Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος – Ο ιδρυτής της τελευταίας δυναστείας του Βυζαντίου

Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος – Ο ιδρυτής της τελευταίας δυναστείας του Βυζαντίου

«[…] και μου χάρισε [ο Θεός] επιπλέον ένα ακόμη δώρο, την ευλογία των παιδιών, μια ευλογία που ξεπερνά όλες τις άλλες για τους ανθρώπους. Διότι, πράγματι, αυτοκράτορες προήλθαν από εμένα». (Από την αυτοβιογραφία του Μιχαήλ)

μιχαήλ-η΄-παλαιολόγος-ο-ιδρυτής-της-564001861 Ο Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος. Χαρακτικό του Lemaitre από το έργο Grèce: Depuis la conquete romaine jusqu’à nos jours, των Brunet de Presle και Alexandre Blanchet, 1856 (De Agostini Picture Library/Getty Images/Ideal Image).
Ο Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος. Χαρακτικό του Lemaitre από το έργο Grèce: Depuis la conquete romaine jusqu’à nos jours, των Brunet de Presle και Alexandre Blanchet, 1856 (De Agostini Picture Library/Getty Images/Ideal Image).

Ο Μιχαήλ Η΄ υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους αυτοκράτορες του Βυζαντίου και ο ιδρυτής της δυναστείας των Παλαιολόγων, της τελευταίας και μακροβιότερης δυναστείας που κυβέρνησε την αυτοκρατορία. Γεννήθηκε περί το 1224 και μεγάλωσε σε μια περίοδο πολιτικής ρευστότητας και εσωτερικών ανταγωνισμών μέσα στην αυτοκρατορία της Νίκαιας, κύριο κέντρο της βυζαντινής αντίστασης μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους το 1204. Χάρη στις στρατιωτικές του ικανότητες και στην ευφυή διπλωματία του, αναδείχθηκε σε εξέχουσα προσωπικότητα, διατελώντας κυβερνήτης του Μελενίκου, των Σερρών και της Βιθυνίας, μέγας κοντόσταυλος, μέγας δουξ, βασιλεοπάτωρ και δεσπότης. Το 1259 ανακηρύχθηκε συναυτοκράτορας του ανήλικου αυτοκράτορα Ιωάννη ∆΄ Λάσκαρι.

Η κορυφαία στιγμή της πορείας του ήταν η ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης το 1261, ύστερα από μια τολμηρή επιχείρηση του στρατηγού Αλεξίου Στρατηγόπουλου. Με την επάνοδο των Βυζαντινών στην Πόλη, ο Μιχαήλ αποκατέστησε την αυτοκρατορία και στέφθηκε μονοκράτορας, εγκαινιάζοντας μια νέα εποχή ανασυγκρότησης αλλά και σοβαρών προκλήσεων.

Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος – Ο ιδρυτής της τελευταίας δυναστείας του Βυζαντίου-1
Χρυσό υπέρπυρον του Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου. Στον εμπροσθότυπο, η Θεοτόκος εντός των τειχών της Κωνσταντινούπολης με τους έξι πύργους. Στον οπισθότυπο, ο αυτοκράτορας με τον Αρχάγγελο Μιχαήλ πίσω του, γονατιστός ευλογούμενος από τον Χριστό. Το νόμισμα κόπηκε για να τιμήσει την ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Λατίνους το 1261.

Η πολιτική του επικεντρώθηκε στην ενίσχυση των συνόρων και την αντιμετώπιση των εξωτερικών απειλών, κυρίως των Λατίνων. Για να αποτρέψει μια νέα δυτική επίθεση, κυρίως από τον βασιλιά της Σικελίας, Κάρολο Α΄ τον Ανδεγαυό, προώθησε την Ένωση των Εκκλησιών, η οποία επετεύχθη στη Σύνοδο της Λυών (1274), μια κίνηση που πρόσφερε διπλωματική προστασία, αλλά προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στο εσωτερικό και δίχασε τον λαό και τον κλήρο.

Παρά τις αντιξοότητες, υπήρξε χαρισματικός ηγέτης, με διορατικότητα και ισχυρή αίσθηση πολιτικής σκοπιμότητας. Ο θάνατός του το 1282 άφησε μια αυτοκρατορία αποκατεστημένη, αλλά βαθιά διχασμένη, ενώ η κληρονομιά του παραμένει σημείο αναφοράς στη Βυζαντινή Ιστορία.

Από τη συνωμοσία στη στέψη

Η δολοφονία των Μουζαλώνων και η εδραίωση του Μιχαήλ.

Ο αυτοκράτορας Θεόδωρος Β΄ Λάσκαρις (1254-1258), ίσως ο λογιότερος αυτοκράτορας του Βυζαντίου, βασίλευσε στη Νίκαια για μόλις τέσσερα χρόνια. Έπασχε από βαριά επιληψία και πέθανε τον Αύγουστο του 1258. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του επιδίωξε, με αυστηρά μέτρα, να περιορίσει τη δύναμη των μεγάλων αριστοκρατικών οικογενειών και της Εκκλησίας και ανέδειξε άνδρες ταπεινής καταγωγής στα δημόσια αξιώματα. Στόχος του ήταν να δημιουργήσει μια τάξη πιστών δημοσίων υπαλλήλων, ανεξάρτητων από τις αυλικές φατρίες. Η πολιτική αυτή προκάλεσε έντονη δυσαρέσκεια στην αριστοκρατία, μέλος της οποίας ήταν και ο Μιχαήλ Παλαιολόγος. Οι σχέσεις του τελευταίου με την αυτοκρατορική δυναστεία δεν ήταν πάντοτε ομαλές, αν και είχε ξεχωρίσει ως ικανός στρατιωτικός διοικητής.

Λίγο πριν από τον θάνατό του, ο Θεόδωρος ανέθεσε στον Μιχαήλ τη φροντίδα των τέκνων του και την προστασία του ανήλικου υιού και διαδόχου του, Ιωάννη ∆΄ (1258-1261). Είχε αντιληφθεί την αυξανόμενη επιρροή του Μιχαήλ στον στρατό, στη Σύγκλητο και στον λαό και θεωρούσε απαραίτητη τη στήριξή του για την ομαλή μετάβαση της εξουσίας. Ωστόσο, στη διαθήκη του όρισε ως αντιβασιλέα τον πρωτοβεστιάριο Γεώργιο Μουζάλωνα, άνδρα ταπεινής καταγωγής και στενότατο συνεργάτη του. Η επιλογή αυτή προκάλεσε την οργή των ευγενών, οι οποίοι θεώρησαν ότι παραγκωνίζονταν. Προβλέποντας, όμως, τις αντιδράσεις τους, ο Θεόδωρος είχε λάβει μέτρα ώστε η διαθήκη του να επικυρωθεί επισήμως από τους ευγενείς της Νίκαιας.

Η αντιπάθεια της αριστοκρατίας απέναντι στον Μουζάλωνα οφειλόταν τόσο στην ταπεινή του καταγωγή όσο και στην πολιτική του αποθανόντος αυτοκράτορα. Ο Μουζάλωνας είχε καταστεί ο ισχυρότερος αξιωματούχος και στενότερος σύμβουλος του Θεοδώρου, ενώ και οι δύο αδελφοί του έλαβαν τα αξιώματα του μεγάλου δομέστικου και του πρωτοκυνηγού. Ακόμη και ο Μιχαήλ, παρά το κύρος της καταγωγής και της στρατιωτικής του δράσης, βρισκόταν σε ιεραρχικά κατώτερη θέση από τους Μουζαλώνες, γεγονός που αύξανε περαιτέρω την ένταση.

Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος – Ο ιδρυτής της τελευταίας δυναστείας του Βυζαντίου-2
Η Μονή των Σωσάνδρων στη Μαγνησία της Βιθυνίας, όπως διασώζεται σήμερα (Shutterstock.com).

Αντιλαμβανόμενος τη γενικευμένη δυσφορία, ο Γεώργιος Μουζάλωνας συγκάλεσε τη Σύγκλητο, τους ανώτερους αξιωματούχους και εκπροσώπους της αριστοκρατίας, δηλώνοντας ότι ήταν έτοιμος να παραιτηθεί εάν το ζητούσε η συνέλευση. Τότε ο Μιχαήλ, με επιδέξια διπλωματία, τον διαβεβαίωσε ότι όλοι σέβονταν την επιθυμία του αποθανόντος αυτοκράτορα. Το ακροατήριο συντάχθηκε με τον Μιχαήλ και ο Μουζάλωνας πείστηκε να παραμείνει στην αντιβασιλεία, ζητώντας όρκο πίστης προς τον ίδιο και τον ανήλικο αυτοκράτορα. Ήδη όμως είχε αρχίσει να διαμορφώνεται συνωμοσία εναντίον του, με τον Μιχαήλ στην πρώτη γραμμή.

Παρά την αποκατάσταση της τάξης, η αυτοκρατορία βρισκόταν αντιμέτωπη με πολλούς εξωτερικούς κινδύνους. Χρειαζόταν έναν ηγέτη ικανό να ενώσει τις κοινωνικές τάξεις και να εξασφαλίσει την αφοσίωση του στρατεύματος. Όλα τα βλέμματα στράφηκαν στον Μιχαήλ.

Η ευκαιρία για την εξόντωση των Μουζαλώνων δόθηκε λίγες ημέρες μετά τον θάνατο του Θεοδώρου Β΄. Στις αρχές Σεπτεμβρίου του 1258, ευγενείς, στρατός, κλήρος και λαός συγκεντρώθηκαν στη Μονή των Σωσάνδρων στη Μαγνησία της Βιθυνίας για το εννεαήμερο μνημόσυνο του αυτοκράτορα. Παρόντες ήταν ο ανήλικος Ιωάννης και ο Γεώργιος Μουζάλωνας με τα αδέλφια του. Έξω από τον ναό, οι στρατιώτες, κυρίως οι Λατίνοι μισθοφόροι, ζητούσαν να αντικρίσουν τον αυτοκράτορα. Όταν ο Ιωάννης εμφανίστηκε με τη φρουρά του, οι στρατιώτες κατέστησαν πιο θορυβώδεις. Ο νεαρός έκανε μια καθησυχαστική χειρονομία, την οποία εκείνοι εξέλαβαν ως έγκριση των ενεργειών τους. Με το πρόσχημα της προστασίας της τιμής του αυτοκράτορα κινήθηκαν προς τον ναό, θέτοντας σε εφαρμογή τα δολοφονικά τους σχέδια.

Οι Μουζάλωνες ειδοποιήθηκαν για τον κίνδυνο, αλλά δεν έλαβαν προφυλάξεις. Ο Γεώργιος έστειλε τον γραμματέα του, Θεοφύλακτο, να εξετάσει την κατάσταση. Το πλήθος τον δολοφόνησε, νομίζοντας πως ήταν ο ίδιος ο πρωτοβεστιάριος, και ακολούθως εισέβαλε στον ναό με ξίφη. Οι Μουζάλωνες προσπάθησαν να κρυφτούν. Ο Γεώργιος κατέφυγε στην Αγία Τράπεζα. Ο Λατίνος μισθοφόρος Κάρολος τον εντόπισε και τον δολοφόνησε και το πλήθος κατακρεούργησε το άψυχο σώμα του. Ανάλογη τύχη είχαν και τα αδέλφια του. Η σύζυγος του Γεωργίου, Θεοδώρα Ραούλαινα –ανιψιά του Μιχαήλ– έσπευσε στον θείο της και διαμαρτυρήθηκε για τα τεκταινόμενα. Εκείνος, όμως, τη συμβούλεψε να σωπάσει για να μην έχει την ίδια μοίρα.

Με τον θάνατο του Μουζάλωνα, ο Μιχαήλ στόχευε πλέον άμεσα στη διασφάλιση της επιτροπείας του ανήλικου Ιωάννη. Φοβούμενος μήπως άλλος ευγενής διεκδικήσει την κηδεμονία, διέταξε τους αδελφούς του, Ιωάννη και Κωνσταντίνο, να θέσουν υπό την προστασία τους τον νεαρό αυτοκράτορα, εμφανίζοντας, έτσι, τον εαυτό του ως υπερασπιστή της νόμιμης δυναστείας.

Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος – Ο ιδρυτής της τελευταίας δυναστείας του Βυζαντίου-3
Ο δικέφαλος αετός με το μονόγραμμα (συμπίλημα) των Παλαιολόγων στο κέντρο, έμβλημα της δυναστείας και της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Τοιχογραφία του 14ου αιώνα σε ναό.

Παρά την αποκατάσταση της τάξης, η αυτοκρατορία βρισκόταν αντιμέτωπη με πολλούς εξωτερικούς κινδύνους. Χρειαζόταν έναν ηγέτη ικανό να ενώσει τις κοινωνικές τάξεις και να εξασφαλίσει την αφοσίωση του στρατεύματος. Σύμφωνα με τον ιστορικό Γεώργιο Ακροπολίτη, όλα τα βλέμματα στράφηκαν στον Μιχαήλ. Με πιθανή υπόδειξη του Πατριάρχη Αρσενίου Α΄ Αυτωρειανού (1254-1260 και 1261-1265), συνεκλήθη στη Νίκαια συνέλευση των ευγενών, η οποία τον εξέλεξε αντιβασιλέα και επίτροπο του Ιωάννη. Η επιλογή του ήταν αναμενόμενη: διέθετε κύρος, αριστοκρατική καταγωγή και στρατιωτική εμπειρία.

Για να λάβει τίτλο αρμόζοντα στη νέα του θέση, του απονεμήθηκε το αξίωμα του μεγάλου δουκός και του δόθηκε ο έλεγχος του αυτοκρατορικού θησαυροφυλακίου. Με γενναιόδωρες χρηματικές δωρεές, εξασφάλισε υποστηρικτές που θα προωθούσαν τις φιλοδοξίες του. Παράλληλα, καλλιέργησε στενές σχέσεις με την Εκκλησία. Ακόμη και ο καχύποπτος Πατριάρχης Αρσένιος εντυπωσιάστηκε από τη σεμνότητα και τη γενναιοδωρία του. Έτσι, η Εκκλησία πρωτοστάτησε στην προαγωγή του στο αξίωμα του δεσπότη.

Όταν η κοινή γνώμη είχε πλέον προετοιμαστεί κατάλληλα, ο Μιχαήλ ανυψώθηκε σε ασπίδα και ανακηρύχθηκε αυτοκράτορας στη Μαγνησία και, στη συνέχεια, η στέψη του έλαβε χώρα τα Χριστούγεννα του 1258 στη Νίκαια. Η τελετή της στέψης ανέδειξε την παντοδυναμία του: εκείνος και η σύζυγός του Θεοδώρα στέφθηκαν πρώτοι με αυτοκρατορικά διαδήματα κοσμημένα με πολύτιμους λίθους, ενώ ο νόμιμος αυτοκράτορας Ιωάννης στέφθηκε δεύτερος με μια απλή μαργαριταρένια ταινία, χωρίς να αντιλαμβάνεται τη σημασία της στιγμής.

1261: Η εκπλήρωση του ονείρου

Η ανάκτηση της Κωνσταντινούπολης.

Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους της ∆΄ Σταυροφορίας αποτέλεσε ένα από τα πιο καθοριστικά και τραυματικά γεγονότα της Βυζαντινής Ιστορίας. Για πρώτη φορά μετά από σχεδόν εννέα αιώνες, τα περίφημα και μέχρι τότε απόρθητα τείχη της Πόλης δεν μπόρεσαν να την προστατεύσουν. Η κατάληψη και η πρωτοφανής λεηλασία της Κωνσταντινούπολης από τους Λατίνους Σταυροφόρους αποτέλεσαν βαθύτατο πλήγμα για την αυτοκρατορία. Το διοικητικό, πολιτικό, θρησκευτικό και οικονομικό κέντρο του Βυζαντίου έπεσε στα χέρια των ∆υτικών. Ο αυτοκράτορας και ο πατριάρχης έγιναν πρόσφυγες μέσα στην ίδια τους τη χώρα, ενώ χιλιάδες Κωνσταντινουπολίτες αναζήτησαν καταφύγιο στα εναπομείναντα βυζαντινά εδάφη. Η Μικρά Ασία και η Ήπειρος δέχθηκαν τον μεγαλύτερο όγκο των προσφύγων, προσφέροντας προσωρινή ασφάλεια και τη δυνατότητα για μια νέα αρχή.

Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος – Ο ιδρυτής της τελευταίας δυναστείας του Βυζαντίου-4
Η είσοδος των Σταυροφόρων στην Κωνσταντινούπολη το 1204. Ελαιογραφία του Eυγένιου Ντελακρουά, 1840 (Μουσείο Λούβρου – Print Collector/Getty Images/Ideal Image).

Το Βυζάντιο επιβίωσε μέσα από τρία διάδοχα κρατικά μορφώματα: την αυτοκρατορία της Νίκαιας, το κράτος της Ηπείρου και την αυτοκρατορία της Τραπεζούντας. Από αυτά, η Νίκαια και η Ήπειρος αναδείχθηκαν στους βασικούς διεκδικητές της βυζαντινής κληρονομιάς και αποδύθηκαν σε έναν επίμονο αγώνα ισχύος, με απώτερο στόχο την ανάκτηση της Κωνσταντινούπολης. Η αποκατάσταση της βυζαντινής εξουσίας στην πόλη του Μεγάλου Κωνσταντίνου δεν ήταν απλώς μια πολιτική επιδίωξη: ήταν το raison d’être, ο ύψιστος λόγος ύπαρξης των ελληνικών κρατών της εξορίας.

Οι Λασκαρίδες αυτοκράτορες της Νίκαιας εργάστηκαν με συνέπεια για την ενίσχυση του κράτους τους. Επιχείρησαν να σταθεροποιήσουν τα σύνορά τους, να αναδιοργανώσουν τον στρατό και να αποκαταστήσουν την οικονομία, με μοναδικό σκοπό να προετοιμάσουν τη μεγάλη επιστροφή στη Βασιλεύουσα. Αντίστοιχα, η Ήπειρος δεν έμεινε αδρανής, προβάλλοντας και εκείνη αξιώσεις στη βυζαντινή κληρονομιά. Καθοριστικής σημασίας ήταν η νίκη των στρατευμάτων της Νίκαιας έναντι των συνασπισμένων δυνάμεων της Ηπείρου, του πριγκιπάτου της Αχαΐας και του βασιλείου της Σικελίας στη μάχη της Πελαγονίας τον Σεπτέμβριο του 1259, μια νίκη που άνοιξε διάπλατα τον δρόμο για τη διεκδίκηση της Κωνσταντινούπολης.

Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος – Ο ιδρυτής της τελευταίας δυναστείας του Βυζαντίου-5
Ο ενετικός στόλος διασώζει τους Λατίνους που διέμεναν στην Κωνσταντινούπολη, μετά την ανάκτηση της πόλης από τον Μιχαήλ (Alamy/Visualhellas.gr).

Την εξουσία στη Νίκαια είχε τότε ουσιαστικά αναλάβει ο Μιχαήλ Παλαιολόγος, ως συναυτοκράτορας του Ιωάννη. Συνεχίζοντας την πολιτική των Λασκαριδών, έθεσε ως ύψιστο στόχο του την ανάκτηση της Κωνσταντινούπολης, καθώς γνώριζε ότι μόνο μέσω μιας τέτοιας επιτυχίας θα εξασφάλιζε πλήρως τη νομιμοποίησή του.

Την άνοιξη του 1260 φάνηκε να παρουσιάζεται μια ευκαιρία. Ένας Λατίνος αιχμάλωτος της Πελαγονίας υποσχέθηκε στον Μιχαήλ ότι μπορούσε να ανοίξει κρυφά μια πύλη των τειχών, αν εκείνος τον απελευθέρωνε. Οι δυο τους ήλθαν σε συμφωνία και ο Μιχαήλ κινήθηκε με στρατό έως τα περίχωρα της Πόλης. Η υπόσχεση, όμως, αποδείχθηκε απατηλή. Ακολούθησε περιορισμένη σύγκρουση στον Γαλατά μεταξύ Βυζαντινών και Λατίνων, η οποία κατέληξε σε ανακωχή ενός έτους ανάμεσα στον Λατίνο αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης Βαλδουίνο Β΄ (1228-1261) και τον Μιχαήλ.

Η ανακωχή αυτή επέτρεψε στον Μιχαήλ να οργανώσει καλύτερα το σχέδιο της τελικής επίθεσης. Στρέφοντας την προσοχή του στη διπλωματία, εξασφάλισε την ουδετερότητα ή τη συμμαχία γειτονικών δυνάμεων, όπως των Σελτζούκων Τούρκων, των Μογγόλων και των Βουλγάρων. Γνώριζε, ωστόσο, ότι η Κωνσταντινούπολη, εξαιτίας της στρατηγικής της θέσης και των ισχυρών τειχών της, δεν μπορούσε να πέσει χωρίς πλήρη αποκλεισμό από ξηρά και θάλασσα. Η Βενετία, η ισχυρότερη ναυτική δύναμη της εποχής, είχε κάθε συμφέρον να διατηρήσει την πόλη υπό λατινικό έλεγχο, αφού διέθετε εκεί μια σημαντική εμπορική βάση. Το βυζαντινό Ναυτικό δεν ήταν σε θέση να αντιμετωπίσει τον βενετικό στόλο. Έτσι, ο Μιχαήλ στράφηκε στον μεγάλο ανταγωνιστή της Βενετίας, τη Γένουα. Μετά από μυστικές διαπραγματεύσεις, υπογράφηκε στο Νυμφαίο της Βιθυνίας, στις 13 Μαρτίου 1261, συνθήκη μόνιμης συμμαχίας εναντίον της Βενετίας. Η Γένουα αναλάμβανε να παραχωρήσει πενήντα πλοία στη Νίκαια και σε αντάλλαγμα αποκτούσε τα εμπορικά προνόμια που μέχρι τότε είχαν οι Βενετοί στα βυζαντινά ύδατα. Αν και η συνθήκη αυτή έμελλε να μεταβάλει ριζικά τις ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο, η ίδια η ανάκτηση της Πόλης θα ερχόταν απροσδόκητα και χωρίς την άμεση συμμετοχή των Γενουατών.

Τον Ιούλιο του 1261 η ανακωχή με τους Λατίνους δεν είχε ακόμη λήξει. Απέμενε περίπου ένας μήνας. Ο Μιχαήλ ανέθεσε στον στρατηγό Αλέξιο Στρατηγόπουλο να μεταβεί στη Θράκη με μικρή δύναμη, προκειμένου να επιβλέπει την περιοχή και να συλλέξει πληροφορίες για την κατάσταση της άμυνας της Κωνσταντινούπολης. Όταν ο Στρατηγόπουλος έφτασε κοντά στη Σηλυβρία, περίπου τριάντα χιλιόμετρα δυτικά της Πόλης, ενημερώθηκε από τους τοπικούς αγρότες, τους λεγόμενους θεληματάριους, ότι τόσο η λατινική φρουρά όσο και ο βενετικός στόλος είχαν αποπλεύσει για επιδρομή στη νήσο ∆αφνουσία του Ευξείνου Πόντου. Μόνο τα ισχυρά τείχη της Πόλης εμπόδιζαν τον Στρατηγόπουλο. Μπροστά στον πειρασμό της απρόσμενης ευκαιρίας, ο Βυζαντινός στρατηγός πήρε το ρίσκο. Με τη βοήθεια των θεληματάριων, ανακάλυψε ένα κρυφό πέρασμα στα τείχη. Τη νύχτα της 24ης προς την 25η Ιουλίου 1261 η μικρή βυζαντινή δύναμη εισέβαλε αθόρυβα, αιφνιδίασε τη φρουρά της πύλης της Κρήνης και την εξουδετέρωσε πριν σημάνει συναγερμός. Έως το ξημέρωμα η Κωνσταντινούπολη βρισκόταν στα χέρια των Βυζαντινών. Ο Βαλδουίνος Β΄ κατέφυγε σε ένα βενετικό πλοίο, εγκαταλείποντας ακόμη και το στέμμα και το σκήπτρο του. Με επιδέξιο τέχνασμα ο Στρατηγόπουλος αποθάρρυνε την αντεπίθεση των Λατίνων και εξασφάλισε την πόλη.

Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος – Ο ιδρυτής της τελευταίας δυναστείας του Βυζαντίου-6
Ο Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος με τον γιο του Κωνσταντίνο και τη σύζυγό του Θεοδώρα. Μικρογραφία από τη Μονή Παναγίας Περιβλέπτου στην Κωνσταντινούπολη, η οποία διαλύθηκε από τους Σταυροφόρους και ανακαινίστηκε από τον Μιχαήλ Η΄ μετά την ανάκτηση της πόλης ( Βασιλική Βιβλιοθήκη, Ουίνδσορ).

Ύστερα από πενήντα επτά χρόνια λατινικής κυριαρχίας, η Βασιλεύουσα επέστρεψε στα χέρια των Βυζαντινών. Ο Μιχαήλ πληροφορήθηκε τη χαρμόσυνη είδηση στο στρατόπεδό του στο Μετεώριο, σε απόσταση περίπου διακοσίων χιλιομέτρων από την Κωνσταντινούπολη. Κάλεσε αμέσως τον λαό και, σύμφωνα με τον ιστορικό Γεώργιο Παχυμέρη, απευθύνθηκε στο πλήθος: «Υπομείναμε πολλές συμφορές στην προσπάθειά μας να ανακτήσουμε την Κωνσταντινούπολη, επειδή ο Θεός θέλησε να μας κάνει να καταλάβουμε ότι η κατοχή της πόλης είναι χάρη που εξαρτάται από την καλοσύνη Του. Παραχώρησε, λοιπόν, στη βασιλεία μας αυτή τη χάρη, η οποία μας υποχρεώνει σε αιώνια ευγνωμοσύνη, και δίνοντάς μας αυτήν (Κωνσταντινούπολη), μας έδωσε την ελπίδα να ανακτήσουμε και τις επαρχίες που κάποτε απωλέσαμε μαζί της».

Ακολούθησε η πανηγυρική επιστροφή. Αφού έκανε όλες τις απαραίτητες προετοιμασίες για τη μεταφορά της έδρας της αυτοκρατορίας από τη Νίκαια στην Κωνσταντινούπολη, ο Μιχαήλ αναχώρησε για την Κωνσταντινούπολη και καθ’ οδόν, περί την Αχυράους, ένας απεσταλμένος του Στρατηγόπουλου του παρέδωσε τα βασιλικά σύμβολα του Λατίνου αυτοκράτορα. Η πορεία του μέχρι την πρωτεύουσα διήρκεσε δύο εβδομάδες. Εισήλθε από τη Χρυσή Πύλη στις 15 Αυγούστου 1261, ανήμερα της μεγάλης εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, μέσα σε μια επιβλητική τελετή με έντονο θρησκευτικό χαρακτήρα. Στον μεγαλοπρεπή ναό της Αγίας Σοφίας ο Πατριάρχης Αρσένιος έστεψε εκ νέου τον Μιχαήλ και τη σύζυγό του Θεοδώρα αυτοκράτορα και αυτοκράτειρα, ενώ ο υιός τους, Ανδρόνικος Β΄ (1282-1328), ανακηρύχθηκε διάδοχος του θρόνου. Απών ήταν ο ανήλικος Ιωάννης, ο νόμιμος αυτοκράτορας, τον οποίο ο Μιχαήλ είχε αφήσει στη Μικρά Ασία. Η περιθωριοποίησή του ήταν πλέον εμφανής. Λίγους μήνες αργότερα τυφλώθηκε και περιορίστηκε σε ένα κάστρο στη Θάλασσα του Μαρμαρά, ώστε να μην αποτελεί πολιτική απειλή για τον Μιχαήλ.

Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος – Ο ιδρυτής της τελευταίας δυναστείας του Βυζαντίου-7
Χάρτης της Κωνσταντινούπολης σχεδιασμένος το 1422 από τον Φλωρεντίνο χαρτογράφο Κριστοφόρο Μπουοντελμόντι (Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας, Παρίσι).

Η επανάκτηση της Κωνσταντινούπολης το 1261 σηματοδότησε την απαρχή της Παλαιολόγειας Περιόδου, της τελευταίας περιόδου της Βυζαντινής Ιστορίας. Η επιστροφή στη Βασιλεύουσα υπήρξε ένα γεγονός υψίστης σημασίας, αν και το Βυζάντιο δεν θα ανακτούσε ποτέ την παλιά του ισχύ.

Ο «Νέος Κωνσταντίνος»

Θεία Πρόνοια, εξουσία και προπαγάνδα.

Ο Μιχαήλ Παλαιολόγος ως αυτοκράτορας εστερείτο της νομιμοποίησης, καθώς δεν ήταν μέλος της δυναστείας των Λασκαριδών, αλλά σφετεριστής της εξουσίας του νεαρού Ιωάννη ∆΄. Σημαντικό μέρος του λαού –και ιδίως οι κάτοικοι της Μικράς Ασίας, που είχαν ευεργετηθεί από την πολιτική των Λασκαριδών–παρέμεναν πιστοί στον νεαρό Λάσκαρι. Για τον Μιχαήλ, ήταν ζωτικής σημασίας να εγκαθιδρύσει ένα στιβαρό ηθικό και συμβολικό θεμέλιο για τη βασιλεία του. Έτσι, ανέπτυξε έναν εξαιρετικά εκτεταμένο προπαγανδιστικό μηχανισμό, με σκοπό να δυσφημήσει τους Λασκαρίδες, ιδιαίτερα τον Θεόδωρο Β΄, και να προβάλει τον εαυτό του ως σωτήρα της αυτοκρατορίας και θεοσεβή ηγεμόνα, τον οποίο η Θεία Πρόνοια τοποθέτησε επικεφαλής του κράτους.

Η προπαγάνδα αυτή καθίσταται εμφανής ήδη στις αφηγήσεις σχετικά με τον τρόπο που ο Μιχαήλ πληροφορήθηκε την ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης το 1261. Οι ιστορικοί Γεώργιος Ακροπολίτης και Γεώργιος Παχυμέρης αναφέρουν πως, όταν η αδελφή του Ευλογία έμαθε τα χαρμόσυνα νέα, έσπευσε να τον αφυπνίσει ανακοινώνοντάς του πως είναι πλέον κύριος της Πόλης. Ο Μιχαήλ απάντησε με δυσπιστία, θεωρώντας αδύνατον να έχει συμβεί κάτι τέτοιο ενώ βρισκόταν στο Μετεώριο. Όταν όμως η Ευλογία διατύπωσε το μήνυμα διαφορετικά –«Ο Χριστός σού χάρισε την Κωνσταντινούπολη»–, ο Μιχαήλ αποδέχθηκε αμέσως τα λόγια της, εγέρθηκε από την κλίνη και ύψωσε τα χέρια του προς τον ουρανό ευχαριστώντας τον Θεό για την εξέλιξη. Αποδίδεται, κατά συνέπεια, θεϊκή νομιμοποίηση στη βασιλεία του: ο ίδιος ο Θεός, και όχι η ανθρώπινη τύχη ή η στρατιωτική ικανότητα, του παρέδωσε τη βασιλίδα των πόλεων Κωνσταντινούπολη.

Την ίδια στρατηγική ακολούθησε ο Μιχαήλ και κατά την είσοδό του στην Κωνσταντινούπολη. Αν και είχε φθάσει έξω από τα τείχη στις 14 Αυγούστου, επέλεξε να εισέλθει στην Πόλη την επόμενη ημέρα, ανήμερα, δηλαδή, της μεγάλης θεομητορικής εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Με τον τρόπο αυτόν αποδιδόταν ειδική τιμή στη Θεοτόκο, προστάτιδα της Πόλης, ενώ παράλληλα δινόταν στον αυτοκράτορα ο απαραίτητος χρόνος για να οργανώσει επιμελώς την τελετουργική είσοδο που θα σηματοδοτούσε τον θρίαμβό του.

Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος – Ο ιδρυτής της τελευταίας δυναστείας του Βυζαντίου-8
Η Χρυσή Πύλη και τμήμα των τειχών της Κωνσταντινούπολης. Χαρακτικό του Lemaitre, από την έκδοση Historia de Turquia των Joseph Marie Jouannin και Jules Van Gaver, 1840 (Photo by: PHAS/Universal Images Group via Getty Images).

Έμπροσθεν της Χρυσής Πύλης των Θεοδοσιανών Τειχών παρατάχθηκαν ο αυτοκράτορας, πεζός και αστεφής, η σύζυγός του, ο ανήλικος υιός τους Ανδρόνικος, μέλη της Συγκλήτου, στρατιωτικοί, κληρικοί και πλήθος λαού. Ο μητροπολίτης Κυζίκου Γεώργιος Κλειδάς, κρατώντας την ιερή εικόνα της Θεοτόκου της Οδηγήτριας, ανέβηκε σε έναν από τους πύργους της Πύλης και ανέγνωσε δεκατρείς ευχές, ειδικά συντεθειμένες για την περίσταση από τον Ακροπολίτη, στενό συνεργάτη του Μιχαήλ. Ο Ακροπολίτης σημειώνει ότι ο αυτοκράτορας επιθυμούσε να εισέλθει στην πόλη «θεοπρεπῶς μᾶλλον ἢ βασιλικῶς», να παρουσιαστεί, εν ολίγοις, όχι απλώς ως κοσμικός ηγεμόνας, αλλά ως εκλεκτός της Θείας Πρόνοιας. Μετά την τελετή άνοιξαν οι πύλες και η πομπή, στην κεφαλή της οποίας βρισκόταν η εικόνα της Οδηγήτριας, εισήλθε στην Πόλη. Ο Μιχαήλ, αφού απέθεσε την εικόνα στη Μονή Στουδίου, κατευθύνθηκε έφιππος στην Αγία Σοφία και «τῷ δεσπότῃ προσκυνήσας Χριστῷ καὶ τὰ εἰκότα τούτῳ εὐχαριστήσας περὶ τὸ μέγα κατηντήκει παλάτιον». Ο έντονα θρησκευτικός χαρακτήρας της εισόδου είναι ενδεικτικός της σημασίας που αποδόθηκε στον ρόλο της Θείας Πρόνοιας για την ανακατάληψη της πρωτεύουσας.

Ως έκφραση της ευγνωμοσύνης του προς τον Θεό, ο Μιχαήλ παρήγγειλε την κατασκευή του περίφημου ψηφιδωτού της ∆εήσεως στα νότια υπερώα της Αγίας Σοφίας. Στο κέντρο του δεσπόζει ο Χριστός ένθρονος, πλαισιωμένος από την Παναγία και τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο. Παρότι δεν σώζεται ολόκληρο, είναι εμφανές ότι πρόκειται για ένα έργο εξαιρετικής τέχνης. Ο αυτοκράτορας επέλεξε να μην απεικονιστεί ο ίδιος, σε αντίθεση με άλλα αυτοκρατορικά ψηφιδωτά, θέλοντας να προβάλει πρωτίστως την ευγνωμοσύνη του προς τον Θεό και, κατά συνέπεια, τον θεοσεβή χαρακτήρα της βασιλείας του.

Οι Βυζαντινοί βρήκαν την Πόλη σε πλήρη παρακμή μετά τη Λατινοκρατία. Ο Μιχαήλ προχώρησε σε ένα φιλόδοξο οικοδομικό πρόγραμμα: ανακαίνισε τα τείχη, αποκατέστησε μνημεία, οικοδόμησε αγορές, στοές, δικαστήρια, θέατρα και φιλανθρωπικά ιδρύματα, ενώ επέδειξε ιδιαίτερη φροντίδα για τους ναούς και τα λοιπά εκκλησιαστικά ιδρύματα. Στόχος του ήταν να αποκαταστήσει την παλαιά αίγλη της πρωτεύουσας και να προβάλει τη νέα δυναστεία ως συνεχιστή της βυζαντινής παράδοσης. Σε ανάμνηση της ανάκτησης της Πόλης, έστησε μπροστά από τον ναό των Αγίων Αποστόλων ένα χάλκινο άγαλμα του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, στη βάση του οποίου υπήρχε ένα μικρότερης κλίμακας άγαλμα που αναπαριστούσε τον ίδιο να προσφέρει ομοίωμα της Κωνσταντινούπολης στον προστάτη του Αρχάγγελο, μια απτή υπενθύμιση της θεϊκής επικύρωσης της εξουσίας του.

Ιδιαίτερη σημασία είχε και η υιοθέτηση του προσωνυμίου «Νέος Κωνσταντίνος» από τον Μιχαήλ, επιδιώκοντας να συνδέσει τον εαυτό του με τον ιδρυτή της Πόλης, Κωνσταντίνο Α΄ τον Μέγα (306-337). Σύμφωνα με τον Παχυμέρη, ο Πατριάρχης Γερμανός Γ΄ (1265) ήταν ο πρώτος που χρησιμοποίησε το προσωνύμιο. Παρήγγειλε, μάλιστα, ένα χρυσοϋφές πορφυρό πέπλο με την απεικόνιση του Μιχαήλ ως «Νέου Κωνσταντίνου» και το ανήρτησε ανάμεσα σε δύο πορφυρούς κίονες στη δυτική πλευρά του ναού της Αγίας Σοφίας.

Το προσωνύμιο «Νέος Κωνσταντίνος» ή λατινιστί «Novus Constantinus» εμφανίζεται και στα διπλωματικά έγγραφα του Μιχαήλ προς τον πάπα, τη Βενετία, τη Γένουα, την Πίζα και τον βασιλιά Λουδοβίκο Θ΄ της Γαλλίας (1226-1270). Εξίσου ενδεικτικές είναι οι μεταβολές στη μορφή της υπογραφής του Μιχαήλ. Έτσι, ενώ σε συνθήκη με τη Γένουα το 1261 υπογράφει ως «Michael in Christo Deo fidelis imperator et moderator Grecorum, Ducas, Angelus, Comnenus, Paleologus», μετά την ανάκτηση της Κωνσταντινούπολης πρόσθεσε και τα coronatus, δηλαδή εστεμμένος –δηλωτικό της στέψης του στην Αγία Σοφία– και «Νέος Κωνσταντίνος», στοιχείο των φιλοδοξιών του για αναβίωση της αυτοκρατορικής δόξας.

Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος – Ο ιδρυτής της τελευταίας δυναστείας του Βυζαντίου-9
Το ψηφιδωτό της Δέησης στην Αγία Σοφία. Λεπτομέρεια στην οποία εικονίζονται η Θεοτόκος, ο Ιησούς και ο Άγιος Ιωάννης ο βαπτιστής (LTL/Heritage Images/Getty Images/Ideal Image).

Ωστόσο, κατά την υλοποίηση της ενωτικής του πολιτικής, ο Μιχαήλ μετέβαλε ξανά την υπογραφή του. Σε επιστολή προς τον Πάπα Γρηγόριο Ι΄ (1271-1276) το 1273 εγκαταλείπει το προσωνύμιο «Νέος Κωνσταντίνος» και προσθέτει τις φράσεις «sue sanctitatis obediens filius» ή «spiritualis filius magne sanctitatis vestre», ώστε να δηλώσει υπακοή προς την παπική εξουσία. Μετά όμως την ήττα του Καρόλου Α΄ Ανδεγαυού στο Βεράτιο το 1281 και τον αφορισμό του από τον Πάπα Μαρτίνο ∆΄ (1281-1285), όταν πλέον η προοπτική της Ένωσης των Εκκλησιών είχε καταρρεύσει, ο Μιχαήλ επανέφερε το παλαιό προσωνύμιο του «Νέου Κωνσταντίνου». Άξιο αναφοράς είναι και το γεγονός ότι η χρήση του τίτλου moderator σε ορισμένα λατινικά έγγραφα αναπαράγει τους τίτλους των Λατίνων αυτοκρατόρων της Κωνσταντινούπολης.

Η απεικόνιση του αυτοκράτορα ως «Νέου Κωνσταντίνου» διαδόθηκε και στην τέχνη. Για παράδειγμα, στο καθολικό της Μονής της Θεοτόκου στην Απολλωνία της σημερινής Αλβανίας (περί το 1270) αναπαρίσταται ο Μιχαήλ με τη σύζυγό του Θεοδώρα, τον Ανδρόνικο Β΄ και πιθανώς τον πορφυρογέννητο Κωνσταντίνο. Τη μορφή του αυτοκράτορα συνοδεύει η επιγραφή «[Μιχαὴλ ἐν Χριστῷ τῷ Θεῷ πιστὸς βασιλεὺς] καὶ α[ὐτοκράτωρ Ῥωμαίων] νέος Κωνσταντῖνος Κομνηνὸς ∆ούκας Ἄγγελος ὁ Παλαιολόγος». Αντίστοιχη παράσταση υπάρχει και στον ναό της Θεοτόκου στο Manastir στην Πρίλαπο (1270-71). Σύμφωνα με μεταγενέστερες μαρτυρίες –όπως του Ισπανού διπλωμάτη Ruy González de Clavijo (1403) και του Γερμανού ιστορικού Johannes Leunclavius (16ος αι.)– στη δυτική όψη του ναού της Περιβλέπτου στην Κωνσταντινούπολη υπήρχε παράσταση του Μιχαήλ και της οικογένειάς του με την επιγραφή: «Michael in Christo Deo fidelis rex et imperator, Ducas, Angelus, Comnenus, et Novus Constantinus». Με αυτόν τον τρόπο, η ιδεολογική προβολή του ως ανανεωτή της αυτοκρατορίας εδραιωνόταν τόσο στη διπλωματία όσο και στη δημόσια εικόνα του.

Ο Μιχαήλ κατόρθωσε να οικοδομήσει ένα εκλεπτυσμένο σύστημα προπαγάνδας, με στόχο την κατοχύρωση της νομιμότητάς του: θεολογικός λόγος, τελετουργία, δημόσια μνημεία, καλλιτεχνικά έργα και διπλωματικοί τίτλοι λειτούργησαν συντονισμένα για να παρουσιάσουν τον σφετεριστή ως θεόσταλτο αυτοκράτορα. Με την ανάκτηση της Πόλης, τη θρησκευτική ρητορική και τη συμβολική ταύτιση με τον Μέγα Κωνσταντίνο, ο Μιχαήλ πέτυχε να θεμελιώσει μια νέα, ανθεκτική δυναστική ταυτότητα για τους Παλαιολόγους.

Η Διπλωματία της Πίστης

Η Ένωση της Λυών και η τέχνη της επιβίωσης.

Η ανάκτηση της Κωνσταντινούπολης από τους Βυζαντινούς το 1261 αποτέλεσε μια εξέλιξη που δυσαρέστησε όλες τις δυνάμεις της ∆ύσης, οι οποίες είχαν συμφέρον από τη διατήρηση μιας αδύναμης και εύκολα χειραγωγήσιμης λατινικής εξουσίας στις ακτές του Βοσπόρου. Ιδιαίτερα ο πάπας και οι Βενετοί θεώρησαν τη βυζαντινή επάνοδο απειλή για τα πολιτικά και οικονομικά τους συμφέροντα. Ο Μιχαήλ Παλαιολόγος, ως διορατικός και έμπειρος ηγέτης, αντιλήφθηκε άμεσα τον κίνδυνο σχηματισμού μιας νέας δυτικής συμμαχίας με στόχο την ανατροπή του και την επαναφορά της Λατινικής Αυτοκρατορίας στην Κωνσταντινούπολη. Ο πάπας Ουρβανός ∆΄ (1261-1264) επιζητούσε ήδη την οργάνωση μιας νέας Σταυροφορίας για την αποκατάσταση του έκπτωτου αυτοκράτορα Βαλδουίνου Β΄ στον θρόνο της Κωνσταντινούπολης.

Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος – Ο ιδρυτής της τελευταίας δυναστείας του Βυζαντίου-10
Ο καρδινάλιος Μποναβεντούρα υποδέχεται τους Βυζαντινούς απεσταλμένους στη Σύνοδο της Λυών, το 1274. Ελαιογραφία του Francisco de Zurbarán, 1629 (Μουσείο Λούβρου – Alamy/Visualhellas.gr).

Προκειμένου να κατευνάσει τον Ρωμαίο ποντίφικα, ο Μιχαήλ χρησιμοποίησε το δέλεαρ της Ένωσης των Εκκλησιών ως διπλωματικό όπλο. Στόχος του ήταν να απομακρύνει το ενδεχόμενο σχηματισμού ενός ισχυρού συνασπισμού ∆υτικών εναντίον της αυτοκρατορίας. Με μια εκτενή επιστολή προς τον Ουρβανό το 1264, η οποία αποτελούσε στην ουσία ομολογία πίστεως, ο Μιχαήλ δήλωνε την επιθυμία του να επιτευχθεί Ένωση των Εκκλησιών και να υποταχθούν τα πατριαρχεία της Ανατολής στην πνευματική πρωτοκαθεδρία του πάπα. Οι προτάσεις αυτές έγιναν δεκτές με ενθουσιασμό από τον Ουρβανό και ακολούθησε ανταλλαγή πρεσβειών ανάμεσα στη Ρώμη και την Κωνσταντινούπολη. Το καλοκαίρι του 1264 έφθασε στην Πόλη ως παπικός λεγάτος ο Νικόλαος, επίσκοπος Κρότωνος, και αποφασίστηκε η σύγκληση συνόδου που θα ρύθμιζε εκκλησιαστικά και κοσμικά ζητήματα. Ωστόσο, ο θάνατος του Ουρβανού στις 2 Οκτωβρίου του ίδιου έτους ανέκοψε κάθε διαδικασία.

Το 1266 εμφανίστηκε στο προσκήνιο ο μεγαλύτερος αντίπαλος του Μιχαήλ, ο Κάρολος Α΄ Ανδεγαυός (1266-1282), νέος βασιλιάς της Σικελίας, ο οποίος απολάμβανε την πλήρη στήριξη του διαδόχου του Ουρβανού, του πάπα Κλήμεντα ∆΄ (1265-1268). Τον Μάιο του 1267 υπεγράφησαν στο Βιτέρμπο συνθήκες ανάμεσα στον Κλήμεντα, τον Κάρολο, τον Βαλδουίνο και τον πρίγκιπα της Αχαΐας Γουλιέλμο Βιλλεαρδουίνο, που συνιστούσαν, ουσιαστικά, ένα οργανωμένο σχέδιο κατάκτησης της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

Αντιλαμβανόμενος την κρισιμότητα της κατάστασης, ο Μιχαήλ επανέφερε άμεσα στο προσκήνιο την προοπτική της Ένωσης των Εκκλησιών, ζητώντας παράλληλα την προστασία του πάπα από επιθέσεις Λατίνων ηγεμόνων στα βυζαντινά εδάφη. Ο Κλήμης, ωστόσο, ήταν περισσότερο απαιτητικός από τον προκάτοχό του και αξίωνε πλήρη και άμεση υποταγή των Βυζαντινών στη Ρώμη. Παρ’ όλα αυτά, όσο οι δίαυλοι επικοινωνίας ανάμεσα στη Ρώμη και την Κωνσταντινούπολη παρέμεναν ανοιχτοί, καμία δυτική δύναμη δεν μπορούσε να στραφεί εναντίον του Μιχαήλ. Ο θάνατος του Κλήμεντα στις 28 Νοεμβρίου 1268 αποτέλεσε σοβαρό πλήγμα, καθώς ο Κάρολος βρέθηκε πλέον χωρίς ουσιαστικό περιορισμό. Ο παπικός θρόνος παρέμεινε κενός για τρία χρόνια. Στον θρόνο του Αγίου Πέτρου ανήλθε το 1271 ο Γρηγόριος Ι΄ (1271-1276), παρά τις προσπάθειες του Καρόλου να επιβάλει δικό του υποψήφιο. Ο νέος πάπας είχε ως κύριο μέλημά του τη διοργάνωση μιας νέας Σταυροφορίας για την επανάκτηση της Ιερουσαλήμ και αντιλήφθηκε ότι η επιτυχία της προϋπέθετε τη συνεργασία του Βυζαντινού αυτοκράτορα. Γι’ αυτόν τον λόγο απέστειλε επιστολή στον Μιχαήλ, πριν ακόμη ενθρονιστεί, εκφράζοντας την πρόθεσή του να προχωρήσει την Ένωση.

Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος – Ο ιδρυτής της τελευταίας δυναστείας του Βυζαντίου-11
Επιχρωματισμένη λιθογραφία με τη μορφή του Καρόλου Α΄ Ανδεγαυού, βασιλιά της Νάπολης και της Σικελίας (Bettmann/Getty Images/Ideal Image).

Το καλοκαίρι του 1272, ο Βυζαντινός αυτοκράτορας απέστειλε στη Ρώμη ως πρεσβευτή τον Φραγκισκανό μοναχό Ιωάννη Παράστρωνα, με μια επιστολή στην οποία επιβεβαίωνε την προσήλωσή του στην Ένωση. Στις 24 Οκτωβρίου, ο Παράστρων επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη, αναγγέλλοντας τη σύγκληση μιας μεγάλης συνόδου στη Λυών σε δύο χρόνια. Από εκείνο το σημείο και έπειτα, οι επαφές ανάμεσα στις δύο πλευρές ήταν συνεχείς. Ο Μιχαήλ διαβεβαίωνε γραπτώς και προφορικώς για την ειλικρίνεια των προθέσεών του, ενώ ο Γρηγόριος, με τη σειρά του, συγκρατούσε τις εχθρικές βλέψεις του Καρόλου.

Η πολυπόθητη Σύνοδος της Λυών πραγματοποιήθηκε τελικά το καλοκαίρι του 1274. Ο Μιχαήλ δεν συμμετείχε αυτοπροσώπως, αλλά έστειλε ως επικεφαλής της βυζαντινής αντιπροσωπείας τον στενό του συνεργάτη και μεγάλο λογοθέτη Γεώργιο Ακροπολίτη. Τα δύο βυζαντινά πλοία που μετέφεραν τους απεσταλμένους και πλούσια δώρα προς τον πάπα –πολύτιμες εικόνες, επιτραχήλια, θυμιατήρια και καλύμματα Αγίας Τράπεζας στολισμένα με χρυσό και μαργαριτάρια– συνάντησαν σφοδρή θύελλα στον Κάβο Μαλέα, με αποτέλεσμα το ένα να βυθιστεί. Παρά την καθυστέρηση, οι απεσταλμένοι έφθασαν στη Λυών στις 24 Ιουνίου και παρέδωσαν στον πάπα επιστολή του Μιχαήλ σφραγισμένη με τη χρυσή του βούλα, καθώς και επιστολές του Ανδρονίκου Β΄ και του βυζαντινού κλήρου.

Στις 6 Ιουλίου τελέστηκε η επίσημη πράξη της Ένωσης των Εκκλησιών. Ο Ακροπολίτης, ως αυτοκρατορικός πληρεξούσιος, ομολόγησε εκ μέρους του Μιχαήλ την αποδοχή των λατινικών θέσεων, την άρση του Σχίσματος του 1054 και την αναγνώριση του πρωτείου του πάπα. Με την ολοκλήρωση της τελετής, οι απεσταλμένοι επέστρεψαν στην Κωνσταντινούπολη το φθινόπωρο του 1274, μεταφέροντας δώρα και επιστολές από τον πάπα. Στις 16 Ιανουαρίου 1275 πραγματοποιήθηκε επανάληψη της τελετής στο αυτοκρατορικό παλάτι ενώπιον του Μιχαήλ.

Ο αυτοκράτορας δεν απέκρυψε ποτέ ότι η Ένωση υπαγορευόταν από πολιτική σκοπιμότητα: τη διατήρηση της αυτοκρατορίας απέναντι στον επεκτατισμό του Καρόλου. Σε εκκλησιαστική συνέλευση στο αυτοκρατορικό παλάτι, που προηγήθηκε της Λυών, τόνισε στους αρχιερείς, όπως αναφέρει ο ιστορικός Γεώργιος Παχυμέρης, πως οι προσπάθειές του για την επίτευξη της Ένωσης οφείλονταν «μόνον εἰς τὴν ἐπιθυμίαν του ὅπως ἀπαλλάξῃ τοὺς Ἕλληνας τῶν τρομερῶν πολέμων καὶ τῆς αἱματοχυσίας, ἅτινα ἠπείλουν τὴν Αὐτοκρατορίαν».

Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος – Ο ιδρυτής της τελευταίας δυναστείας του Βυζαντίου-12
Ο Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος σε μικρογραφία χειρογράφου του 15ου αιώνα (Εθνική Βιβλιοθήκη της Ρωσίας, Αγία Πετρούπολη / (Alamy/Visualhellas.gr).

Ωστόσο, η Ένωση προκάλεσε βαθύ διχασμό στη βυζαντινή κοινωνία. Μόνο ένα μικρό τμήμα του ανώτερου κλήρου στήριξε τον αυτοκράτορα. Η συντριπτική πλειονότητα των ιεραρχών, του κατώτερου κλήρου, των μοναχών και του λαού παρέμεινε ακλόνητα προσηλωμένη στο ορθόδοξο δόγμα. Η Κωνσταντινούπολη γνώρισε μια πραγματική έκρηξη του ανθενωτικού κλίματος. Ο Μιχαήλ τοποθέτησε στον πατριαρχικό θρόνο της Κωνσταντινούπολης τον φιλενωτικό Ιωάννη ΙΑ΄ Βέκκο (1275-1283) και αναγκάστηκε να λάβει σκληρά μέτρα κατά των ανθενωτικών.

Το ανθενωτικό αίσθημα διείσδυσε σε όλες τις κοινωνικές ομάδες, ακόμη και στην αυτοκρατορική οικογένεια. Η αδελφή του Μιχαήλ, Ευλογία, άλλοτε θερμή υποστηρίκτριά του, τάχθηκε εναντίον του, δηλώνοντας, κατά τους ιστορικούς της εποχής, ότι θα προτιμούσε την πτώση του αδελφού της από την οποιαδήποτε μεταβολή στην καθαρότητα του δόγματος. Κατέφυγε στη βουλγαρική αυλή, όπου, μαζί με την κόρη της, τσαρίνα Μαρία, προσπάθησε να υποκινήσει μια συμμαχία Βουλγάρων και Μαμελούκων της Αιγύπτου για την ανατροπή του Μιχαήλ, χωρίς όμως αποτέλεσμα.

Αν και αρχικά προσπάθησε να κατευνάσει τους ανθενωτικούς με ήπια μέσα και να τους προσεταιριστεί με την πειθώ, ο Μιχαήλ κατέφυγε τελικά στη βία: επέβαλε εξορίες, δημεύσεις περιουσιών, ακρωτηριασμούς, ακόμα και θανατικές ποινές. Οι ταραχές, σχεδόν εμφύλιες, έδειξαν πως η Ένωση είχε πολύ υψηλό κόστος, με συνέπειες που θα επηρέαζαν το Βυζάντιο μέχρι την οριστική Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς το 1453. Η προσήλωση του Μιχαήλ στην ενωτική του πολιτική δεν αφήνει την παραμικρή αμφιβολία πως θεωρούσε ότι τα πολιτικά οφέλη της Ένωσης αντιστάθμιζαν την εσωτερική αναταραχή. Παρά τα μέτρα, ο Μιχαήλ δεν κατόρθωσε να την επιβάλει ουσιαστικά, παραμένοντας ωστόσο πιστός σε αυτήν ακόμη και μετά τον αφορισμό του από τον πάπα Μαρτίνο ∆΄ στις 18 Οκτωβρίου 1281.

Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος – Ο ιδρυτής της τελευταίας δυναστείας του Βυζαντίου-13
Ο Πάπας Μαρτίνος Δ΄ (Εθνική Βιβλιοθήκη της Αυστρίας, Βιέννη). 

Η Ένωση της Λυών άφησε βαθιά πληγή στην αυτοκρατορία. Ο Μιχαήλ πέθανε, ύστερα από βαριά ασθένεια, στις 11 ∆εκεμβρίου 1282, κατά τη διάρκεια εκστρατείας του στη Θεσσαλία, στο χωριό Παχώμιο της Θράκης. Ο υιός και διάδοχός του Ανδρόνικος, ένθερμος υποστηρικτής της Ορθοδοξίας, που βρισκόταν μαζί του τις τελευταίες του ώρες, τον ενεταφίασε κρυφά, χωρίς αυτοκρατορικές τιμές, στη μονή του Σωτήρος Χριστού στη Σηλυβρία, λόγω της δυσαρέσκειας που είχε δημιουργηθεί στον λαό κατά του «λατινόφρονα» Μιχαήλ. Η πρώτη πράξη του Ανδρονίκου ως μονοκράτορας ήταν η επίσημη αποκήρυξη της Ένωσης των Εκκλησιών, θέλοντας με αυτόν τον τρόπο να διαχωρίσει τη θέση του από την ενωτική πολιτική του πατέρα του.

Ο Σικελικός Εσπερινός και η ανάμειξη του Μιχαήλ

«Ο Θεός μεν προετοίμασε τη σημερινή τους ελευθερία, εμείς δε την πραγματοποιήσαμε».

Παρά την επίτευξη της Ένωσης των Εκκλησιών στη Λυών το 1274, οι επεκτατικές βλέψεις του Καρόλου Α΄ Ανδεγαυού κατά της Κωνσταντινούπολης παρέμεναν ζωντανές. Αν και την άνοιξη του 1281 είχε υποστεί μια ταπεινωτική ήττα από τα βυζαντινά στρατεύματα στο Βεράτιο, υπό τη διοίκηση του μεγάλου δομέστικου Μιχαήλ Ταρχανειώτη, συνέχισε την προετοιμασία μιας νέας και μεγαλύτερης επίθεσης εναντίον του Βυζαντίου. Η άνοδος στον παπικό θρόνο του Μαρτίνου ∆΄, τον οποίο επέβαλε ο Κάρολος, του έδωσε την ελευθερία κινήσεων, καθώς, πλέον, τα συμφέροντα της παπικής Εκκλησίας και του οίκου των Ανζού ταυτίζονταν πλήρως. Στις 3 Ιουλίου 1281, στην πόλη του Ορβιέττο υπεγράφη, υπό τις ευλογίες του Μαρτίνου, μια συνθήκη ανάμεσα στον Κάρολο και τη Βενετία, που στόχευε στην κατάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και στην αποκατάσταση του Φιλίππου του Κουρτεναί, γαμβρού του Καρόλου και τιτουλάριου Λατίνου αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης, στον αυτοκρατορικό θρόνο της Κωνσταντινούπολης. Η εκστρατεία προγραμματίστηκε για τον Απρίλιο του 1282. Λίγες ημέρες μετά, ο Μαρτίνος αφόρισε τον Μιχαήλ και τον Νοέμβριο του ιδίου έτους επικύρωσε τον αφορισμό, κηρύσσοντας παράλληλα τον αυτοκράτορα έκπτωτο. Ο Κάρολος κατόρθωσε να προσεταιριστεί σχεδόν όλες τις βαλκανικές δυνάμεις για την τελική επίθεση, δημιουργώντας σοβαρή απειλή για το Βυζάντιο.

Ο Μιχαήλ βρέθηκε σε δεινή θέση, αλλά αξιοποίησε πλήρως τη διπλωματική και στρατιωτική του ευφυΐα. Έπεισε τον Μαμελούκο σουλτάνο της Αιγύπτου να διαθέσει πλοία για την άμυνα της Κωνσταντινούπολης, ενώ οι Τατάροι της Χρυσής Ορδής στη νότια Ρωσία, των οποίων ο χάνος Νογάι είχε παντρευτεί τη νόθα κόρη του Μιχαήλ Ευφροσύνη, παρακολουθούσαν στενά τις κινήσεις των Βουλγάρων. Ο βασιλιάς της Ουγγαρίας Λαδισλάος Β΄ (1272-1290), του οποίου η αδελφή Άννα είχε παντρευτεί τον υιό και διάδοχο του Μιχαήλ Ανδρόνικο, εμποδίστηκε να ενωθεί με τους Σέρβους στη συμμαχία τους με τον Κάρολο. Παράλληλα, ο Μιχαήλ προσεταιρίστηκε τους Γενουάτες, οι οποίοι ήταν πάντα πρόθυμοι να προστατεύσουν τα συμφέροντά τους στον Γαλατά και στα λοιπά βυζαντινά εδάφη από τη βενετική παρέμβαση, εξασφαλίζοντας ένα στρατηγικό πλεονέκτημα.

Πολυτιμότερος, όμως, σύμμαχός αναδείχθηκε ο βασιλιάς Πέτρος Γ΄ της Αραγωνίας (1276-1285). Ο Πέτρος είχε προσωπικούς λόγους να αντιπαθεί τον Κάρολο, καθώς ήταν γαμβρός του Μανφρέδου του οίκου των Hohenstaufen (1258-1266), τον οποίο ο Κάρολος είχε εκδιώξει από τον θρόνο της Σικελίας. ∆ιέθετε έναν αξιόπλοο στόλο, που θα μπορούσε να πλήξει τον Κάρολο, ενώ στην αυλή του είχαν καταφύγει πρόσφυγες από τη Σικελία. Αυτό που χρειαζόταν ο Πέτρος ήταν λίγη ενθάρρυνση για να πλήξει από τα νώτα τον Κάρολο, την οποία έδωσε ο Μιχαήλ.

Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος – Ο ιδρυτής της τελευταίας δυναστείας του Βυζαντίου-14
Ο Κάρολος Α΄ Ανδεγαυός, επικεφαλής του στόλου, μπροστά στη Μεσσήνη, 1282. Έργο των Francesco Bertolini – Lodovico Pogliaghi (Dea/Biblioteca Ambrosiana/Getty Images/Ideal Image).

Οι κάτοικοι της Σικελίας, καταπιεσμένοι από τη βαριά φορολογία και την αυθαίρετη διακυβέρνηση του Καρόλου, ήταν έτοιμοι να εξεγερθούν. Ο Βυζαντινός αυτοκράτορας διέθετε τα μέσα για να προκαλέσει και να υποστηρίξει μια επανάσταση, ενώ μπορούσε να συντονίσει την εισβολή των Αραγωνέζων στο νησί.

Ενώ οι προετοιμασίες του Καρόλου είχαν προχωρήσει και ο ίδιος βρισκόταν στο απόγειο της δύναμής του, ξέσπασε η πυρκαγιά της επανάστασης στη Σικελία. Στις 30 Μαρτίου 1282, ∆ευτέρα του Πάσχα, οι κάτοικοι του Παλέρμο είχαν συγκεντρωθεί στον ναό του Αγίου Πνεύματος για τον εσπερινό, παρουσία Γάλλων αξιωματούχων. Ωστόσο, ο λοχίας Ντρουέ παρενόχλησε μια νεαρή γυναίκα και ο σύζυγός της τον σκότωσε. Οι υπόλοιποι Γάλλοι επιχείρησαν να εκδικηθούν τον σύντροφό τους και το πλήθος κινήθηκε εναντίον τους. Η εξέγερση εξαπλώθηκε σε ολόκληρο το Παλέρμο και οι Γάλλοι σφαγιάστηκαν. Μέχρι το επόμενο πρωί, περί τις δύο χιλιάδες Γάλλοι, άνδρες και γυναίκες, κείτονταν νεκροί. Η εξέγερση εξαπλώθηκε γρήγορα σε ολόκληρο το νησί, ενώ ο στόλος που είχε συγκεντρώσει ο Κάρολος στη Μεσσήνη καταστράφηκε ολοσχερώς από τους εξεγερμένους. Τον Αύγουστο, ο Πέτρος της Αραγωνίας έφτασε επικεφαλής του στόλου του και εκδίωξε τους Φράγκους και τον Κάρολο από το νησί.

Όταν κατακάθισε η σκόνη, ένας μονάρχης φάνηκε πως είχε εγκατασταθεί ασφαλέστερα στον θρόνο του. Ο Μιχαήλ Η΄ είχε προβάλει τελικά θριαμβευτής μιας μακράς μάχης ευφυΐας μεταξύ των Λατίνων και των Βυζαντινών.

Σε ένα κείμενο αυτοβιογραφικού χαρακτήρα, ο Μιχαήλ καυχιέται πως ο Θεός έδωσε στους Σικελούς την ελευθερία τους μέσω του ιδίου:

Σικελοὶ δὲ αἴρειν ἐτόλμησαν ὅπλα καὶ τῆς δουλείας ἑαυτοὺς ἀνεῖναι· ὥστ’ εἰ λέγοιμι καὶ τὴν νῦν ἐκείνων ἐλευθερίαν θεὸν μὲν παρασευάσαι, δι’ ἡμῶν δὲ παρασκευάσαι, τῇ ἀληθείᾳ συμβαίνοντα λέγομι.

Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος – Ο ιδρυτής της τελευταίας δυναστείας του Βυζαντίου-15
Ο Σικελικός Εσπερινός. Ελαιογραφία του Francesco Hayez, 1836 (Galleria Nazionale d’Arte Moderna e Contemporanea, Ρώμη).

(ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: Οι Σικελοί, όμως, τόλμησαν να σηκώσουν όπλα και να απαλλάξουν τον εαυτό τους από τη δουλεία· ώστε, αν ισχυριζόμουν ότι ο Θεός μεν προετοίμασε τη σημερινή τους ελευθερία, εμείς δε την πραγματοποιήσαμε, θα έλεγα αυτό που αληθινά συμβαίνει.)

Πράγματι, η ανάμειξη του Μιχαήλ στην επανάσταση ήταν καθοριστική. Γραπτές πηγές και επίσημα έγγραφα μαρτυρούν διαπραγματεύσεις ανάμεσα στο Βυζάντιο και το βασίλειο της Αραγωνίας μεταξύ 1280 και 1282. Βυζαντινοί πράκτορες δραστηριοποιούνταν στην αυλή της Αραγωνίας και ήταν εξουσιοδοτημένοι να επιδοτήσουν το κόστος μιας εισβολής του Πέτρου στη Σικελία. Ο Ιταλός χρονογράφος Σανούδο (14ος αιώνας) υποστηρίζει πως ο Μιχαήλ υποσχέθηκε 60.000 υπέρπυρα, χρυσά νομίσματα, ετησίως για την εκστρατεία του Πέτρου. Ο βυζαντινός χρυσός διείσδυσε και στη Σικελία για να υποστηρίξει τους κατοίκους στην οργάνωση της επανάστασής τους. Η διπλωματία, σε συνδυασμό με στρατηγικές συμμαχίες, αποδείχθηκε το πιο αποτελεσματικό όπλο του Μιχαήλ.

Η έκρηξη του Σικελικού Εσπερινού απέδειξε την αδιαμφισβήτητη ικανότητα του Μιχαήλ να συνδυάζει στρατηγική, πολιτική ευφυΐα και μυστικότητα. Κατάφερε να δημιουργήσει την αίσθηση θεϊκής παρέμβασης τη στιγμή που η αυτοκρατορία βρισκόταν σε οριακή κατάσταση. Η ταπείνωση του Καρόλου, αλλά και της παποσύνης, ήταν το αποκορύφωμα της πολιτικής του. Με την ευστροφία του, ο αυτοκράτορας κατόρθωσε να διασώσει την αυτοκρατορία τη στιγμή που ο κίνδυνος ήταν πιο ορατός από ποτέ. Η νίκη στη Σικελία έδωσε ένα σαφές μήνυμα σε όλους τους αντιπάλους: η αυτοκρατορία όχι μόνο είχε αντέξει τις προκλήσεις, αλλά μπορούσε και να επιβάλει την επιρροή της στρατηγικά και διπλωματικά, ακόμη και πέρα από τα όρια της Ανατολής.

Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος – Ο ιδρυτής της τελευταίας δυναστείας του Βυζαντίου-16
Μικρογραφία από χειρόγραφο των Ιστοριών του Γεωργίου Παχυμέρη (14ος αι., Βαυαρική Κρατική Βιβλιοθήκη, Μόναχο).
comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT