Ο Ανδρέας Μιχαλακόπουλος γεννήθηκε στην Πάτρα στις 17 Μαΐου 1875, σε πολυμελή και σχετικά ευκατάστατη οικογένεια με δέκα παιδιά. Αρχικά ακολούθησε στρατιωτική σταδιοδρομία, εισερχόμενος στη Σχολή Ευελπίδων τον Οκτώβριο του 1892. Ο αιφνίδιος θάνατος του πατέρα του, δύο χρόνια αργότερα, τον ανάγκασε να εγκαταλείψει τη σχολή και να επιστρέψει στην Πάτρα, ώστε να εργαστεί και να στηρίξει τα αδέρφια του. Παράλληλα, συνέχισε να μελετά μόνος του νομικά, ανανεώνοντας ετησίως την εγγραφή του στο πανεπιστήμιο. Το 1896 αρίστευσε στις εξετάσεις και έλαβε το δίπλωμα της Νομικής. Αυτοδίδακτος υπήρξε και στις ξένες γλώσσες, μαθαίνοντας αγγλικά, ιταλικά και ισπανικά, ενώ το 1916, κατά την παραμονή του στη Θεσσαλονίκη, έμαθε και ρουμανικά (∆. Γατόπουλος, Ανδρέας Μιχαλακόπουλος, Ε.Μ.Ε.ΙΣ., Αθήνα 2000, σελ. 26).

Την περίοδο 1900-1909, ο Μιχαλακόπουλος και ο ∆ημήτριος Γούναρης υπήρξαν οι δύο κορυφαίοι δικηγόροι της Πάτρας, προσελκύοντας πανελλήνια προσοχή για την ευγλωττία και τη νομική τους κατάρτιση. Μετά την Επανάσταση στου Γουδή (15 Αυγούστου 1909) και την είσοδο του Ελευθέριου Βενιζέλου στο πολιτικό προσκήνιο, ο Μιχαλακόπουλος πολιτεύτηκε ως ανεξάρτητος και εξελέγη πρώτος πληρεξούσιος στην Αχαϊοήλιδα στις εκλογές της 8ης Αυγούστου 1910. Στη συνέχεια προσχώρησε στο Κόμμα των Φιλελευθέρων και ο Βενιζέλος τού εμπιστεύτηκε το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας στις 31 Μαΐου 1912.
Στη θητεία του αυτή ο Μιχαλακόπουλος διαμόρφωσε ένα πρωτοποριακό πρόγραμμα οικονομικού και κοινωνικού εκσυγχρονισμού: ίδρυσε τη Στατιστική Υπηρεσία, προώθησε τους αγροτικούς συνεταιρισμούς, δημιούργησε γεωργικές σχολές ανά περιφέρεια, νομοθέτησε ωράρια εργασίας και αποζημιώσεις εργατικών ατυχημάτων, ενώ επιδίωξε την αναδιάρθρωση της γεωργικής παραγωγής και την προώθησή της στις ευρωπαϊκές αγορές. Ήδη από νωρίς κατέστη εμφανές ότι επρόκειτο για πολιτικό με ρεαλιστικό πνεύμα, διοικητική ικανότητα και ευρωπαϊκό προσανατολισμό – χαρακτηριστικά που θα καθόριζαν τη δημόσια παρουσία του καθ’ όλη τη διάρκεια του Μεσοπολέμου.
Εθνικός Διχασμός – Μικρασιατική Καταστροφή και το δημοψήφισμα του 1924
Στο πλευρό του Ελευθέριου Βενιζέλου.
Κατά τον Εθνικό ∆ιχασμό, ο Ανδρέας Μιχαλακόπουλος ως στενός συνεργάτης του Ελευθέριου Βενιζέλου τον στήριξε με ενθουσιασμό και στοιχήθηκε δίπλα του στις πλέον δύσκολες στιγμές της ταραχώδους αυτής περιόδου. Ο Μιχαλακόπουλος ακολούθησε τον Βενιζέλο στη Θεσσαλονίκη, όπου έφτασαν στις 9 Οκτωβρίου 1916, προσχώρησε στο Κίνημα Εθνικής Αμύνης αναλαμβάνοντας καθήκοντα υπουργού ∆ημοσίων Κτημάτων και Εσωτερικού Εποικισμού στην Προσωρινή Κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης. Στη θητεία του αυτή, ο Μιχαλακόπουλος έθεσε τις νομικές βάσεις για την επίλυση του αγροτικού ζητήματος στη Βόρεια Ελλάδα, ενώ κατάφερε να προστατέψει τα δημόσια κτίρια και τις αγροτικές εκτάσεις από καταπατήσεις. Στη νέα κυβέρνηση Βενιζέλου, που ορκίστηκε στην Αθήνα στις 14 Ιουνίου 1917 μετά την εκθρόνιση του Κωνσταντίνου και την ενοποίηση του κράτους, ο Μιχαλακόπουλος ανέλαβε το νεοσύστατο τότε υπουργείο Γεωργίας. Από τη θέση αυτή ο Μιχαλακόπουλος συνέχισε την προσπάθεια επίλυσης του αγροτικού ζητήματος, επεκτείνοντας τις νομοθετικές λύσεις που είχε δημιουργήσει στη Θεσσαλονίκη, και στην υπόλοιπη Ελλάδα. Στις 12 Αυγούστου ο Βενιζέλος τού ανέθεσε προσωρινά και το κρίσιμο υπουργείο Στρατιωτικών, καθώς ο ίδιος είχε υποστεί υπερκόπωση και χρειαζόταν ξεκούραση. ∆υστυχώς, ο Μιχαλακόπουλος δεν είχε εμπειρία στα στρατιωτικά ζητήματα και παρασύρθηκε από τον προσωπάρχη του υπουργείου, αντισυνταγματάρχη Θεόδωρο Πάγκαλο, σε σωρεία αποστρατειών και αδικιών εις βάρος αντιβενιζελικών αξιωματικών. Εμμέσως τις αδικίες αυτές παραδέχθηκε και ο ίδιος σε υπόμνημά του προς τον Βενιζέλο, όταν παρέδωσε το υπουργείο στον Αλέξιο Γρίβα, στις 12 Ιανουαρίου 1918 (το πλήρες υπόμνημα στο: ∆. Γατόπουλος, Ανδρέας Μιχαλακόπουλος, σσ. 112-119).
Μετά τον Σεπτέμβριο του 1918, ο Μιχαλακόπουλος ανέλαβε διπλωματική αποστολή στην Γαλλία και την Αγγλία, όπου, επισκεπτόμενος πόλεις και εμπορικά κέντρα των χωρών αυτών, προωθούσε τις ελληνικές εδαφικές διεκδικήσεις. Ο Μιχαλακόπουλος έδωσε συνεντεύξεις στον ξένο Τύπο, συναντήθηκε με πρόσωπα μεγάλης πολιτικής και πνευματικής επιρροής και στις δύο χώρες και προσπάθησε να τους αποσπάσει την ευμένεια υπέρ των ελληνικών θέσεων. Μνημειώδης υπήρξε η ομιλία του Μιχαλακόπουλου στη Σορβόννη τον Νοέμβριο του 1919, ενώ στην Αγγλία τιμήθηκε με τον ανώτερο Ταξιάρχη των Ιπποτών της Αγγλικής Αυτοκρατορίας. Στη συνέχεια, ο Βενιζέλος τον διόρισε υπουργό άνευ χαρτοφυλακίου και αποτέλεσε τον σημαντικότερο διπλωματικό του σύμβουλο κατά τις κρίσιμες διαπραγματεύσεις του Βενιζέλου πριν από την υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών.

Ο Μιχαλακόπουλος ήταν μαζί με τον Βενιζέλο κατά την απόπειρα δολοφονίας του τελευταίου στον σιδηροδρομικό σταθμό της Λυών, στις 30 Ιουλίου 1920. Κατά την προεκλογική περίοδο των κρίσιμων εκλογών της 1ης Νοεμβρίου 1920, ο Μιχαλακόπουλος περιόδευσε στην εκλογική του περιφέρεια και ήταν ιδιαίτερα αισιόδοξος για το τελικό αποτέλεσμα. Η απρόσμενη εκλογική ήττα των Φιλελευθέρων ήταν σαρωτική στην Παλαιά Ελλάδα και ιδιαίτερα στην Πελοπόννησο, όπου οι Φιλελεύθεροι δεν εξέλεξαν κανέναν βουλευτή. Ο Μιχαλακόπουλος απέτυχε να εκλεγεί και αυτοεξορίστηκε στο Peaux της Γαλλίας με την οικογένειά του, όπου και παρέμεινε μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1922.
Η περίοδος αυτή υπήρξε ιδιαίτερα οδυνηρή για τον Μιχαλακόπουλο, ενώ, παρά τις εκκλήσεις που λάμβανε από πολιτικούς του φίλους στην Ελλάδα, απέκλειε κάθε πιθανότητα να πολιτευτεί εκ νέου (∆. Γατόπουλος, Ανδρέας Μιχαλακόπουλος, σελ. 166). Η Μικρασιατική Καταστροφή συγκλόνισε τον Μιχαλακόπουλο, ο οποίος αναγκάστηκε να ενεργοποιηθεί εκ νέου, αποδεχόμενος την πρόσκληση Βενιζέλου στα μέσα Νοεμβρίου του 1922 να μεταβεί μαζί του στη Λωζάννη ώστε να εκπροσωπήσουν την Ελλάδα στις διαπραγματεύσεις με την Τουρκία. Τον Ιανουάριο του 1923, ο Μιχαλακόπουλος ορίστηκε από τη στρατιωτική κυβέρνηση Στυλιανού Γονατά εκπρόσωπος της Ελλάδας στην Κοινωνία των Εθνών, με εξουσιοδότηση να διαπραγματευτεί το πρώτο προσφυγικό δάνειο. Στις 25 Απριλίου 1923, ο Μιχαλακόπουλος επέστρεψε στη Λωζάννη, όπου συμμετείχε στο πλευρό του Βενιζέλου ως οικονομικός εμπειρογνώμων στην τελική φάση των διαπραγματεύσεων με την Τουρκία.

Ο Μιχαλακόπουλος επέστρεψε στην Ελλάδα στις 13 Νοεμβρίου 1923 και φανερώθηκε ως αντίπαλος της απότομης πολιτειακής μεταβολής και των ακραιφνών ∆ημοκρατικών της ∆ημοκρατικής Ένωσης. Για την ομαλή μετάβαση στην Αβασίλευτη ∆ημοκρατία ο Μιχαλακόπουλος έθετε δύο προϋποθέσεις: οι ∆ημοκρατικοί να εξασφαλίσουν την πλειοψηφία στην Εθνοσυνέλευση και να ακολουθήσει γνήσιο και ελεύθερο πολιτειακό δημοψήφισμα. Στις εκλογές της 17ης ∆εκεμβρίου 1923 εκλέχθηκε πληρεξούσιος Πατρών, όμως στηλίτευσε την προεκλογική συνεργασία μεταξύ Φιλελευθέρων και ∆ημοκρατικής Ένωσης, η οποία επέτρεψε στους ∆ημοκρατικούς να εκλέξουν 90 πληρεξουσίους. Επίσης, δεν έλαβε μέρος στην πρώτη πανηγυρική συνεδρίαση του Σώματος, καθώς σε αυτήν προβλεπόταν ότι οι Πλαστήρας και Γονατάς θα παρέδιδαν συμβολικά την εξουσία. Ο Μιχαλακόπουλος όμως δεν ήθελε να νομιμοποιήσει με την παρουσία του την αλλόκοτη διαδικασία ένα αιρετό κοινοβουλευτικό σώμα να παρουσιαστεί ως συνέχεια μιας στρατιωτικής δικτατορίας (Γρηγόριος ∆αφνής, Η Ελλάς μεταξύ δύο πολέμων, τόμος Α΄, Κάκτος, Αθήνα 1997, σελ. 208).
Κατά την επιστροφή του Βενιζέλου στο πολιτικό προσκήνιο τον Ιανουάριο του 1924, ο Μιχαλακόπουλος αρνήθηκε την πρότασή του να σχηματίσει κυβέρνηση υπό την υποστήριξή του. Με υπόμνημά του ο Μιχαλακόπουλος υπέδειξε στον Βενιζέλο να σχηματίσει ο ίδιος κυβέρνηση με μετριοπαθές πολιτειακό πρόγραμμα (αναβολή του ζητήματος επί τρίμηνο, ανόθευτο δημοψήφισμα, αμνηστία σε όλους τους αντιβενιζελικούς αξιωματικούς του Κινήματος Γαργαλίδη – Λεοναρδόπουλου. (Μ.Μ., Αρχείο Ε. Βενιζέλου, φακ. 36/44, υπόμνημα Μιχαλακόπουλου προς Ε. Βενιζέλο, Ιανουάριος 1924). Ο Βενιζέλος τελικά «υπέκυψε» και σχημάτισε ο ίδιος κυβέρνηση, όπου ο Μιχαλακόπουλος έλαβε το χαρτοφυλάκιο του υπουργείου Εξωτερικών. Στις συνεχείς πιέσεις των ∆ημοκρατικών πληρεξουσίων εντός και των στρατιωτικών εκτός Εθνοσυνέλευσης υπέρ της άμεσης ανακήρυξης Αβασίλευτης ∆ημοκρατίας, ο Μιχαλακόπουλος αντιτέθηκε και πρόσφερε στον Βενιζέλο τη στήριξή του.
Μετά την παραίτηση Βενιζέλου για λόγους υγείας (μάλλον λόγω της παρασκηνιακής πίεσης των βενιζελικών αξιωματικών του στρατού) και την άνοδο στην πρωθυπουργία του Καφαντάρη, ο Μιχαλακόπουλος συνέχισε με δηλώσεις του εντός και εκτός Εθνοσυνέλευσης να στηρίζει τη μετριοπαθή πολιτειακή γραμμή. Στις 9 Μαρτίου πέθανε ο μετριοπαθής Παναγιώτης ∆αγκλής, ο ορισθείς από τον ίδιο τον Βενιζέλο ως διάδοχός του στην ηγεσία των Φιλελευθέρων. Αυτός ο θάνατος, σε συνδυασμό με τη φυγή του Βενιζέλου στο εξωτερικό, άφησε ακέφαλο το Κόμμα των Φιλελευθέρων, που μετά από δύο αδιέξοδες συνεδριάσεις στις 12 και 17 Μαρτίου τριχοτομήθηκε υπό τους Καφαντάρη (Προοδευτικοί Φιλελεύθεροι με 100 πληρεξουσίους), Μιχαλακόπουλο (Συντηρητικοί Φιλελεύθεροι με 40 πληρεξουσίους) και τον Σοφούλη, που διατήρησε τη δύναμη του υπόλοιπου κόμματος υπό την αρχική του ονομασία (61 πληρεξούσιοι).

Μετά την παραίτηση Καφαντάρη, ο αντιβασιλέας Παύλος Κουντουριώτης αρχικά κάλεσε, ως όφειλε, τον Μιχαλακόπουλο να σχηματίσει κυβέρνηση, ως τρίτος τη τάξει πολιτικός αρχηγός της Εθνοσυνέλευσης. Αυτός αρνήθηκε, προφασιζόμενος ότι δεν διέθετε πλειοψηφία, αλλά επί της ουσίας επειδή γνώριζε ότι ο στρατός παρασκηνιακά δεν θα του άφηνε περιθώρια ελιγμών. Λόγω της παρασκηνιακής αφόρητης πίεσης του στρατού, ο Μιχαλακόπουλος συμβιβάστηκε και μαζί με τον Σοφούλη έδωσαν ψήφο εμπιστοσύνης στον Παπαναστασίου και ψήφισαν στην Εθνοσυνέλευση την έκπτωση της Βασιλείας. Πριν από το δημοψήφισμα της 13ης Απριλίου 1924, ο Μιχαλακόπουλος με δηλώσεις του στον Τύπο ζήτησε από τους πολίτες να εγκρίνουν την πολιτειακή αλλαγή, ώστε ο στρατός να επιστρέψει στους στρατώνες.
Ο Μιχαλακόπουλος αντιμετώπιζε την κυβέρνηση Παπαναστασίου ως αναγκαίο κακό και ήταν έτοιμος να την καταψηφίσει με την πρώτη αφορμή.
Μετά τη συντέλεση της πολιτειακής αλλαγής, ο Μιχαλακόπουλος αντιμετώπιζε την κυβέρνηση Παπαναστασίου ως αναγκαίο κακό και ήταν έτοιμος να την καταψηφίσει με την πρώτη αφορμή. Σε όλο το δίμηνο Μαΐου-Ιουνίου συμμάχησε πολιτικά με τον Καφαντάρη, ασκώντας κριτική στην κυβέρνηση σε ζητήματα πολιτικής διαχείρισης, και έτσι η πτώση της ήταν ζήτημα χρόνου. Η κυβέρνηση Παπαναστασίου αντιμετώπισε σειρά από κρίσεις (απεργία στο Ναυτικό, ζήτημα υπογραφής πρωτοκόλλου από αξιωματικούς) στις οποίες ο Μιχαλακόπουλος είχε συμμετοχή. Στην περίπτωση της μαζικής απεργίας των αξιωματικών του Ναυτικού, ο Μιχαλακόπουλος δέχθηκε επιτροπή τους, νομιμοποιώντας εμμέσως το αντιπειθαρχικό τους κίνημα. Στο ζήτημα του πρωτοκόλλου, ο Μιχαλακόπουλος πρώτος το δημοσιοποίησε με δηλώσεις του στον Τύπο, καθώς τον ενημέρωσε σχετικά ο συνταγματάρχης Ρογκάκος για τη διακίνησή του από τον Πάγκαλο.
Η άνοδος στην πρωθυπουργία και τα επιτεύγματά του
Από τη διαχείρηση του προσφυγικού και τη βελτίωση της οικονομίας στην ύδρευση της Αθήνας.
Η κυβέρνηση Σοφούλη (η αποκαλούμενη και «Θερινών διακοπών») παραιτήθηκε την 1η Οκτωβρίου, πριν επαναληφθούν οι εργασίες της Εθνοσυνέλευσης, καθώς, με βάση τις δηλώσεις των Καφαντάρη και Μιχαλακόπουλου στον Τύπο, είχε ήδη απολέσει τη δεδηλωμένη. Μέσα σε ένα ασταθές περιβάλλον λόγω της έμμεσης αλλά ζωηρής εμπλοκής του στρατού στην πολιτική, οι πολιτικοί αρχηγοί μετά από εργώδεις διαβουλεύσεις προέκριναν τη λύση σχηματισμού κυβέρνησης από τον Ανδρέα Μιχαλακόπουλο, αρχηγό των Συντηρητικών Φιλελευθέρων, με υπουργό Εσωτερικών τον Γεώργιο Κονδύλη, ο οποίος διέθετε ισχυρά ερείσματα στον στρατό ώστε να αποτελέσει ανάχωμα στην επιθετικότητα του Πάγκαλου.
Η κυβέρνηση Μιχαλακόπουλου έλαβε ψήφο εμπιστοσύνης (201 θετικοί ψήφοι έναντι 92 αρνητικών) από την Εθνοσυνέλευση στις 15 Οκτωβρίου 1924, με τη στήριξη των Καφαντάρη, Κονδύλη και Σοφούλη. Βασική επιδίωξη όσων στήριζαν την κυβέρνηση ήταν να υπάρξει (προσωρινά τουλάχιστον) κυβερνητική σταθερότητα για να αντιμετωπιστεί η δύσκολη εσωτερική κατάσταση (Θανάσης ∆ιαμαντόπουλος, Χωρίς Στέμμα – Η αβασίλευτη του Μεσοπολέμου, Πατάκης, Αθήνα 2023, σσ. 175-176).

Μετά την ανάληψη των καθηκόντων της, η κυβέρνηση Μιχαλακόπουλου είχε να αντιμετωπίσει σωρεία προβλημάτων και εκκρεμοτήτων, καθώς και σοβαρό κοινωνικό αναβρασμό. Η οικονομία της Ελλάδας είχε καταβαραθρωθεί εξαιτίας της παρατεταμένης ακυβερνησίας, τα κρατικά έσοδα είχαν ελαττωθεί, η δραχμή είχε υποτιμηθεί σε σχέση με το διεθνές συνάλλαγμα και οι πληθωριστικές πιέσεις μείωναν συνεχώς την αγοραστική αξία των ημερομισθίων. Λόγω των πολλών εναλλαγών κυβερνήσεων (πέντε σε διάστημα δέκα μηνών!), οι εκάστοτε υπουργοί δεν είχαν τον απαιτούμενο χρόνο για να σχεδιάσουν και να υλοποιήσουν μακροπρόθεσμες πολιτικές για την αντιμετώπιση των προβλημάτων των υπουργείων τους.
Η διαχείριση του Προσφυγικού υπερέβαινε κατά πολύ τις δυνατότητες του κράτους, που δεν είχε πετύχει να συνάψει έως τότε προσφυγικό δάνειο, ενώ, όταν τελείωσε η διανομή των γαιών των μουσουλμάνων, σημειώθηκαν πολλές προστριβές των προσφύγων με τους γηγενείς αγρότες, οι οποίες πολλές φορές κατέληγαν σε αιματηρές συμπλοκές. Τέτοιες ήταν οι περιπτώσεις στις Αχαρνές και στο Κιούπκιοϊ Σερρών, αλλά και στα Γρεβενά, όπου η Χωροφυλακή αναγκάστηκε να στείλει δυνάμεις για να συλλάβει τους ταραξίες και να επιβάλει την τάξη.
Αλλά και εντός της Εθνοσυνέλευσης, τα υπόλοιπα βενιζελικά κόμματα αντιπολιτεύονταν την κυβέρνηση για μικροπολιτικούς λόγους και ο Μιχαλακόπουλος σε επιστολή του προς τον Βενιζέλο ήταν απαισιόδοξος για τις δυνατότητες που υπήρχαν για να αντιμετωπιστεί ικανοποιητικά η κρίσιμη κατάσταση στο κράτος. Ο ίδιος με δηλώσεις του στη ∆΄ Εθνοσυνέλευση προσπάθησε να προωθήσει τη συμφιλίωση και τη συνεννόηση με τα εξωκοινοβουλευτικά αντιβενιζελικά κόμματα μέσω της αναθεώρησης των εκλογικών καταλόγων, που ήταν πάγιο αίτημά τους, αλλά συνάντησε απόλυτη αδιαλλαξία εκ μέρους των Τσαλδάρη και Μεταξά.

Η πρώτη αξιοσημείωτη επιτυχία της κυβέρνησης Μιχαλακόπουλου στο οικονομικό πεδίο επήλθε στις 4 ∆εκεμβρίου 1924, με τη σύναψη του πρώτου προσφυγικού δανείου ύψους 12,3 εκατομμυρίων λιρών, υπό την αιγίδα της Κοινωνίας των Εθνών. Την ελληνική αντιπροσωπεία στον διεθνή οργανισμό ενίσχυσε και ο Βενιζέλος, και οι διαπραγματεύσεις υπήρξαν δύσκολες και επίπονες. Τελικά το δάνειο εγκρίθηκε, αλλά, καθώς υπήρχε ο φόβος ότι τα χρήματα θα δίνονταν από το ελληνικό κράτος για νέους εξοπλισμούς, η συμφωνία προέβλεπε ότι το δάνειο θα το διαχειριζόταν αυτόνομος διεθνής οργανισμός, η Επιτροπή Αποκατάστασης Προσφύγων (Refugee Settlement Commission).
Αναμφίβολα το μεγαλύτερο επίτευγμα της κυβέρνησης Μιχαλακόπουλου ήταν η οριστική επίλυση του χρόνιου ζητήματος της ανεπαρκούς ύδρευσης Αθηνών και Πειραιά. Η προσθήκη των προσφύγων στα προάστια των Αθηνών επαύξησε τη λειψυδρία και επιδείνωσε την υγεία των κατοίκων της, ενώ εκδηλώθηκαν και επιδημίες. Ο Μιχαλακόπουλος κινήθηκε δραστήρια για να αντιμετωπίσει άμεσα το ζήτημα, προκρίνοντας τη λύση να κατασκευαστεί φράγμα στον Μαραθώνα ώστε να δημιουργηθεί τεχνητή λίμνη όπου θα συγκεντρώνονταν ύδατα προερχόμενα από την Πάρνηθα. Μετά από μελέτη του ζητήματος, η κυβέρνηση προέκρινε την αμερικανική εταιρεία Ulen να αναλάβει την κατασκευή του φράγματος υπογράφοντας τη σχετική σύμβαση στις 23 ∆εκεμβρίου 1924 στο υπουργείο Συγκοινωνιών. Η συμφωνία προέβλεπε ότι εκτός από το φράγμα θα κατασκευάζονταν υδραγωγείο, υδαταποθήκες και δίκτυο διανομής στην Αθήνα (∆αφνής, Η Ελλάς μεταξύ δύο πολέμων, τόμος Α΄, σελ. 270).
Μεγάλο επίτευγμα της κυβέρνησης Μιχαλακόπουλου ήταν η αγορά οπλισμού για τον ελληνικό στρατό, που είχε απολέσει ένα μεγάλο μέρος του πολεμικού υλικού του κατά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Ένα μεγάλο μέρος των εξοπλισμών αυτών, ειδικά του Πυροβολικού, χρησιμοποιήθηκε με επιτυχία κατά τον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο του 1940. Επίσης, ο Μιχαλακόπουλος ως υπουργός Στρατιωτικών διαπραγματεύτηκε και πέτυχε την έλευση γαλλικής στρατιωτικής αποστολής για την αναδιοργάνωση και τον εκσυγχρονισμό των διοικητικών δομών του ελληνικού στρατού. Στο πεδίο της εσωτερικής τάξης, η κυβέρνηση Μιχαλακόπουλου δημιούργησε τον Ιανουάριο του 1925 την Αστυνομία Πόλεων, στο πρότυπο της Μητροπολιτικής Αστυνομίας του Λονδίνου.

Μεγάλη επιτυχία του Μιχαλακόπουλου στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής υπήρξε η ακύρωση του Πρωτοκόλλου Πολίτη – Καλφώφ στην Κοινωνία των Εθνών, η οποία επετεύχθη με τη συνεργασία του Βενιζέλου (Μ.Μ., Αρχείο Ε. Βενιζέλου, φακ. 45/3, Τηλεγράφημα Μιχαλακόπουλου προς Ε. Βενιζέλο σχετικά με την ακύρωση του Πρωτοκόλλου Πολίτη – Καλφώφ, 29ης Μαΐου 1925). Το πρωτόκολλο έδινε δικαίωμα στη Βουλγαρία να έχει εκπρόσωπο σε διεθνή επιτροπή που θα επέβλεπε τον σεβασμό των δικαιωμάτων μειονοτικών πληθυσμών στη Μακεδονία και τη Θράκη.
Τα προβλήματα για την κυβέρνηση Μιχαλακόπουλου ξεκίνησαν μόλις έναν μήνα μετά την ορκωμοσία της, καθώς σε επεισόδια μεταξύ απεργών καπνεργατών και χωροφυλάκων στην Καβάλα στις 10 Νοεμβρίου 1924, υπήρξε μια εργάτρια και ένας χωροφύλακας νεκροί, ενώ ο Παπαναστασίου κατηγόρησε στην Εθνοσυνέλευση τον Γ. Κονδύλη ότι επιδίωκε να δημιουργήσει φασιστικές ομάδες στην Ανατολική Μακεδονία (Πρακτικά ∆΄ Εθνοσυνέλευσης, συνεδρίαση 22ας Νοεμβρίου 1924). Λίγες ημέρες μετά, στις 19 Νοεμβρίου 1924, εκδηλώθηκε το πρώτο στασιαστικό στρατιωτικό κίνημα υπό τον υποστράτηγο Χαράλαμπο Λούφα, το οποίο κατεστάλη εν τη γενέσει του, αλλά αποτελούσε έναν πολύ επικίνδυνο οιωνό για το μέλλον, τον οποίο όμως δεν έλαβε σοβαρά υπ’ όψιν ο Μιχαλακόπουλος (αναλυτικά στο: Ιωάννης Β. ∆ασκαρόλης, ∆ημοκρατικά Τάγματα, οι πραιτωριανοί της Β΄ Ελληνικής ∆ημοκρατίας (1922-1926), (γ΄ έκδοση), Αθήνα 2025, σσ. 261-276).
Οι διαδοχικές κρίσεις και η τελική πραξικοπηματική πτώση της κυβέρνησής του
Η απέλαση του Πατριάρχη, οι κοινωνικές αντιδράσεις, η απάντηση Μιχαλακόπουλου και η επικράτηση Πάγκαλου.
Από τις πρώτες μέρες του 1925, το γόητρο της κυβέρνησης Μιχαλακόπουλου δέχθηκε απανωτά χτυπήματα, με πρώτο σοβαρό πλήγμα την απέλαση του Πατριάρχη Κωνσταντίνου ΣΤ΄ από την Κωνσταντινούπολη με μια εξαιρετικά μειωτική διαδικασία. Η κίνηση αυτή ήταν η κορύφωση των τουρκικών ενεργειών κατά τη συγκεκριμένη περίοδο ώστε να εξουθενώσουν την ελληνική μειονότητα της Κωνσταντινούπολης, που είχε εξαιρεθεί από την ανταλλαγή πληθυσμών κατά τις διαπραγματεύσεις στη Λωζάννη. Η είδηση προκάλεσε μεγάλη συγκίνηση και ισχυρές αντιδράσεις στην ελληνική κοινή γνώμη, καθώς ήταν νωπές οι τουρκικές ακρότητες της Μικρασιατικής Καταστροφής, ενώ οι διαμαρτυρίες του Μιχαλακόπουλου κρίθηκαν ανεπαρκείς.
Ο Μιχαλακόπουλος μέσω της διπλωματικής οδού επέλυσε το ζήτημα με την εκλογή νέου Πατριάρχη που ήταν αποδεκτός και από τους Τούρκους, ώστε να μην επηρεαστεί το διεθνές status του Πατριαρχείου αλλά και τα υπόλοιπα εκκρεμή διμερή ζητήματα (Μ.Μ., Αρχείο Ε. Βενιζέλου, φακ. 44/25, Τηλεγράφημα Μιχαλακόπουλου προς Ε. Βενιζέλο σχετικά με την εκλογή του Οικουμενικού Πατριάρχη. 7ης Φεβρουαρίου 1925), όμως η διευθέτηση αυτή δεν εκτιμήθηκε από την ελληνική κοινή γνώμη, καθώς θεωρήθηκε υποχωρητική.
Μια σειρά οικονομικών σκανδάλων στις αρμόδιες υπηρεσίες επισιτισμού των προσφύγων ενέτειναν την κοινωνική δυσφορία κατά της κυβέρνησης Μιχαλακόπουλου, ενώ το επίπεδο ζωής ακόμη και του γηγενούς πληθυσμού είχε πέσει δραστικά εξαιτίας του πληθωρισμού, της υποτίμησης της δραχμής έναντι του διεθνούς συναλλάγματος και των συνεπακόλουθων ανατιμήσεων σε βασικά είδη διατροφής όπως ο άρτος, που αποτελούσε βαρόμετρο της δημοτικότητας της εκάστοτε κυβέρνησης σε όλο τον Μεσοπόλεμο.

Η κοινωνική αντίδραση, που βυσσοδομούσε λόγω της ανέχειας και της ακρίβειας του βίου, εκδηλώθηκε με ένα κύμα απεργιών που πραγματοποιήθηκαν αιφνιδιαστικά στις 9 Μαρτίου 1925 και σημείωσαν μεγάλη επιτυχία λόγω της σχεδόν καθολικής συμμετοχής. Οι απεργίες παρέλυσαν τις συγκοινωνίες της χώρας, ενώ κλιμακώθηκαν στις 14 Μαρτίου με τη συμμετοχή εργατών της παραγωγής φωταερίου, των συρμών του Ηλεκτρικού και του τραμ, αλλά και των ναυτεργατών. Ως επιστέγασμα ήρθε η καθολική απεργία των τυπογράφων του ημερήσιου Τύπου, που εξανάγκασε τις εφημερίδες Εστία, Έθνος, Απογευματινή και Βραδυνή να εκδώσουν, σε μια πρωτοφανή κίνηση, μια κοινή εφημερίδα στις 21 Μαρτίου, καταγγέλλοντας τους απεργούς ότι υποκινούνταν από τους κομμουνιστές.
Η αντίδραση του Μιχαλακόπουλου προς τους απεργούς υπήρξε σκληρή και ακαριαία, καθώς ο ίδιος δήλωσε από το βήμα της Εθνοσυνέλευσης πως δεν υπήρχαν δημοσιονομικά περιθώρια για νέες αυξήσεις στους δημοσίους υπαλλήλους. Εξαπέλυσε μέσω του φιλικού του ημερήσιου Τύπου εκστρατεία διαφώτισης των απεργών με αντικομμουνιστικό περιεχόμενο και πέτυχε το σπάσιμο των απεργιών, είτε με χρήση απεργοσπαστών (ως επί το πλείστον συνταξιούχων σιδηροδρομικών από τη Μικρά Ασία και ανέργων) είτε διαλύοντας με βίαιο τρόπο τις διαδηλώσεις των απεργών. Η χρησιμοποίηση όμως ανειδίκευτου προσωπικού στους σιδηροδρόμους είχε ως αποτέλεσμα να συμβούν ατυχήματα με αμαξοστοιχίες ή να καταστραφούν μηχανές εξαιτίας της λανθασμένης χρήσης τους από τους απεργοσπάστες (Νέα Ημέρα, 15.3.1925).
Ο Μιχαλακόπουλος αρνήθηκε να δεχτεί την επιτροπή των δημοσίων υπαλλήλων, δηλώνοντας ότι η κίνησή τους υπονόμευε το κύρος του κράτους και διασάλευε την τάξη, και διέταξε ανακρίσεις για όσους δημοσίους υπαλλήλους «εκφράστηκαν ανευλαβώς εναντίον της κυβέρνησης». Σε άλλες δηλώσεις του διακήρυξε ότι ο συνδικαλισμός των δημοσίων υπαλλήλων ήταν καταστροφικός για το κράτος και όφειλε να απαγορευτεί αυστηρά, ενώ όμοιες δηλώσεις έκανε και ο συμπολιτευόμενος Καφαντάρης, στηρίζοντας τις κυβερνητικές επιλογές. Η κυβερνητική αποφασιστικότητα εκφράστηκε και με την πρόθεσή της να επιστρατεύσει τους απεργούς ή, ακόμη χειρότερα, να άρει τη μονιμότητά τους και να τους απολύσει (Έθνος, 14.3.1925). Επίσης, με διαταγή του Α΄ Σώματος Στρατού αποφασίστηκε η διάλυση της επιτροπής των δημοσίων υπαλλήλων που πίεζε πολιτικά την κυβέρνηση ζητώντας αυξήσεις.
Οι συντονισμένες κυβερνητικές ενέργειες, σε συνδυασμό με την αντίδραση ενός σημαντικού τμήματος της κοινής γνώμης που φοβόταν την άνοδο του κομμουνισμού, αλλά και του ημερήσιου Τύπου, που στηλίτευσε τις κινητοποιήσεις, λύγισε τους απεργούς, οι οποίοι ανέστειλαν τις κινητοποιήσεις τους, τερματίζοντας μια δύσκολη περίοδο για την κυβέρνηση.
Τον Μάιο, ο Μιχαλακόπουλος σκεφτόταν την παραίτηση της κυβέρνησής του υπό το βάρος του προσφυγικού ζητήματος (καθυστερούσε η έλευση των κεφαλαίων του προσφυγικού δανείου από το εξωτερικό) αλλά και των υπόλοιπων κυβερνητικών αδιεξόδων. Ο Βενιζέλος όμως από το Παρίσι τον απέτρεψε, τονίζοντας ότι δεν υπήρχε κυβερνητική εναλλακτική (Αρχείο Ελευθέριου Βενιζέλου, φακ. 272/15, Επιστολή Βενιζέλου προς Μιχαλακόπουλο, 28ης Μαΐου 1925).
Η πρωτοφανής είδηση της κατάληψης της Σάμου από την περιβόητη συμμορία των Γιαγιάδων στις 6 Ιουνίου 1925 ολοκλήρωσε το ζοφερό τοπίο της ακυβερνησίας της χώρας και κορύφωσε τη δυσαρέσκεια του στρατού και της κοινής γνώμης. Η κυβέρνηση απέστειλε στο νησί τον ικανό αντιναύαρχο Ιωάννη ∆εμέστιχα επικεφαλής ενός μεικτού αποσπάσματος με μονάδες της ΙΙ Μεραρχίας και των ∆ημοκρατικών Ταγμάτων, η τάξη αποκαταστάθηκε στη Σάμο εντός 48 ωρών, αλλά το κύρος της κυβέρνησης είχε πληγεί καίρια από το κατόρθωμα μιας δράκας ληστών να καταλάβουν ένα μεγάλο παραμεθόριο νησί.

Στις 10 Ιουνίου 1925, ο Κονδύλης, επικαλούμενος διάφορες προφάσεις, παραιτήθηκε από υπουργός Εσωτερικών. Η αποχώρησή του αποτέλεσε πλήγμα για την ούτως ή άλλως προβληματική κοινοβουλευτική στήριξη της κυβέρνησης Μιχαλακόπουλου, με αποτέλεσμα ο πρωθυπουργός να υποβάλει την παραίτηση της κυβέρνησης, κορυφώνοντας την πολιτική κρίση. Ο Κουντουριώτης πρότεινε την πρωθυπουργία στον Καφαντάρη, ο οποίος όμως αρνήθηκε να αναλάβει λόγω της πικρής του πείρας από στρατιωτικές επεμβάσεις, καθώς γνώριζε ότι ο Πάγκαλος καραδοκούσε, αλλά και λόγω της ύπαρξης στρατιωτικής παρακυβέρνησης. Αντιμέτωπος με αυτό το νέο πολιτικό αδιέξοδο, ο Καφαντάρης ανανέωσε τη στήριξή του στον Μιχαλακόπουλο, ο οποίος ανασχημάτισε την κυβέρνησή του και έλαβε ψήφο εμπιστοσύνης από την ∆΄ Εθνοσυνέλευση στις 16 Ιουνίου.
Η παραμονή του Μιχαλακόπουλου στην εξουσία αποχαλίνωσε τον Πάγκαλο, που πλέον ζητούσε απροκάλυπτα την επέμβαση του στρατού στις πολιτικές εξελίξεις. Στις 24 Ιουνίου, η Ένωσις του Ελληνισμού, εφημερίδα που εκπροσωπούσε τον Πάγκαλο, αφού έλουζε τον Μιχαλακόπουλο με ακατάσχετο υβρεολόγιο (τσαρλατάνος, γελοίος ∆ον Κιχώτης) και χαρακτήριζε την ∆΄ Εθνοσυνέλευση αχρεία, ζητούσε απροκάλυπτα την επέμβαση του Στρατού (Ένωσις του Ελληνισμού, 24.6.1925). Τελικά, μετά από πολλές αμφιταλαντεύσεις και δισταγμούς, ο Πάγκαλος, το βράδυ της 25ης Ιουνίου 1925, κίνησε τους αξιωματικούς που τον στήριζαν, που ήταν όμως σχετικά λίγοι και θα αποτύγχαναν αν το κράτος δεν έδειχνε ανεξήγητη αδράνεια. Για να καθησυχάσει την κοινή γνώμη, το βράδυ της 24ης Ιουνίου, επειδή βοούσαν οι φήμες για το επικείμενο κίνημα, ο Μιχαλακόπουλος με τη σύζυγό του, όπως και πολλοί υπουργοί, είχαν πάει στο θέατρο.
Τελικά, μετά από πολλές περιπέτειες, αιφνιδιασμούς και την απρόσμενη συμπαράταξη των ∆ημοκρατικών Ταγμάτων λόγω της προσωπικής εμπλοκής του αντισυνταγματάρχη Βασίλειου Ντερτιλή (∆ασκαρόλης, ∆ημοκρατικά Τάγματα, σ. 314-333), το κίνημα του Πάγκαλου στερεώθηκε. Ο Μιχαλακόπουλος, σε σύσκεψη των πολιτικών αρχηγών το μεσημέρι εκείνης της ταραχώδους ημέρας, υπέβαλε την παραίτησή του στον Πρόεδρο της ∆ημοκρατίας Παύλο Κουντουριώτη, αρνούμενος να οδηγήσει τη χώρα σε αιματοχυσία.
Οι κυβερνήσεις συνεργασίας (1926-1928)
Η δύσκολη συνύπαρξη, οι αντιθέσεις και η θητεία στο υπουργείο Εξωτερικών.
Μετά την ανατροπή της κυβέρνησής του από το πραξικόπημα του Πάγκαλου, ο Μιχαλακόπουλος υιοθέτησε από την πρώτη στιγμή αδιάλλακτη στάση απέναντι στο νέο καθεστώς, το οποίο θεωρούσε ευθεία απειλή για τη δημοκρατία. Ήταν, ωστόσο, ένας από τους ελάχιστους πολιτικούς αρχηγούς —μαζί με τους Τσαλδάρη και ∆εμερτζή— που δεν εξορίστηκαν. Συνεργάστηκε πρόθυμα με τους υπόλοιπους πολιτικούς αρχηγούς στη στήριξη της υποψηφιότητας Κωνσταντίνου ∆εμερτζή απέναντι σε αυτήν του Πάγκαλου στις προεδρικές εκλογές του 1926. Μετά την πτώση της δικτατορίας στις 21 Αυγούστου 1926, συνεργάστηκε στενά με τον Καφαντάρη για να εκπροσωπήσουν πολιτικά τον βενιζελισμό, κατεβάζοντας κοινούς συνδυασμούς στις εκλογές της 7ης Νοεμβρίου 1926.
Το αποτέλεσμα των εκλογών ήταν μια προδιαγεγραμμένη ισοπαλία μεταξύ βενιζελικών και αντιβενιζελικών κομμάτων λόγω του αναλογικού εκλογικού νόμου. Υπό την πίεση της κοινής γνώμης, που επιθυμούσε συναινετική πολιτική λύση στο αδιέξοδο, και μετά από πολυήμερες διαπραγματεύσεις, σχηματίστηκε Οικουμενική Κυβέρνηση στις 4 ∆εκεμβρίου 1926 υπό τον Αλέξανδρο Ζαΐμη. Ο Μιχαλακόπουλος ανέλαβε το Υπουργείο Εξωτερικών και ήταν ένας από τους πέντε πολιτικούς αρχηγούς που μοιράζονταν συνολικά την κυβερνητική ευθύνη (οι άλλοι τέσσερις ήταν οι Καφαντάρης, Παπαναστασίου, Μεταξάς και Π. Τσαλδάρης).
Η συνεργασία μεταξύ των πολιτικών αρχηγών υπήρξε εξαρχής δύσκολη και επίπονη, καθώς χωρίζονταν από τα παλαιά πάθη του Εθνικού ∆ιχασμού, ενώ επιπροσθέτως τη ναρκοθετούσε και ο αντιβενιζελικός Τύπος με καθημερινά εμπρηστικά δημοσιεύματα. Ο Μιχαλακόπουλος επέδειξε μετριοπάθεια, συναινετικό και εποικοδομητικό πνεύμα, στάθηκε αρωγός του Καφαντάρη εντός κυβέρνησης και βουλής, συνεργάστηκε στενά με τον Μεταξά τον οποίο στήριξε σε δύσκολα ζητήματα (σύμβαση Power and Traction, νομοσχέδια οδοποιίας).
Από τις πρώτες ημέρες της θητείας της, η Οικουμενική Κυβέρνηση ταλανίστηκε από εσωτερικές αντιθέσεις και επεισόδια που την απειλούσαν με άμεση διάσπαση πριν επιτύχει οποιονδήποτε στόχο της. Ένα από αυτά τα επεισόδια ξέσπασε στις 17 Μαΐου 1927, όταν ο Μιχαλακόπουλος αποφάσισε να διορίσει τον Νικόλαο Πολίτη ως πρέσβη της Ελλάδας στη Γαλλία. Παράλληλα, για να μην οξύνει πολιτικά την κατάσταση, ο Μιχαλακόπουλος είχε προτείνει τον ταυτόχρονο διορισμό του παλαιού βασιλόφρονα διπλωμάτη Γεωργίου Στρέιτ στη θέση του πρέσβη στο Βερολίνο, έχοντας στείλει ιδιόχειρη επιστολή στον ίδιο. (Ε.Λ.Ι.Α., Αρχείο Ανδρέα Μιχαλακόπουλου, φάκ. 1.3, αντίγραφο επιστολής Μιχαλακόπουλου προς Στρέιτ, 3ης Ιανουαρίου 1927).

Εκτός της εξισορρόπησης του διορισμού Πολίτη, ο Μιχαλακόπουλος επεδίωκε να θέσει εντός του πλαισίου της Αβασίλευτης έναν πολύ ικανό και αναγνωρισμένης αξίας υποστηρικτή του Θρόνου, που εμμέσως θα στερέωνε ακόμη περισσότερο την Αβασίλευτη ∆ημοκρατία. Στο σχετικό τηλεγράφημα ο Μιχαλακόπουλος, εκτός από τους επαίνους για την προσωπικότητα του Στρέιτ, υποσχέθηκε να προβεί και σε ευμενείς δηλώσεις στην Ελλάδα υπέρ του, υπογραμμίζοντας ότι η ουδετερόφιλη πολιτική που υποστήριξε κατά τον Εθνικό ∆ιχασμό είχε υπαγορευθεί από τον αδιαμφισβήτητο πατριωτισμό του. (Ε.Λ.Ι.Α., Αρχείο Γεωργίου Στρέιτ, φάκ. 38, τηλεγράφημα Μιχαλακόπουλου προς ∆ενδραμή, 12ης Φεβρουαρίου 1927).
Ο Τσαλδάρης απέρριψε την πιθανότητα να δεχτεί τον διορισμό του Πολίτη τον οποίο αποσυνέδεσε από αυτόν του Στρέιτ, καθώς το Λαϊκό Κόμμα θεωρούσε ότι ο βενιζελικός διπλωμάτης είχε καθοριστικό ρόλο στην εκτέλεση των Έξι. Το ξέσπασμα της κρίσης συνοδεύτηκε από δεκάδες επιθετικά δημοσιεύματα του αντιβενιζελικού Τύπου (αδιάλλακτου και μη) που τόνιζαν τη συμμετοχή του Πολίτη στην εκτέλεση των Έξι. Ο Τσαλδάρης δήλωσε μάλιστα στο Υπουργικό Συμβούλιο ότι και μόνο η πρόταση για τον Πολίτη αποτελούσε προσβολή για το Λαϊκό Κόμμα.
Ο Μιχαλακόπουλος όμως δεν υποχώρησε, αλλά όξυνε υπέρ το δέον την κατάσταση, απειλώντας με παραίτηση αν δεν προχωρούσε άμεσα ο διορισμός, καθώς θεωρούσε αυτονόητο το δικαίωμα ενός υπουργού να παύει και να διορίζει τους άμεσους συνεργάτες του. Μετά από πολυήμερες διαπραγματεύσεις, προκρίθηκε ως συμβιβασμός να ανακληθεί ο εν ενεργεία πρέσβης Αλέξανδρος Καραπάνος και να αναλάβει προσωρινά τα καθήκοντά του ο σύμβουλος της πρεσβείας Λέων Μελάς. Ο Μιχαλακόπουλος εξαναγκάστηκε να υποχωρήσει και να ικανοποιήσει τις αξιώσεις Τσαλδάρη και μάλλον τον εξανάγκασε να παραμείνει κυβερνητικός εταίρος παρά τη θέλησή του (πιο αναλυτικά σε Ιωάννης Β. ∆ασκαρόλης, Μεταξάς εναντίον Τσαλδάρη – Η άγνωστη αντιβενιζελική σύγκρουση (1924-1928), Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2024, σ. 135-138).
Η θητεία του Μιχαλακόπουλου στο Υπουργείο Εξωτερικών ξεκινούσε από μειονεκτική θέση, καθώς η διεθνής θέση της χώρας είχε επιδεινωθεί την τελευταία τετραετία, λόγω της αλλοπρόσαλλης εξωτερικής πολιτικής που είχε ακολουθήσει ο Πάγκαλος. Πιο συγκεκριμένα, είχαν επιδεινωθεί οι διμερείς σχέσεις με την Τουρκία μετά τις διώξεις εις βάρος της ελληνικής μειονότητας στην Κωνσταντινούπολη και την απέλαση του Πατριάρχη ως ανταλλάξιμου. Ομοίως είχαν επιδεινωθεί οι διμερείς σχέσεις με τη Βουλγαρία λόγω του αναθεωρητισμού της, της υπογραφής του πρωτοκόλλου Πολίτη-Καλφώφ, των συνεχών μεθοριακών επεισοδίων που προκαλούσαν βουλγαρικές συμμορίες και της ελληνικής εισβολής στο Πετρίτσι. Οι φιλικές σχέσεις με τη Γιουγκοσλαβία είχαν αμβλυνθεί μετά την καταγγελία της ελληνοσερβικής αμυντικής συνθήκης το 1924 και τις απαιτήσεις της για παροχή ελεύθερης ζώνης στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης. Τέλος, και οι διμερείς σχέσεις με την Ιταλία και την Αλβανία βρίσκονταν σε κρίσιμη καμπή, καθώς η Αθήνα είχε δυσαρεστηθεί από την παρεμβατική πολιτική της πρώτης στη γειτονική χώρα [Αντώνης Κλάψης, Ο Ανδρέας Μιχαλακόπουλος και η ελληνική εξωτερική πολιτική (1926-1928), Ι. Σιδέρης, Αθήνα 2009, σ. 31-38].

Ο Μιχαλακόπουλος κατάφερε πολύ σύντομα να βγάλει την Ελλάδα από τη διεθνή της απομόνωση και να σταθεροποιήσει τη θέση της σε διπλωματικό αλλά και οικονομικό επίπεδο. Η πρώτη αδιαμφισβήτητη διεθνής επιτυχία του Μιχαλακόπουλου ήρθε τον Αύγουστο του 1927 με την ακύρωση των συμφωνιών που είχε συνάψει ο Πάγκαλος με τη Σερβία και οι οποίες μείωναν τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης (Κλάψης, Ο Ανδρέας Μιχαλακόπουλος, σ. 120-140). Ακολούθως, ο Μιχαλακόπουλος πέτυχε να εξομαλύνει τις διμερείς σχέσεις με τη Γιουγκοσλαβία, υπογράφοντας μια νέα εμπορική σύμβαση στις 2 Νοεμβρίου του 1927. Επίσης εγκαινίασε μια νέα απόπειρα προσέγγισης με την Ιταλία του Μουσολίνι, η οποία και προετοίμασε το έδαφος για να υπογραφεί το ελληνοϊταλικό σύμφωνο φιλίας από τον Βενιζέλο σε ύστερο χρόνο, στις 23 Σεπτεμβρίου 1928 (Κλάψης, Ο Ανδρέας Μιχαλακόπουλος, σ. 141-160).
Αλλά η πλέον σημαντική επιτυχία της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής ήρθε στη Γενεύη, όπου οι Καφαντάρης και Μιχαλακόπουλος αποκατέστησαν τη διεθνή θέση της Ελλάδας. Στις 16 Ιουνίου 1927, μετά από διαπραγματεύσεις με τριμελή διεθνή επιτροπή, η ελληνική αντιπροσωπεία έλαβε έγκριση για τη σύναψη τριμερούς δανείου 9.000.000 λιρών που εξυγίαινε οριστικά τα οικονομικά δημοσιονομικά μεγέθη της Ελλάδας (Αρετή Τούντα-Φεργάδη, Η δανειακή ελληνική εξωτερική πολιτική, Σιδέρης, Αθήνα 2009, σ. 192-194).
Η παρουσία των Καφαντάρη και Μιχαλακόπουλου στη Γενεύη υπήρξε άψογη από όλες τις απόψεις, σύμφωνα με τα στελέχη της Κ.T.Ε., που εντυπωσιάστηκαν από το επίπεδο ετοιμότητας της ελληνικής αντιπροσωπείας και την πρόοδο που είχε συντελεστεί στην Ελλάδα μέσα σε λίγους μήνες. Η παρουσία των δύο βενιζελικών ηγετών στη Γενεύη είχε αποσπάσει τη συνολική επιδοκιμασία του διεθνούς Τύπου, ενώ και οι συμφωνίες που είχαν επιτευχθεί χαρακτηρίζονταν ως άκρως επιτυχημένες για την Ελλάδα [Χρήστος Αναστασίου, Η Οικουμενική Κυβέρνηση και οι διεθνείς της σχέσεις (1926-1928), διδακτορική διατριβή ΕΚΠΑ, Αθήνα 2011, σ. 190-201].
Εκτός αυτών, το δίδυμο Καφαντάρη-Μιχαλακόπουλου κατάφερε να προχωρήσει την τραπεζική αναδιοργάνωση της χώρας και πέτυχε τη ρύθμιση των πολεμικών χρεών του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου προς Αμερική, Αγγλία και Γαλλία μέσω αμοιβαίων επώδυνων συμβιβασμών. Έτσι η χώρα πλέον το καλοκαίρι του 1928 πληρούσε όλες τις απαιτούμενες προϋποθέσεις, ώστε να ενταχθεί στο διεθνές οικονομικό σύστημα, εξασφαλίζοντας απρόσκοπτη δανειοδότηση για το μέλλον.
Ο πρωταγωνιστικός ρόλος στην τετραετία Βενιζέλου
Αντιμέτωπος με τη Δικτατορία της 4ης Αυγούστου.
Η εμφάνιση του Ελευθέριου Βενιζέλου στο πολιτικό προσκήνιο τον Μάρτιο του 1928 υπονόμευσε κάθε προοπτική συνέχισης των κυβερνήσεων συνεργασίας. Ο Μιχαλακόπουλος από την πρώτη στιγμή συντάχθηκε στο πλευρό του και του υποσχέθηκε παρασκηνιακά πολιτική στήριξη. Στις εκλογές της 17ης Αυγούστου 1928, ο Μιχαλακόπουλος συνεργάστηκε με τον Βενιζέλο και το κόμμα του, οι Συντηρητικοί Φιλελεύθεροι απέσπασαν πέντε έδρες, με τον ίδιο να εκλέγεται βουλευτής.
Μετά τον βενιζελικό θρίαμβο των εκλογών του 1928, κάπως απρόσμενα είναι η αλήθεια, ο Μιχαλακόπουλος δεν ανέλαβε υπουργικό χαρτοφυλάκιο στην πρώτη κυβέρνηση Βενιζέλου, πιθανώς επειδή αντιδρούσαν εναντίον του οι εκδότες Σ. Σίμος (Μ.Μ., Αρχείο Ε. Βενιζέλου, φάκ. 330/66, Επιστολή Σ. Σίμου προς Ε. Βενιζέλο για τις αντιδράσεις φίλων των Φιλελευθέρων για την επικείμενη υπουργοποίηση Μιχαλακόπουλου, 29ης Ιουνίου 1928) και ∆ημήτρης Λαμπράκης. Οι λόγοι της αντίδρασης ήταν γιατί ο Μιχαλακόπουλος ήταν μακράν ο συντηρητικότερος από όλους τους κορυφαίους πολιτευτές των Φιλελευθέρων, είχε καταγωγή από την Παλαιά Ελλάδα, ενώ υποστήριζε δημοσίως την επιδίωξη μιας οριστικής συμφιλίωσης με τον αντιβενιζελισμό. Στη συνέχεια, όμως, ο Βενιζέλος τον όρισε αντιπρόεδρο της κυβέρνησης στον κυβερνητικό ανασχηματισμό της 7ης Ιουνίου 1929 και υπουργό Εξωτερικών λίγους μήνες μετά.

Από αυτή τη θέση, ο Μιχαλακόπουλος ασχολήθηκε με την επίλυση δύσκολων μειονοτικών ζητημάτων με τις υπόλοιπες βαλκανικές χώρες ώστε να εξομαλυνθούν οι διμερείς σχέσεις μαζί τους με απώτερο σκοπό μια γενικότερη βαλκανική συνεργασία. Κυρίως όμως προετοίμασε τη ρύθμιση των διμερών σχέσεων με την Τουρκία, αρχικά με την υπογραφή οικονομικού συμφώνου στις 10 Ιουνίου 1930. Ο ίδιος συνόδευσε τον Βενιζέλο στην Άγκυρα τον Νοέμβριο του 1930, όπου και υπέγραψαν Σύμφωνο Φιλίας με την Τουρκία, εγκαινιάζοντας μια περίοδο ομαλών σχέσεων με τη γείτονα χώρα. Η συμφωνία μεταξύ Ελλάδας-Τουρκίας επιτεύχθηκε στη βάση η Ελλάδα να παραιτηθεί από τις αποζημιώσεις των περιουσιών των Μικρασιατών και η Τουρκία να αναγνωρίσει τον εδαφικό διακανονισμό της Λωζάννης μεταξύ των δύο χωρών ως οριστικό (Ιφιγένεια Αναστασιάδου, Ο Βενιζέλος και το ελληνοτουρκικό Σύμφωνο Φιλίας του 1930, στο Συλλογικό, Μελετήματα γύρω από τον Βενιζέλο και την εποχή του, σ. 339).
Στις εκλογές της 25ης Σεπτεμβρίου 1932, ο Μιχαλακόπουλος εξελέγη βουλευτής και συμμετείχε ως αντιπρόεδρος και υπουργός Εξωτερικών στην τελευταία βραχύβια κυβέρνησή του, που ορκίστηκε στις 16 Ιανουαρίου 1933. Μετά την εκλογική ήττα των Φιλελευθέρων στις 5 Μαρτίου 1933 και την άνοδο των αντιβενιζελικών στην εξουσία, ο Μιχαλακόπουλος ιδιώτευσε και δεν αναμείχθηκε στον δημόσιο βίο εκ νέου, παρά μόνο το 1934, όταν και εξελέγη αριστίνδην γερουσιαστής. ∆εν συμμετείχε ούτε είχε ενημέρωση για το σχεδιαζόμενο βενιζελικό κίνημα της 1ης Μαρτίου 1935, παρακολούθησε από απόσταση, αλλά με αγωνία, τις καταιγιστικές πολιτικές εξελίξεις απέχοντας από τις εκλογές της 9ης Ιουνίου 1936, ενώ με δηλώσεις του στον διεθνή Τύπο υπέδειξε ευθέως τις δικτατορικές διαθέσεις των Κονδύλη και Μεταξά (Μ.Μ., Αρχείο Ε. Βενιζέλου, φάκ. 8/7, δηλώσεις Μιχαλακόπουλου στο Ελεύθερο Βήμα μεταφρασμένες στη γαλλική γλώσσα, 6ης Ιουνίου 1935).
Τελικά, ο Μιχαλακόπουλος τήρησε μια μάλλον εφεκτική στάση έναντι της Παλινόρθωσης και της επιστροφής του Γεώργιου Β΄ στην Ελλάδα, ενώ κρατούσε σαφείς πολιτικές αποστάσεις από τους Φιλελεύθερους του Σοφούλη. Είναι χαρακτηριστικό ότι δεν αναμίχθηκε στις εκλογές του 1936 παρά το γεγονός ότι του έγινε σχετική πρόταση από τον Σοφούλη (Μ.Μ., Αρχείο Ε. Βενιζέλου, φακ. 6/142, επιστολή Ε. Βενιζέλου σχετικά με την εκλογική σύμπραξη του Α. Μιχαλακόπουλου στην Αχαΐα, 28ης ∆εκεμβρίου 1935). Είχε διατηρήσει διαύλους επαφής με το Στέμμα ενώ ήταν από τους λίγους βενιζελικούς πολιτικούς που είχε παραστεί και στη μεταφορά των οστών του Βασιλιά Κωνσταντίνου από την Ιταλία στο Τατόι.

Μετά την κήρυξη της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου από τον Ιωάννη Μεταξά, όσοι πολιτικοί εκφράστηκαν δημοσίως κατά του νέου καθεστώτος εκτοπίστηκαν (Καφαντάρης στην Ζάκυνθο, ο Γεώργιος Παπανδρέου στην Άνδρο, ο Αλέξανδρος Μυλωνάς στην Ικαρία, ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος στην Κύθνο κτλ.) ενώ μάλλον λόγω ηλικίας δεν εθίγη ο Θεμιστοκλής Σοφούλης. Σε αντίθεση με αυτόν τον γενικό κανόνα, ο Μεταξάς έδειξε πολύ μεγάλη ανοχή απέναντι στον Μιχαλακόπουλο, καθώς τους συνέδεε παλαιά και ισχυρή φιλία από την εποχή των κυβερνήσεων συνεργασίας.
Η πρώτη αντικαθεστωτική κίνηση του Μιχαλακόπουλου εκδηλώθηκε τον Ιανουάριο του 1937, όταν απέστειλε κρυφά ένα υπόμνημα στον Θεόδωρο Αγγελόπουλο, διευθυντή του πολιτικού γραφείου του βασιλιά, στο οποίο, ως παλαιός υπουργός Εξωτερικών και βαθύς γνώστης των διεθνών σχέσεων, αμφισβητούσε ευθέως τη χρησιμότητα του Βαλκανικού Συμφώνου με τη Βουλγαρία και τη Γιουγκοσλαβία, που ήταν όμως βασικό στοιχείο της βαλκανικής πολιτικής της 4ης Αυγούστου. Όμως το καθεστώς και η παντοδύναμη μυστική αστυνομία του Κωνσταντίνου Μανιαδάκη παρακολουθούσε διακριτικά αλλά συστηματικά τον Μιχαλακόπουλο, ενώ τον Σεπτέμβριο του 1937 του παρείχε κατ’ εξαίρεση ειδική άδεια για να μεταβεί στη Γαλλία για λόγους υγείας. Ο Μιχαλακόπουλος όμως στη Γαλλία ήρθε σε επαφή με τον εκεί Άγγλο πρέσβη και του ζήτησε να επέμβει η Αγγλία και να εκδιώξει τον Μεταξά επειδή ήταν γερμανόφιλος, ενώ συνωμότησε και με άλλους αντικαθεστωτικούς παράγοντες, όπως η Έλενα Βενιζέλου, που διέμενε στο Παρίσι.
Τέλος, τον Νοέμβριο του ίδιου έτους, με νέο μυστικό του υπόμνημα προς τον βασιλιά, ο Μιχαλακόπουλος ανέφερε πως κατά το ταξίδι του στη Γαλλία συναντήθηκε με σημαντικούς ξένους παράγοντες που του δήλωσαν ότι δεν εμπιστεύονταν την Ελλάδα γιατί ο πρωθυπουργός της ήταν αποδεδειγμένα γερμανόφιλος. Στο ίδιο υπόμνημα ο Μιχαλακόπουλος έκανε λόγο για ογκούμενη λαϊκή δυσφορία στην κοινή γνώμη κατά της δικτατορίας.
Το μεγάλο λάθος του Πατρινού πολιτικού να πιστέψει ότι ο βασιλιάς δεν θα ενημέρωνε τον Μεταξά για τα υπομνήματά του, σφράγισε την τύχη του. Αν ο βασιλιάς ακολουθούσε αυτή την τακτική, ουσιαστικά θα συνωμοτούσε εις βάρος του πρωθυπουργού του, κάτι που θα υπονόμευε τη σχέση τους. Έτσι, ο Γεώργιος Β΄ προτίμησε να ενημερώσει τον Μεταξά για τις ενέργειες Μιχαλακόπουλου, παραδίδοντας αυτούσιο το δεύτερο υπόμνημα. Οι πληροφορίες αυτές, που επιβεβαιώθηκαν και από τον Βρετανό πρέσβη (ένδειξη της βρετανικής εύνοιας προς τον δικτάτορα), εξόργισαν τον Μεταξά, που διέταξε την άμεση σύλληψη και τον εκτοπισμό του Μιχαλακόπουλου.

Στις 10 Φεβρουαρίου 1938, ο Μιχαλακόπουλος συνελήφθη από άνδρες της Ασφάλειας στο σπίτι του στο Ψυχικό, όπου βρισκόταν κλινήρης αντιμετωπίζοντας προβλήματα υγείας, και εκτοπίστηκε στην Πάρο υπό δυσμενείς καιρικές συνθήκες. Λίγες μέρες μετά την εκτόπισή του, έπαθε περιπνευμονία, που εκδηλώθηκε με υψηλό πυρετό και καρδιακή δυσλειτουργία. Στις 27 Φεβρουαρίου, ο Μιχαλακόπουλος μεταφέρθηκε εσπευσμένα στην Αθήνα και στο νοσοκομείο του Ευαγγελισμού, αλλά η κατάστασή του δεν βελτιώθηκε και παρέμεινε κρίσιμη. Η έλευση του καθηγητή Eppinger από τη Βιέννη δεν αποσόβησε τον θάνατο του Μιχαλακόπουλου, που επήλθε στις 27 Μαρτίου 1938.
Ο τρόπος με τον οποίο επήλθε ο θάνατος του Μιχαλακόπουλου αποτέλεσε ένα μεγάλο πλήγμα για την 4η Αυγούστου, αλλά και για τον Ιωάννη Μεταξά προσωπικά. Πάντως στη σχετική εγγραφή του στο προσωπικό του ημερολόγιο, ο Μεταξάς δεν φάνηκε να είχε τύψεις, γιατί θεωρούσε πως δεν είχε καμία προσωπική ευθύνη για τον θάνατο του Μιχαλακόπουλου (Ιωάννης Μεταξάς, Το προσωπικό του ημερολόγιο, τόμος ∆1, Γκοβόστης, χ.χ., εγγραφή 31ης Μαρτίου 1938).


