δολοφονία του Ι. Καποδίστρια στις 27 Σεπτεμβρίου 1831, η πραγματικά αξιόλογη προσπάθεια θεμελίωσης της νεαρής πολιτείας δέχεται ένα ισχυρό πλήγμα, με συνέπεια αφενός τη βίαιη διακοπή μιας προοδευτικής πορείας ανόρθωσης του κράτους και αφετέρου το κατρακύλισμα της χώρας στον εμφύλιο σπαραγμό και την αναρχία. Ο Κ. ∆. Σχινάς με τον τερματισμό της καποδιστριακής περιόδου εγκαταλείπει τη στάση της πολιτικής ουδετερότητας και εισέρχεται δυναμικά στο στρατόπεδο των συνταγματικών, που καθοδηγούσαν και εκπροσώπευαν ο Ι. Κωλέττης με τον Αλ. Μαυροκορδάτο.

Οι βίαιες συγκρούσεις και τα θλιβερά γεγονότα της εμφύλιας σύρραξης στη νοτιοανατολική γωνιά της Ευρώπης απασχόλησαν σοβαρά τη ∆ιάσκεψη του Λονδίνου, η οποία μετά από μακρές διαβουλεύσεις συγκατένευσε στις 1/13 Φεβρουαρίου 1832 στη γαλλική πρόταση να προκριθεί για την Ελλάδα η βαυαρική λύση. Έτσι, στις 26 Απριλίου του ίδιου έτους κοινοποιήθηκε στους Έλληνες η εκλογή του Όθωνα, του δευτερότοκου γιου του φιλέλληνα βασιλιά της Βαυαρίας Λουδοβίκου Α΄ στον ελληνικό θρόνο. ∆ιευθετήθηκε οριστικά το ελληνικό ζήτημα από τη Συνθήκη του Λονδίνου της 7ης Μαΐου 1832, που συνομολόγησαν οι τρεις προστάτιδες ∆υνάμεις και η Βαυαρία, ενισχύοντας σημαντικά τόσο τη σταθερότητα στο εσωτερικό της Ελλάδας όσο και το διεθνές γόητρό της στην Ευρώπη.
Στις 18/30 Ιανουαρίου 1833 προσόρμισε στο λιμάνι του Ναυπλίου η αγγλική φρεγάδα «Μαδαγασκάρη» πάνω στην οποία επέβαιναν ο ανήλικος Όθωνας, η τρικέφαλη Αντιβασιλεία και η συνοδεία τους. Η έλευση του νεαρού μονάρχη στην Ελλάδα αναπτέρωσε το πεσμένο ηθικό των κουρασμένων από τον αγώνα και την αταξία Ελλήνων, έδωσε πνοή στα κρυφά όνειρα και τις ελπίδες τους, σηματοδοτώντας ενεργά ένα ξεχωριστό κεφάλαιο στην ελληνική ιστορία, αυτό της οθωνικής περιόδου. Συνάμα ανέτειλε μία καινούργια και με προσδοκίες γεμάτη προοπτική και για τον Κ. ∆. Σχινά. Με γλαφυρότητα παρουσιάζει ο Α. Ρίζος Ραγκαβής την πολλά υποσχόμενη αυτή άφιξη του Όθωνα στο νεότευκτο κράτος, η όποια έφερνε μαζί της καλές ειδήσεις και για τον Φαναριώτη λόγιο και πολιτικό: «Κατὰ τὴν δευτέραν ἡμέραν τῆς ἀφίξεως τῶν πλοίων μέτ᾽ ἐκπλήξεως ἤκουσε πᾶν τὸ Ναύπλιον ὅτι ὁ Κωνστ. Σχινᾶς ἐμηνύθη νὰ μεταβῇ εἰς τὸ Βασιλικὸν πλοῖον. Τοῦτο ἦν τιμὴ μοναδική, ὃ δὲ Σχινᾶς, πτωχὸς συγγενὴς καὶ σύνοικος τοῦ Ὑψηλάντου, φίλος ἡμῶν ἐπιστήθιος, ἦν σχεδὸν τότε ἄγνωστος, καὶ οὐδεμίαν ἔχων πολιτικὴν σημασίαν. Ἀλλὰ λίαν διακεκριμένως σπουδάσας ἐν Βερολίνῳ, εἶχε συστηθῇ ὑπὸ τοῦ ἐκτιμῶντος αὐτὸν σοφοῦ Σαβιγνὺ εἰς τὸν Maurer, ἕν τῶν μελῶν τῆς Ἀντιβασιλείας, ὅστις καὶ μετεκαλέσατο αὐτόν, ὃ καὶ οὐκ ὀλίγας ζηλοτυπίας ἐξήγειρε».
Αξίζει, ωστόσο, στο σημείο αυτό να παρακολουθήσουμε μέσα από τη διαδικασία ανέλιξης του Κ. ∆. Σχινά σε πολιτικά αξιώματα πρώτης σειράς κατά τη δεκαοκτάμηνη περίοδο της πρώτης βαυαρικής Αντιβασιλείας πώς μπήκαν τα θεμέλια των θεσμών και των εν γένει διοικητικών μηχανισμών της αρτισύστατης επικράτειας και πόσο επηρεάστηκε η εν λόγω προσπάθεια από τις δυτικοευρωπαϊκές αντιλήψεις για το κράτος. Ας προστεθεί ακόμη ότι οι Βαυαροί ερχόμενοι στην Ελλάδα κληρονόμησαν και διατήρησαν τον θεσμό του υπουργικού συμβουλίου, το οποίο αποτελούνταν από τους επικεφαλής των επτά Γραμματειών (Υπουργείων) της επικράτειας. Βέβαια, οι εξουσίες του προσδιορίστηκαν με ακρίβεια και λεπτομέρεια από το διάταγμα της 3ης/15ης Απριλίου 1833.

∆ύο είναι οι σημαντικότεροι ανασχηματισμοί που επέφερε η πρώτη Αντιβασιλεία στο υπουργικό συμβούλιο. Ο πρώτος είναι στις 6 Απριλίου 1833, όταν παρέμεινε στη θέση του προέδρου του σώματος και επίσης του γραμματέα (= υπουργού) επί των Εξωτερικών και του Βασιλικού Οίκου και προσωρινά επί των Εκκλησιαστικών και της ∆ημοσίου Εκπαιδεύσεως ο Σπυρίδων Τρικούπης. Στο πλαίσιο της αναδιοργάνωσης αυτής ο Κ. ∆. Σχινάς πήρε υψηλόβαθμη θέση στη γραμματεία Παιδείας. Ο δεύτερος ανασχηματισμός είναι εκείνος που έγινε στις 12 έως 15 Οκτωβρίου του ίδιου έτους με σημαντική αλλαγή αφενός την επιστροφή του Ι. Κωλέττη στην πρώτη γραμμή της μάχιμης πολιτικής και αφετέρου εκείνη στη θέση του προέδρου του Υπουργικού Συμβουλίου που κατέλαβε ο Αλ. Μαυροκορδάτος. Και στην κυβερνητική αυτή αλλαγή συμπεριλήφθηκε ο Κ. ∆. Σχινάς, ο οποίος διορίστηκε στη θέση του γραμματέα της Παιδείας και προσωρινά και της ∆ικαιοσύνης.
Ο Κ. ∆. Σχινάς με το διάταγμα της 15ης/27ης Μαρτίου 1833 διορίζεται στην επιτροπή για τη μελέτη και την εξακρίβωση της κατάστασης, στην οποία βρισκόταν η εκκλησία μετά την Επανάσταση. Λίγο αργότερα, ο Φαναριώτης πολιτικός με το διάταγμα της 22.3/3.4.1833 διορίζεται σε μια δεύτερη επιτροπή ενός εξίσου με τον πρώτο νευραλγικού τομέα της δημόσιας ζωής, εκείνον της παιδείας.
Σε «άτυχο» ρόλο
Υπουργός ∆ικαιοσύνης στη δίκη του Κολοκοτρώνη.
Η στάση του Κ. ∆. Σχινά στη δίκη του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη σε συνδυασμό με την ενεργητική συμμετοχή του στον διακανονισμό του εκκλησιαστικού ζητήματος που είχε ως αποτέλεσμα την ίδρυση μιας ξεχωριστής από το Πατριαρχείο ελλαδικής εκκλησίας και στη συνέχεια η διάλυση των μοναστηριών αποτέλεσαν το σημείο για το οποίο ο Φαναριώτης πολιτικός και λόγιος επικρίθηκε αυστηρά και κατηγορήθηκε με δριμύτητα καθ’ όλη τη διάρκεια του βίου του και όχι μόνον από τους καποδιστριακούς.
Έτσι, το πέρασμα του Κ. ∆. Σχινά από τη Γραμματεία (Υπουργείο) της ∆ικαιοσύνης σηματοδοτεί με ενάργεια το πιο αρνητικά φορτισμένο κεφάλαιο της ζωής του, του οποίου το βασικότερο χαρακτηριστικό, η εμπλοκή του στη δίκη του Θ. Κολοκοτρώνη, θα τον συνοδεύει ως ανεξίτηλο στίγμα. Η θητεία του ξεκινά με τον δεύτερο κυβερνητικό ανασχηματισμό που έκανε η πρώτη βαυαρική Αντιβασιλεία τον Οκτώβριο του 1833, εφόσον είχε ολοκληρωθεί λίγο πριν η αποκάλυψη της «ἐλάσσονος» και της «μείζονος» συνωμοσίας. Το ουσιαστικότερο κίνητρο της κυβερνητικής αυτής αλλαγής, άλλωστε, ήταν η τοποθέτηση των κατάλληλων πολιτικών προσώπων στις νευραλγικές Γραμματείες των Εσωτερικών και της ∆ικαιοσύνης έτσι, ώστε η «πλειοψηφία τῆς Ἀντιβασιλείας» (G. L. v. Maurer και K. W. v. Heydeck) να ξεκαθαρίσει δυναμικά τους λογαριασμούς της με τους πολιτικούς της αντιπάλους. Μόνο που στο στρατόπεδο των εχθρών των αντιβασιλέων ανήκε το πρόσωπο-σύμβολο της Επανάστασης του 1821, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, που μαζί με τους συντρόφους του βρισκόταν στη φυλακή.

Συνεπώς, έπεσε στον Κ. ∆. Σχινά ο μοιραίος λαχνός εξαιτίας του αξιώματος του να επιμεληθεί της οργάνωσης της δίκης του «Γέρου τοῦ Μωριᾶ» σύμφωνα με τα συμφέροντα των πολιτικών του προϊσταμένων. Καθήκον που ο πολιτικά άπειρος Φαναριώτης εκπλήρωσε με περισσή προθυμία και ζήλο, επιβαρύνοντας έτσι ακόμη περισσότερο την τραγικότητα της μορφής και του ρόλου του. ∆εν μπόρεσε σχεδόν καθόλου να μετριάσει τον αρνητικό αντίκτυπο που είχε στο πολιτικό του γόητρο η υπόθεση αυτή ούτε το σημαντικό νομοθετικό έργο που επιτέλεσε στον χώρο της δικαιοσύνης ούτε ακόμη και η μετάφραση στην ελληνική των τεσσάρων κωδίκων, προσφορά με μοναδική αντοχή στον χρόνο. Όλα επισκιάσθηκαν από τον μοιραίο ρόλο που διατάχθηκε από τη βαυαρική Αντιβασιλεία να διαδραματίσει σε βάρος του Θ. Κολοκοτρώνη και των συνεργατών του.
Μέσα στην πολιτική αυτή συνάφεια, η δίκη εναντίον των αγωνιστών της Επανάστασης απέκτησε μια ιδιόμορφη πολιτική διάσταση και τούτο διότι μια απαλλακτική απόφαση για τους κατηγορούμενους θα ήταν θανάσιμο κτύπημα για την «πλειοψηφία τῆς Ἀντιβασιλείας», που θα εμφάνιζε τις πράξεις της ως έκνομες και άδικες και συνεπώς θα δικαίωνε στα μάτια των Ελλήνων την πολιτική του J. L. v. Armansperg, Γι᾿ αυτό, η Αντιβασιλεία προετοίμασε με μεγάλη επιμέλεια τον τρόπο και τη στρατηγική διεξαγωγής της δίκης. Τις προανακριτικές διαδικασίες ανέλαβε ο Σκώτος Φιλέλληνας εισαγγελέας Edward Masson, σε συνεργασία με τον Κανέλλο ∆εληγιάννη, άσπονδο εχθρό του ∆. Πλαπούτα. Το δυσκολότερο, ωστόσο, ήταν η εξεύρεση αξιόπιστων μαρτύρων και η συγκέντρωση έγκυρων πληροφοριών έτσι ώστε ἡ υπόθεση να φτάσει στην αίθουσα ακροάσεων νομικά συγκροτημένη και τεκμηριωμένη.
Κατά συνέπεια, εξαιτίας των επιρροών και των πολλών αφοσιωμένων φίλων που είχαν οι κατηγορούμενοι όχι μόνο στις επαρχίες τους αλλά και στην ευρύτερη περιοχή βρέθηκαν μάρτυρες κατηγορίας με μειωμένο κύρος και μόρφωση, οι οποίοι δεν ήταν σε θέση να καταθέσουν πειστικά και έγκυρα. Επίσης, λίγο πριν από τη δίκη, η Αντιβασιλεία αντικατέστησε δύο από τους πέντε δικαστές του δικαστηρίου, που επρόκειτο να εκδικάσει την υπόθεση. ∆ύο δικαστές που είχαν αποδεδειγμένα φιλικά αισθήματα και σχέσεις με τους καποδιστριακούς και που για ευνόητους λόγους άφησαν τη θέση τους σε δύο άλλους, εχθρικά διακείμενους αντίκρυ στους κατηγορουμένους.
Με εμπάθεια και οξύτητα διατυπώθηκε άλλωστε και το κατηγορητήριο της 7ης/19ης Μαρτίου 1834 που κατηγορούσε τους Θ. Κολοκοτρώνη και ∆. Πλαπούτα ότι: «Κατὰ τοὺς μῆνας Μάϊον, Ἰούνιον, Ἰούλιον, Αὔγουστον καὶ τὰς ἀρχὰς τοῦ Σεπτεμβρίου τοῦ χιλιοστοῦ ὀκτακοσιοστοῦ τριακοστοῦ τρίτου ἔτους ὠργανίσθη εἰς τὸ Βασίλειον τοῦτο σύστασις καὶ συνωμοσία ἐπὶ σκοπῷ νὰ ταράξῃ τὴν κοινὴν ἡσυχίαν, καὶ νὰ προσβάλῃ τὴν ἐσωτερικὴν ἀσφάλειαν τοῦ Κράτους καὶ εἰς τὴν ἐθνικὴν ἀνεξαρτησίαν… Οἱ εἰρημένοι ἀρχηγοὶ τῆς συνωμοσίας δὲν ἄφησαν οὐδεμίαν ρᾳδιουργίαν, οὐδεμίαν μυστικὴν μηχανορραφίαν· προσέφυγαν εἰς τὴν πειθώ, εἰς ὑποσχέσεις, εἰς τὸ ψεῦδος, διὰ νὰ κατορθώσουν τοὺς προδοτικοὺς σκοπούς των, νὰ παροξύνουν τοὺς ὑπηκόους τῆς Α. Μ. καὶ τῆς ὑπερτάτης ἐξουσίας, νὰ ἐπιφέρουν τὸν ἐμφύλιον πόλεμον καὶ καταργήσουν τὸ καθεστὼς πολίτευμα τοῦ ἔθνους (…) πρὸς παράλυσιν τῆς Βασιλικῆς ἐξουσίας, καὶ εἰς προπαρασκευὴν ἐμφυλίου πολέμου παρεκίνησαν εἰς τήν ληστείαν διαφόρους ἀρχιληστάς, πρῴην ὑπαλλήλους των».

Και το κατηγορητήριο τελείωνε, απαγγέλλοντας την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας εναντίον των δύο και πρότεινε την επιβολή της θανατικής ποινής.
Βέβαια, είναι σχεδόν σίγουρο ότι ο Θ. Κολοκοτρώνης με τον ∆. Πλαπούτα θα πρέπει να ήταν αναμεμειγμένοι τόσο στην έξαρση της ληστείας όσο και στην έκκληση προς τις ξένες δυνάμεις. Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι θα μπορούσε κανείς και πολύ περισσότερο η έννομη Πολιτεία να στηρίξει ένα βάσιμο και νομικά θεμελιωμένο κατηγορητήριο με τις επιπόλαιες και φευγαλέες αυτές μαρτυρίες. Και το ουσιαστικότερο, σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να μεταλλάξει το αίσθημα του ελληνικού λαού περί εσχάτης προδοσίας και ευθυνών.
Την ίδια ακριβώς εποχή είχε δημοσιοποιηθεί στο ευρύ κοινό η σκληρή αντιπαλότητα ανάμεσα στην «πλειοψηφία τῆς Ἀντιβασιλείας» και στον J. L. v. Armansperg και οι φήμες για την αποχώρηση ή τον παροπλισμό πότε του ενός και πότε του άλλου οργίαζαν. Ως εκ τούτου, το κλίμα έντασης και ανησυχιών είχε περάσει σε ένα ευρύτερο λαϊκό στρώμα, που αμύητο στους λαβύρινθους της δικονομίας και των δικαιικών απαγορεύσεων έβλεπε πέρα από το νομικό μέρος της υπόθεσης. Επίσης, στη συνείδηση όλων των Ελλήνων ο Θ. Κολοκοτρώνης και ο ∆. Πλαπούτας, παρά τις αδυναμίες και τα λάθη τους, είχαν ταυτιστεί αμετάκλητα με τις θρυλικές μορφές των ηρώων της Επανάστασης που άξιζαν δικαίως μιας καλύτερης μεταχείρισης.
Ακόμη, όλες οι πρωτοβουλίες και πράξεις, όπως οι ληστείες, οι συνεννοήσεις κ.λπ. για τις οποίες κατηγορούνταν οι αγωνιστές συνιστούσαν μία κοινή και αποδεκτή από όλους αντίληψη για τον τρόπο άσκησης της αντιπολίτευσης. Συνεπώς, στα μάτια σχεδόν όλων οι πράξεις των κατηγορουμένων συνδέθηκαν με τις τριβές και συγκρούσεις που σημειώνονταν με ένταση στους κόλπους της Αντιβασιλείας και οι ίδιοι θεωρούνταν σαν τα εξιλαστήρια θύματα μίας πολιτικής βεντέτας των ξένων. Επιπλέον, η απροκάλυπτη επιμονή στο αίτημα της θανατικής ποινής είχε ανεβάσει το πολιτικό θερμόμετρο και είχε φουντώσει τα ξενόφοβα αισθήματα των Ελλήνων, αφενός εξασφαλίζοντας μεγάλα αποθέματα συμπάθειας για τους αγωνιστές και αφετέρου προκαλώντας τις πρώτες αρνητικές εκδηλώσεις του φαινομένου της «βαυαροκρατίας».

Ας παρατεθεί επίσης και η γνώμη ενός φίλου του Φαναριώτη πολιτικού αλλά και συνάμα αυστηρού κριτή των πολιτικών γεγονότων της εποχής, του Αλ. Ρίζου Ραγκαβή: «Ὁ Κ. Σχινᾶς λοιπὸν εὑρέθη ὡς ἐκ τῆς θέσεώς του καὶ τῶν ἀπαιτήσεων τοῦ νόμου εἰς τὴν δεινὴν ἀνάγκην τοῦ νὰ μεταβῇ εἰς τὸ δικαστήριον καὶ εἰσελθὼν εἰς τὸ δωμάτιον τῶν διασκέψεων, εἶπε τῷ Κ. Πολυζωΐδῃ καὶ τῷ συναδέλφῳ αὐτοῦ ὅτι ἦσαν μὲν ἐλεύθεροι νὰ ψηφίσωσι κατὰ τὴν πεποίθησίν των, δὲν εἶχον ὅμως καὶ τὸ δικαίωμα νὰ δεσμεύσωσι τὰς ψήφους τῶν ἄλλων (…) Ἐπειδὴ ὅμως ὁ πρόεδρος ἀντέταττεν ἐπίμονον ἄρνησιν, ὁ ὑπουργὸς διέταξε τοὺς κλητῆρας νὰ φέρωσι καὶ ἄκοντα αὐτὸν εἰς τὴν ἕδραν του, ἵνα ἐκεῖ προκαθήμενος ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκόν του. Οὕτω ἡ ἀπόφασις ἀνεγνώσθη. Ἔβλαψε δὲ τὴν δημοτικότητα τοῦ Κ. Σχινᾶ μεγάλως, καὶ μάλιστα παρὰ τῷ Ναπικῷ λεγομένω, τῷ πρὶν Κυβερνητικῷ, κόμματι, ἡ βιαία αὕτη ἐνέργεια».
Ωστόσο, παρά την επιμονή του Ι. Κωλέττη και των ομοϊδεατών του, ο Όθωνας παρενέβη μετά την ανάμειξη και των πρέσβεων των Μεγάλων ∆υνάμεων, ματαιώνοντας το σχέδιο της «πλειοψηφίας τῆς Ἀντιβασιλείας» και μετατρέποντας την ποινή αρχικά σε ισόβια δεσμά και αργότερα σε φυλάκιση είκοσι χρόνων. Αν και η τελευταία ποινή για τον Θ. Κολοκοτρώνη δεν απείχε πολύ από την ισόβια κάθειρξη, εφόσον διήγε ήδη το εξηκοστό πέμπτο έτος της ζωής του, δεν έπαυε όμως να δείχνει την ευμενή στάση του νεαρού μονάρχη απέναντί του. Ο Όθωνας λίγο αργότερα, στις 20.5/1.6.1835, την ημέρα της ενηλικίωσής του, ολοκλήρωσε τη φιλική στροφή προς το καποδιστριακό κόμμα, απονέμοντας χάρη στον Θ. Κολοκοτρώνη και τους συνεργάτες του.
Στο Πανεπιστήμιο Αθηνών
Καθηγητής Ιστορίας και πρώτος πρύτανης.
Η περίοδος 1837-1849 είναι για τη νεαρή πολιτεία ταυτισμένη με την εκπλήρωση ενός πολύχρονου οράματος του Ελληνισμού, εκείνου της ίδρυσης του πρώτου ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος στην Αθήνα, το οποίο από τις πρώτες στιγμές της λειτουργίας του έδωσε εμφαντικά το στίγμα του προς την κατεύθυνση, τόσο της προετοιμασίας κατάλληλου στελεχικού δυναμικού για τις υπηρεσίες του κράτους όσο και της προώθησης των εθνικών σχεδίων στον τουρκοπατημένο Ελληνισμό. Επίσης, η ίδια περίοδος χαρακτηρίζεται και από τις συνεχείς κρίσεις του Ανατολικού Ζητήματος (1839-1841), τις προσπάθειες εκσυγχρονισμού των πολιτικών θεσμών και της οικονομίας, το κίνημα της 3ης Σεπτεμβρίου και τέλος τις ευρύτερες κοινωνικές ζυμώσεις και ανακατατάξεις.
Τα ίδια αυτά χρόνια (1837-1849) επίσης συμπίπτουν και με την επόμενη φάση της ζωής του Κ. ∆. Σχινά, που επονομάζεται, ως εκ τούτου, φάση της πρυτανείας και καθηγεσίας του, και έχει ως επίκεντρο το πανεπιστήμιο και το κυρίως επιστημονικό του έργο. Και αυτοδίκαια, διότι ο έμπειρος και ώριμος Φαναριώτης επιστήμονας συνθέτει με πρωτοτυπία και ευρηματικότητα το ουσιαστικότερο συγγραφικό του έργο, το ιστορικής υφής κυρίως αλλά και το φιλολογικής και πολιτικής κατεύθυνσης εν μέρει. Το αντιπροσωπευτικότερο όλων είναι η «Ἱστορία τῶν ἀρχαίων ἐθνῶν», ο πρώτος τόμος της οποίας κυκλοφόρησε το 1845, δημιουργώντας καλές εντυπώσεις στην αγορά του ιστορικού βιβλίου.
Αναμφίβολα, αυτό που διακρίνει με παραστατικότητα την εμπλοκή του Φαναριώτη λόγιου στα δημόσια πράγματα την περίοδο αυτή είναι η πρυτανική του θητεία τον πρώτο ακαδημαϊκό χρόνο, κατά τον οποίο μπαίνουν κυριολεκτικά τα θεμέλια του νέου Πανδιδακτηρίου τόσο στον τομέα της διοίκησης όσο και στο επίπεδο των προγραμμάτων, του καθηγητικού προσωπικού και της λειτουργίας του εν γένει. Ξεχωριστή θέση στο ευρύτερο πλαίσιο των στόχων του ιδρύματος κατέχει ο εθνικός, η μεταλαμπάδευση δηλαδή των φώτων του πολιτισμού στον αλύτρωτο Ελληνισμό της «καθ᾽ ἡμᾶς Ἀνατολῆς». Όχι λιγότερο καθοριστικής σημασίας είναι και η προσφορά του στον χώρο της πανεπιστημιακής διδακτικής πράξης, όπου κατά τη διάρκεια των 12 χρόνων δίδαξε με ιδιαίτερη επιτυχία για 20 εξάμηνα πέντε διαφορετικά γνωστικά αντικείμενα της αρχαίας ιστορίας.

Ο Όθωνας, επιστρέφοντας στις 2 Φεβρουαρίου 1837 στην Αθήνα, μετά τον γάμο του με την Αμαλία του Oldenburg (12 Οκτωβρίου 1836) στο Μόναχο, προχώρησε στη δημοσίευση του «περὶ συστάσεως τοῦ πανεπιστημίου» διατάγματος της 22ας Απριλίου 1837, με το οποίο ιδρύθηκε τελικά στην Αθήνα το πρώτο ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα (σύλλογος, όπως τιτλοφορείται άλλωστε σε επίσημη νομική διατύπωση). Βέβαια, το Πανδιδακτήριο αυτό δεν ήταν το πρώτο μονάχα για το νεαρό ελληνικό κράτος αλλά και για όλη την τουρκοκρατούμενη Βαλκανική και δεν είχε άλλο στόχο πέρα από την καλλιέργεια και μετάδοση των γραμμάτων και των τεχνών στον χώρο της «καθ᾽ ἡμᾶς Ἀνατολῆς»· από εδώ έξαλλου και η προσωνυμία «Πανεπιστήμιο τῆς Ἀνατολῆς».
Στο ίδιο φύλλο της κυβερνητικής εφημερίδας δημοσιεύθηκε και ο προσωρινός κανονισμός του ιδρύματος με ημερομηνία σύνταξης την 14η/26η Απριλίου, κοινοποιώντας παράλληλα το όνομά του: «πρὸς μνήμην δὲ τοῦ συστήσαντος αὐτὸ, θέλει φέρει τὴν ἐπωνυμίαν “Πανεπιστήμιον τοῦ Ὄθωνος”». Σύμφωνα μάλιστα με τους γλωσσικούς τύπους της εποχής το νέο διδακτήριο ονομαζόταν «Ὀθώνειο» ή και «Ὀθωνικόν», δίνοντας έτσι άμεσα την ερμηνεία ονοματοθέτησής του, η οποία έλκει σαφώς την καταγωγή της από τη σταθερή πρακτική των γερμανικών Πανεπιστημίων του Μεσαίωνα να έχουν στον τίτλο τους το όνομα του ηγεμόνα ιδρυτή τους. Στο νευραλγικότερο διοικητικό αξίωμα, εκείνο του Πρύτανη του αρτισύστατου ιδρύματος καθώς και στην πρώτη έδρα Ιστορίας της Φιλοσοφικής Σχολής τοποθετήθηκε ο Κ. ∆. Σχινάς.
Τα εγκαίνια μαζί με την έναρξη των μαθημάτων του νέου Πανεπιστημίου έγιναν στις 3/15 Μαΐου στο πλαίσιο μιας επίσημης τελετής, η οποία ήθελε σαφώς να υποδηλώσει τη σοβαρότητα και σημασία του γεγονότος. Ο τύπος της εποχής κατέγραψε με γλαφυρότητα το σκηνικό, επισημαίνοντας με οξυδέρκεια την εθνική πτυχή του εγχειρήματος: «Ἡ ἀπὸ πρωίας συῤῥοὴ τοῦ λαοῦ εἰς τὸ προσδιορισθὲν κατάστημα, ὅπου ἔμελλε νὰ ἐκτελεσθῇ ἡ τελετὴ, ἦτον τρανωτέρα ἀπόδειξις ὅτι τὸ ἔθνος ἐθεώρησε τὴν ἡμέραν ταύτην ὡς ἐθνικὴν, ἀποτελοῦσαν ἐποχὴν εἰς τὰ χρονικὰ τῆς νέας Ἑλλάδος».

Είναι στην πρώτη γραμμή λοιπόν των στόχων του ιδρύματος ο εθνικός, ο οποίος σε συνδυασμό με μια σειρά διοικητικών και κοινωνικών αναγκών του νέου κράτους συναποτέλεσαν τη συνισταμένη που οδήγησε την υπόθεση στην ευτυχή κατάληξη των εγκαινίων. Και αυτό ακριβώς το κρίσιμο κεφάλαιο των ιδεολογικών στοιχείων και διοικητικών απαιτήσεων, που θα έπρεπε να εξυπηρετήσει το νέο παιδευτήριο, άνοιξε εύστοχα ο πρώτος πρύτανης με την παρατήρησή του στο λογύδριο των εγκαινίων: «Τὸ Ἑλληνικὸν πανδιδακτήριον…. κείμενον μεταξὺ τῆς Ἑσπέρας καὶ τῆς Ἕω, εἶναι προωρισμένον νὰ λαμβάνῃ ἀφ᾽ ἑνὸς μέρους τὰ σπέρματα τῆς σοφίας, καὶ ἀφοῦ τὰ ἀναπτύξῃ ἐν ἑαυτῷ ἰδίαν τινὰ καὶ γόνιμον ἀνάπτυξιν, νὰ τὰ μεταδίδῃ εἰς τὴν γείτονα Ἕω νεαρὰ καὶ καρποφόρα».
Αναμφίβολα, η σκέψη αυτή του Κ. ∆. Σχινά αφενός προσδιόρισε ιδεολογικά και γεωγραφικά τα όρια δράσης του νέου ιδρύματος και αφετέρου έθεσε ρεαλιστικά το ζήτημα της κοραϊκής «μετακένωσης». Μιας διαδικασίας πολιτισμικής διάδοσης από έναν τόπο σε άλλο: Στην προκειμένη περίπτωση, η Ελλάδα ήταν εκείνη που κατά την αρχαιότητα μετέδωσε στη ∆ύση τον πολιτισμό της Ανατολής, ενώ κατά τον 19ο αιώνα έπαιξε πάλι τον ρόλο του μεταφορέα αλλά προς την αντίθετη κατεύθυνση.
Ας επισημανθεί στο συγκείμενο αυτό ότι μία από τις πρώτες φροντίδες του Κ. ∆. Σχινά αμέσως μετά την αποχώρησή του από την πανεπιστημιακή έδρα και κατά τους πρώτους μήνες της πρεσβευτικής του θητείας στο Μόναχο, η οποία συνδέεται άλλωστε άμεσα με τις πανεπιστημιακές ζυμώσεις, είναι η εξασφάλιση του διδακτορικού διπλώματος του προστατευόμενού του Κωνσταντίνου ∆. Παπαρρηγόπουλου από το Πανεπιστήμιο του Μονάχου. Ο τελευταίος είχε υπογράψει από τις 10 ∆εκεμβρίου 1849 υπόμνημα στα λατινικά, όπου παρουσίαζε τα ουσιαστικά του προσόντα, ζητώντας από τη Φιλοσοφική Σχολή του βαυαρικού Πανεπιστημίου να του απονείμει τον διδακτορικό τίτλο. Το αίτημα του μελλοντικού ιστοριογράφου διαβιβάστηκε από τον Κ. ∆. Σχινά στις 7/19 Ιανουαρίου 1850 στο οικείο Πανεπιστήμιο, με αποτέλεσμα τρεις ημέρες αργότερα να του δοθεί ο ανώτατος ακαδημαϊκός βαθμός «in absentia». Για μία ακόμη φορά, ο Κ. ∆. Σχινάς έδωσε σαφή δείγματα της προστασίας του προς τον ευνοούμενό του, εξασφαλίζοντάς του όχι μόνο τον αναγκαίο ακαδημαϊκό τίτλο αλλά συμβάλλοντας λίγο αργότερα καθοριστικά και στον διορισμό του στην πανεπιστημιακή έδρα που ο ίδιος είχε εγκαταλείψει.
Πρέσβης στην Ευρώπη
Οι απόψεις του για το Ανατολικό Ζήτημα.
Περίπου έναν χρόνο μετά την αναχώρησή του από την Ελλάδα και ενόσω βρισκόταν στο Ιάσιο, ο Φαναριώτης λόγιος κατάφερε, ύστερα από κάποιες δυσκολίες, να επιτύχει κατά το φθινόπωρο του 1849 τον διορισμό του στη θέση του πρέσβη της Ελλάδας στην Αυλή του Μονάχου. Ένα σχέδιο που κατέστρωσε από τα τέλη κιόλας του 1835, προώθησε με ιδιαίτερο ζήλο κατά τα μέσα του 1839 και είδε να ευοδώνεται πανηγυρικά μία δεκαετία αργότερα. Σημαντικό ρόλο προς την κατεύθυνση αυτή έπαιξε, πρώτον η ολοκληρωτική αφοσίωσή του στον Όθωνα και στο πολιτικό του έργο, δεύτερον η θερμή υποστήριξη των προσδοκιών του από τον Fr. Κ. v. Savigny και τέλος ο γάμος του με την Αριστέα Βάλσα, που του εξασφάλισε μια στέρεη οικονομική επιφάνεια και τον έκανε ανεξάρτητο από τη συνήθη κρατική επιχορήγηση προς τους πρέσβεις.
Έτσι, ο Κ. ∆. Σχινάς στις 10/22 ∆εκεμβρίου 1849 έδωσε τον απαιτούμενο υπηρεσιακό όρκο στο Μόναχο και ανέλαβε τα καθήκοντά του ως έκτακτος απεσταλμένος και πληρεξούσιος υπουργός του Όθωνα στη βαυαρική Αυλή. Πηγαίνοντας ο Φαναριώτης διπλωμάτης στην πρωτεύουσα της Βαυαρίας, αναγκάσθηκε να οργανώσει από την αρχή τη νευραλγικής σημασίας διπλωματική αυτή υπηρεσία, εφόσον δεν βρήκε σε αυτήν καμία υποδομή και καθόλου προσωπικό.
Με την τοποθέτηση του Κ. ∆. Σχινά στη θέση του πρέσβη περνάμε στην τέταρτη και τελευταία φάση της ζωής του, εκείνη των διπλωματικών του δραστηριοτήτων στην Κεντρική Ευρώπη, η οποία διήρκεσε περίπου οκτώ χρόνια (1849-1857). Κατά το ίδιο διάστημα όμως, άνοιξε δραματικά, για δεύτερη φορά μέσα σε μία δεκαετία, το Ανατολικό Ζήτημα και ενέπλεξε αφενός τις καταπιεσμένες από τους Οθωμανούς εθνότητες της Εγγύς Ανατολής και αφετέρου τις Μεγάλες ∆υνάμεις της εποχής στη δίνη του Κριμαϊκού Πολέμου. Έχει προηγηθεί βέβαια το επεισόδιο Πατσίφικο κατά τον Απρίλιο του 1849 και έχουν ακολουθήσει τον Ιανουάριο του 1850 τα Παρκερικά, με τον αποκλεισμό των ελληνικών λιμανιών από τον αγγλικό στόλο, ο οποίος διήρκεσε μέχρι τον Μάρτιο. Γεγονότα που προετοίμασαν σε σημαντικό βαθμό την ελληνική κοινή γνώμη για την επερχόμενη θύελλα. Ακόμα, την ίδια χρονιά το Οικουμενικό Πατριαρχείο αναγνώρισε το αυτοκέφαλο της ελληνικής Εκκλησίας και ο ευσεβισμός γνώρισε καινούργια έξαρση. Εκδήλωση που επιβεβαιώθηκε και από μια σειρά επεισοδίων που συγκλόνισαν την εσωτερική πολιτική σκηνή της Ελλάδας και είχαν άμεση σχέση με τον «αγαθαγγελισμό». Τα επεισόδια αυτά είχαν ως βασικούς πρωταγωνιστές τον Ι. Κινγκ, τον Θ. Καΐρη, τον Χ. Παπουλάκο, κ.ά.

Ο Κ. ∆. Σχινάς, όπως ήταν άλλωστε αναμενόμενο, μετά τον διορισμό του και τη μόνιμη εγκατάστασή του στο Μόναχο ανέπτυξε αμέσως ποικίλες και ενδιαφέρουσες δραστηριότητες· έτσι, αφού ενημερωνόταν για τις τελευταίες εξελίξεις γύρω από την κρίση στην Ανατολή, ενημέρωνε στη συνέχεια υπεύθυνα και σοβαρά την ελληνική κυβέρνηση. Ο Φαναριώτης διπλωμάτης είχε εύκολη πρόσβαση στα κέντρα διαμόρφωσης και λήψης των κρίσιμων πολιτικών αποφάσεων, με αποτέλεσμα η πληροφόρησή του να είναι έγκυρη και ακριβής.
Ο Κ. ∆. Σχινάς ωστόσο, πέρα από την εκπλήρωση των βασικών υπηρεσιακών του καθηκόντων, φρόντισε να συμπυκνώσει την αποθησαυρισμένη εμπειρία του γύρω από το Ανατολικό Ζήτημα συγγράφοντας διαδοχικά δεκατρείς ή, ακριβέστερα, δώδεκα διπλωματικές εκθέσεις, εφόσον η έβδομη είναι γραμμένη δύο φορές, στα γαλλικά και τα γερμανικά. Σε αυτές είναι αποτυπωμένο με πληρότητα, αντικειμενικότητα και διεισδυτικότητα το πανόραμα της ανατολικής κρίσης από τις αρχές, τις αφορμές και τα αίτιά της μέχρι τον Κριμαϊκό Πόλεμο, τη Συνθήκη Ειρήνης του Παρισιού και τις επιπτώσεις της γενικά στην πορεία του Ελληνισμού. Οι διπλωματικές αυτές αναφορές, οι οποίες γράφτηκαν κατά την εξέλιξη των γεγονότων, είναι σαφές ότι υπακούν σε μια αυστηρή χρονική αλληλουχία και διακρίνονται για μια εσωτερική ενότητα και αλληλοδιαδοχή, με εξαίρεση την ενδέκατη, στην οποία επιχειρείται μια ιστορική και πολιτική σύγκριση ανάμεσα στον Ναπολέοντα Α΄ και τον Ναπολέοντα Γ΄ της Γαλλίας.
Σε δύο ομάδες θα μπορούσε να διακρίνει κανείς τις διπλωματικές αυτές εκθέσεις με βάση το κριτήριο του χρόνου. Στην πρώτη ανήκουν οι τέσσερις πρώτες εκθέσεις, οι οποίες γράφτηκαν από τον Οκτώβριο του 1852 μέχρι τον Οκτώβριο του επόμενου έτους, ενόσω ο Κ. ∆. Σχινάς βρισκόταν στο Μόναχο, και οι οποίες ουσιαστικά προηγήθηκαν της έκρηξης του Κριμαϊκού Πολέμου. Ενώ στη δεύτερη ομάδα ανήκουν οι επόμενες οκτώ, οι οποίες γράφτηκαν από τον Φεβρουάριο του 1854 μέχρι το καλοκαίρι του 1856, διάστημα μέσα στο οποίο εκτυλίχθηκε ο πόλεμος της Κριμαίας και σφραγίσθηκε με τη Συνθήκη Ειρήνης που τερμάτισε την ανατολική διένεξη. Ακόμα, κατά το διάστημα αυτό συνέπεσε να έχουν ανατεθεί στον Φαναριώτη διπλωμάτη, εκτός από την πρεσβεία του Μονάχου, και οι πρεσβείες της Βιέννης και του Βερολίνου. Ένας διορισμός που είχε γίνει συγκεκριμένα στις 11/23 Φεβρουαρίου του 1854 και είχε επιβαρύνει τον Κ. ∆. Σχινά τόσο με νέα, ζωτικής σημασίας καθήκοντα όσο και με την υποχρέωση να μεταφέρει διαδοχικά την έδρα του από τις πρωτεύουσες της Βαυαρίας, της Αυστρίας και της Πρωσίας.
Ας σημειωθεί ακόμα ότι όλες οι πρωτοβουλίες που παίρνει ο Κ. ∆. Σχινάς προκειμένου να προστατεύσει και να προωθήσει τα ελληνικά συμφέροντα γύρω από την ανατολική κρίση της δεκαετίας του 1850, καταγράφονται με λεπτομερειακό και παραστατικό τρόπο στις διπλωματικές εκθέσεις που στέλνει στον υπουργό Εξωτερικών εκείνης της περιόδου και είναι εντυπωσιακές σε αριθμό και έκταση. Μέσα λοιπόν από τη συστηματική αυτή διεργασία της ενημέρωσης και στη συνέχεια αναμετάδοσης των εξελίξεων στο εθνικό κέντρο, ο Έλληνας πρέσβης μαθαίνει ουσιαστικά και σε βάθος το ζήτημα της Ανατολής, παραμερίζει τις προκαταλήψεις και τις αναστολές μπροστά στον ρόλο που διαδραματίζουν οι Τούρκοι και παρουσιάζει με οξύνοια την πεμπτουσία των θέσεών του για το Ανατολικό Ζήτημα με τις δώδεκα εκθέσεις που προαναφέραμε, τις οποίες μάλιστα συγκροτεί σε ένα σώμα (Corpus), σε μικρό αριθμό αντιτύπων. ∆ιανέμει στη συνέχεια το εν λόγω Corpus σε έναν περιορισμένο κύκλο φίλων και γνώριμών του, διπλωματών και πολιτικών, Ευρωπαίων και Ελλήνων, προκειμένου να τους ενημερώσει ψύχραιμα και να τους επηρεάσει ουσιαστικά υπέρ των δίκαιων ελληνικών θέσεων. Ας αναφερθεί ακόμα ότι αφιερώνει το πόνημά του «Τῷ Μεγαλειοτάτῳ καὶ λαοποθήτῳ Βασιλεῖ τῶν Ἑλλήνων. Ὁ πιστὸς Αὐτοῦ ὑπήκοος ἅμα καὶ ὑποκλινὴς θεράπων. Κ. ∆. Σχινᾶς» με ημερομηνία: Βιέννη, 27.11/9.12.1856.

Κατά συνέπεια, στο Corpus του Φαναριώτη διπλωμάτη αντανακλάται όχι μόνο η συστηματική εργασία που έχει κάνει στο επίπεδο της ενημέρωσης, αλλά και οι τρόποι μιας πραγματικά προοδευτικής και έξυπνης πρότασης για την επίλυση του Ανατολικού Ζητήματος. Και αυτήν ακριβώς την πορεία τόσο των γεγονότων που συνθέτουν το όλο πρόβλημα, όσο και τη σκιαγράφηση του προσωπικού προγράμματος του Κ. ∆. Σχινά για τη διευθέτηση της κρίσης, θα παρακολουθήσουμε μέσα από το έργο και τις προσωπικές προτάσεις του. Προτάσεις οι οποίες προωθούν με εύστοχο και ευρηματικό τρόπο την ιδέα της υποχώρησης των Οθωμανών στην Ασιατική Τουρκία αφενός και την αυτοδιάθεση και αυτοδιοίκηση όλων των καταπιεσμένων χριστιανικών εθνοτήτων της Χερσονήσου του Αίμου αφετέρου.
Φυσικά, τα ίδια αυτά γεγονότα γύρω από την ανατολική κρίση είναι αναμενόμενο να χρωμάτισαν έντονα και τον δημόσιο βίο συνολικότερα του νεοελληνικού κράτους, το οποίο εναγωνίως αναζητούσε, πριν ακόμη εκσυγχρονίσει τους θεσμούς και τον διοικητικό του μηχανισμό, να εντάξει στον εθνικό του κορμό τους αλύτρωτους Έλληνες των κατά παράδοση ελληνικών εδαφών της Ηπείρου, της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας.
Ο κύκλος έκλεισε με τον πρόωρο και αδόκητο θάνατο του Φαναριώτη λογίου και διπλωμάτη στις 10/22 Ιουλίου του 1857 στη Βιέννη, αφήνοντας ένα δυσαναπλήρωτο κενό στην οικογένεια, στους συγγενείς και τους φίλους του. Ταυτόχρονα, το νεοελληνικό κράτος έχασε έναν από τους πιο άξιους λειτουργούς του, που το υπηρέτησε με απαράμιλλη συνέπεια και δημιουργική αποτελεσματικότητα!


