Σαράντος Αγαπηνός – Ο καπετάν Αγρας του Βάλτου των Γιαννιτσών

Σαράντος Αγαπηνός – Ο καπετάν Αγρας του Βάλτου των Γιαννιτσών

«Δεν υπάρχει γλυκύτερον, υψηλότερον και τιμητικώτερον του να συναισθάνεταί τις ότι προώρισε την ζωήν του προς υπεράσπισιν των αδίκως και βαρβάρως καταπατουμένων δικαίων της πατρίδος μας»

σαράντος-αγαπηνός-ο-καπετάν-αγρας-τ-563955535 Δεκέμβριος 1906. Ο Σαράντος Αγαπηνός στον Βάλτο των Γιαννιτσών (Φωτογραφικό Αρχείο Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος/Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα).
Δεκέμβριος 1906. Ο Σαράντος Αγαπηνός στον Βάλτο των Γιαννιτσών (Φωτογραφικό Αρχείο Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος/Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα).

Ο Σαράντος Αγαπηνός γεννήθηκε τον Φεβρουάριο του 1880 στο Ναύπλιο. Γονείς του ήταν ο Ανδρέας Αγαπηνός και η Ολυμπία Μαλτσινιώτη, γόνοι επιφανών οικογενειών της Μεσσηνίας και της Λακωνίας αντίστοιχα, οι οποίες είχαν προσφέρει με αυτοθυσία τις υπηρεσίες τους στον Αγώνα για την Ανεξαρτησία. Έχοντας μεγαλώσει με τις αφηγήσεις των συγγενών του από την Επανάσταση, δημιουργήθηκε στον Τέλλο από την παιδική του ηλικία η επιθυμία να ακολουθήσει στρατιωτική σταδιοδρομία. Το 1895 πραγματοποίησε το παιδικό του όνειρο εισερχόμενος στη Σχολή Ευελπίδων, από την οποία αποφοίτησε το 1901 ως ανθυπολοχαγός Πεζικού. Αρνούμενος να παραμείνει αδρανής υπηρετώντας στη Φρουρά των Αθηνών, το 1902 ο Τέλλος Αγαπηνός ζήτησε να μετατεθεί σε μονάδα στα ελληνο-οθωμανικά σύνορα, προκαλώντας την ευχάριστη έκπληξη του διαδόχου Κωνσταντίνου, ο οποίος θαύμασε στον νεαρό αξιωματικό την προθυμία του να προσφέρει στην πατρίδα του από μάχιμη θέση. Μετά την έναρξη του ένοπλου Μακεδονικού Αγώνα το 1904, ο Αγαπηνός εκδήλωσε την επιθυμία να συμμετάσχει και εκείνος στον «ιερό» αγώνα για τη διάσωση του μακεδονικού ελληνισμού. Το αίτημά του ικανοποιήθηκε και στα τέλη Σεπτεμβρίου του 1906 μετέβη στη Μακεδονία με το ψευδώνυμο «καπετάν Άγρας». Ο Άγρας διακρίθηκε για τα ανδραγαθήματά του στον Βάλτο των Γιαννιτσών και στην περιφέρεια της Νάουσας. Ο τραγικός του θάνατος στις 7 Ιουνίου 1907 προκάλεσε συγκίνηση σε όλο τον ελληνισμό, εμπνέοντας λογοτέχνες, όπως η Πηνελόπη ∆έλτα, να γράψουν μυθιστορήματα, ποιήματα και τραγούδια αφιερωμένα σε εκείνον.

Τα νεανικά χρόνια

Η οικογένεια των Αγαπηνών, τα παιδικά χρόνια στο Ναύπλιο και η στρατιωτική σταδιοδρομία.

Οι κάτοικοι των Γαργαλιάνων Μεσσηνίας πρέπει να αισθάνονται υπερήφανοι για την περιοχή τους, όχι μόνο για τον φυσικό της πλούτο, αλλά –κυρίως– γιατί υπήρξε η ιδιαίτερη πατρίδα μεγάλων προσωπικοτήτων της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Από τους Γαργαλιάνους κατάγονταν οι Αγαπηνοί, μια οικογένεια η οποία πρωταγωνίστησε στις επιχειρήσεις της Ελληνικής Επανάστασης που έλαβαν χώρα στην Πελοπόννησο. Συγκεκριμένα οι οπλαρχηγοί Νιόνιος και Αντώνιος Αγαπηνός συμμετείχαν με τους άνδρες τους στην πολιορκία του Νιοκάστρου και της Πάτρας, διακρίθηκαν για την ανδρεία τους στα ∆ερβενάκια και πολέμησαν με πείσμα τα αιγυπτιακά στρατεύματα του Ιμπραήμ. Οι υπηρεσίες τους προς την πατρίδα αναγνωρίστηκαν κατά την περίοδο της διακυβέρνησης της Ελλάδας από τον Όθωνα, λαμβάνοντας τιμητικές διακρίσεις και αξιώματα στο στράτευμα.

Οι Αγαπηνοί ανήκαν στις εύπορες οικογένειες των Γαργαλιάνων. Όπως συνέβαινε σε πολλές περιοχές της Πελοποννήσου, οι ισχυρές οικογένειες διέμεναν σε οχυρούς πύργους, οι οποίοι προστάτευαν τα μέλη τους σε περίπτωση κινδύνου. Σύμφωνα με τις διαθέσιμες πηγές, ο πύργος των Αγαπηνών ήταν ένας από τους πιο μεγαλοπρεπείς στην περιοχή. Περιβαλλόταν από ψηλό τείχος στο οποίο υπήρχαν πολεμίστρες. Εντός του περιβόλου βρισκόταν η αρχοντική κατοικία, βοηθητικά κτίσματα, μια στέρνα για τη συλλογή του βρόχινου νερού και μια μεγάλη αυλή. Παρά την ισχυρή οχύρωσή του, όμως, ο πύργος των Αγαπηνών δεν άντεξε στις επιθέσεις των στρατευμάτων του Ιμπραήμ. Τον Οκτώβριο του 1827 οι Αιγύπτιοι στρατιώτες κατέλαβαν τον πύργο και στη συνέχεια τον πυρπόλησαν, καταστρέφοντας έτσι τα πολύτιμα κειμήλια της οικογένειας.

Σαράντος Αγαπηνός – Ο καπετάν Αγρας του Βάλτου των Γιαννιτσών-1
Ο Σαράντος Αγαπηνός (Τέλλος Άγρας) με άνδρες του σώματός του μέσα σε μια πλάβα στη λίμνη των Γιαννιτσών (Φωτογραφικό Αρχείο Ιδρύματος Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα και της Νεότερης Ιστορίας της Μακεδονίας).

Μετά το τέλος της Επανάστασης, ο Αντώνιος Αγαπηνός παντρεύτηκε την Ουρανία Παπατσώνη, αδερφή των οπλαρχηγών ∆ημητρίου και Παναγιώτη Παπατσώνη από τη Μεσσηνία. Το ζευγάρι απέκτησε δύο παιδιά, την Κοκκωνιά και τον Ανδρέα, ο οποίος σε αντίθεση με τον πατέρα του επέλεξε να ακολουθήσει τον δικαστικό κλάδο. Μετά τις σπουδές του στην Αθήνα, ο Ανδρέας Αγαπηνός διορίστηκε πρωτοδίκης στο Ναύπλιο, όπου και γνώρισε την Ολυμπία Μαλτσινιώτη, κόρη του Σπαρτιάτη Σαράντου Μαλτσινιώτη. Ο Ανδρέας και η Ολυμπία απέκτησαν τρία παιδιά, τον Αντώνιο (γεν. 1877), τον Σαράντο και τον Νίκο (γεν. 1890).

Ο Σαράντος Αγαπηνός γεννήθηκε στις 17 Φεβρουαρίου 1880 στο Ναύπλιο. Επιθυμώντας να μην αποξενωθεί από την ιδιαίτερη πατρίδα του, ο Ανδρέας Αγαπηνός παρέμεινε έως το τέλος της ζωής του εγγεγραμμένος στα δημοτολόγια του ∆ήμου Πλαταμώδους, πρωτεύουσα του οποίου ήταν οι Γαργαλιάνοι. Ακολουθώντας το ίδιο σκεπτικό, ενέγραψε τα παιδιά του στο δημοτολόγιο των Γαργαλιάνων, μολονότι γεννήθηκαν στο Ναύπλιο. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο αναφέρονται συχνά στη βιβλιογραφία ως τόπος γέννησης του Σαράντου Αγαπηνού οι Γαργαλιάνοι.

Σαράντος Αγαπηνός – Ο καπετάν Αγρας του Βάλτου των Γιαννιτσών-2
Η παράδοση του οθωμανικού φρουρίου του Νεοκάστρου στην Πελοπόννησο. Έλληνας οπλαρχηγός εμποδίζει τους πολιορκητές να κακοποιήσουν τους Οθωμανούς που έχουν παραδοθεί. Λιθογραφία του Peter von Hess (1852, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα).

Για τα παιδικά χρόνια του Σαράντου ή Τέλλου (από το υποκοριστικό Σαραντέλλος), όπως τον αποκαλούσαν οι συγγενείς και οι φίλοι του, δεν υπάρχουν πολλές πληροφορίες. Σύμφωνα με τις διαθέσιμες πηγές, ο μικρός Τέλλος ήταν ένα όμορφο, γελαστό και πολύ ζωηρό παιδάκι. Όπως περιγράφει ο συμμαθητής του στο ∆ημοτικό και λογοτέχνης Στέφανος ∆άφνης, ο Τέλλος είχε μια τεράστια συλλογή από γραμματόσημα, για την οποία ήταν πολύ περήφανος (μεγαλώνοντας έγινε μανιώδης συλλέκτης γραμματοσήμων). Μάλιστα, όταν κάποτε η οικία των Αγαπηνών έπιασε φωτιά, το μόνο που διέσωσε ήταν η σχολική του σάκα, στην οποία κρατούσε φυλαγμένα τα πολύτιμα γραμματόσημά του.

Ο θάνατος του πατέρα του, ο οποίος είχε ανέλθει στη βαθμίδα του προέδρου Εφετών, από συγκοπή καρδιάς το 1892 διατάραξε τη μέχρι τότε ήρεμη ζωή του Τέλλου. Η οικογένειά του αναγκάστηκε να μετακομίσει στην Αθήνα, όπου φιλοξενήθηκε σε συγγενείς της, καθότι η πενιχρή σύνταξη που λάμβανε η μητέρα του δεν αρκούσε για να θρέψει τα τρία ορφανά από πατέρα αδέρφια. Χάρη στη φροντίδα των συγγενών του, του στρατηγού Θωμά Κυδωνάκη και του δικηγόρου Χρήστου Ταβουλαρίδη, ο Τέλλος και τα αδέρφια του μεγάλωσαν σε ένα υγιές οικογενειακό περιβάλλον, έχοντας τη δυνατότητα να σχεδιάσουν με ασφάλεια το μέλλον τους. Ο μεγαλύτερος αδερφός του Τέλλου, Αντώνιος, επέλεξε να ακολουθήσει το επάγγελμα του πατέρα του και μετά την ολοκλήρωση των νομικών σπουδών του εντάχθηκε στο δικαστικό σώμα. Σύμφωνα με τον βιογράφο του Τέλλου Αγαπηνού, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, ο Αντώνιος υπήρξε ο πρώτος πρόεδρος Πρωτοδικών στη Θεσσαλονίκη, όταν απελευθερώθηκε η πόλη το 1912. Από την άλλη, ο μικρότερος αδερφός του, ο Νίκος, ασχολήθηκε με το εμπόριο και εγκαταστάθηκε στην Αίγυπτο, εργαζόμενος στην εταιρεία του Εμμανουήλ Μπενάκη.

Ο Τέλλος ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές σπουδές του στην Αθήνα, σε ηλικία 15 ετών. Στη συνέχεια έδωσε εξετάσεις για την εισαγωγή του στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, καθότι όνειρό του από την παιδική του ηλικία ήταν να γίνει αξιωματικός του ελληνικού στρατού. Η μητέρα του δίστασε αρχικά να δώσει τη συγκατάθεσή της σε αυτή την επιλογή του Τέλλου, διότι φοβόταν πως ο ενθουσιώδης και τολμηρός χαρακτήρας του θα τον εξέθετε εύκολα σε κίνδυνο. Εντούτοις, αισθάνθηκε υπερηφάνεια όταν είδε τον γιο της να εισέρχεται στη σχολή τον Οκτώβριο του 1895.

Από πολύ νωρίς ο Τέλλος διακρίθηκε στη Σχολή Ευελπίδων για τις επιδόσεις και την ευστροφία του. Στο τρίτο έτος, μάλιστα, η διοίκηση της σχολής τον επιβράβευσε ονομάζοντάς τον αρχηγό της τάξης του, αξίωμα, όμως, το οποίο απώλεσε κατά το τελευταίο έτος των σπουδών του. Τον Ιούλιο του 1901, ο Τέλλος Αγαπηνός αποφοίτησε από τη Σχολή Ευελπίδων λαμβάνοντας τον βαθμό του ανθυπολοχαγού Πεζικού. Τοποθετήθηκε στη Φρουρά των Αθηνών και συγκεκριμένα στο 7ο Σύνταγμα Πεζικού.

Σαράντος Αγαπηνός – Ο καπετάν Αγρας του Βάλτου των Γιαννιτσών-3
Ο Σαράντος Αγαπηνός με στολή αξιωματικού (Alamy/Visualhellas.gr).

Ο Τέλλος εντάχθηκε ως αξιωματικός στο δυναμικό των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων σε μια εποχή που η Ελλάδα βίωνε το τραύμα της ήττας του 1897. Η Ελλάδα όχι μόνο νικήθηκε κατά κράτος στο πεδίο της μάχης, αλλά και υποχρεώθηκε να καταβάλει υψηλή αποζημίωση στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και να περιέλθει υπό καθεστώς δημοσιονομικής επιτήρησης από τις ευρωπαϊκές δυνάμεις, κηλιδώνοντας έτσι το εθνικό της γόητρο. Συν τοις άλλοις, αναγκάστηκε εκ των πραγμάτων να εγκαταλείψει προσώρας το όνειρο της επέκτασης των συνόρων της στη Μακεδονία, καθότι η μέχρι τότε ακολουθούμενη πολιτική δεν είχε αποδώσει τους προσδοκώμενους καρπούς.

Μολονότι είχε τη δυνατότητα να παραμείνει στη Φρουρά των Αθηνών χρησιμοποιώντας τις γνωριμίες του θείου του Κυδωνάκη, τον Φεβρουάριο του 1902 ο Τέλλος παρουσιάστηκε ενώπιον του διαδόχου Κωνσταντίνου και τον παρακάλεσε να τον μεταθέσει στα σύνορα. Ο ίδιος προτιμούσε να κατέχει κάποια μάχιμη θέση στον ελληνικό στρατό, παρά να περιφέρεται άσκοπα στου «Γιαννάκη», το καφενείο όπου σύχναζαν οι αξιωματικοί. Ο διάδοχος εκπλήρωσε την επιθυμία του νεαρού αξιωματικού, τοποθετώντας τον στο 2ο Σύνταγμα Ευζώνων στον Τύρναβο, όπου και παρέμεινε για τέσσερα χρόνια, έως το καλοκαίρι του 1906. ∆ύο χρόνια μετά τη μετάθεσή του, ο νεαρός ανθυπολοχαγός συμμετείχε στα μεγάλα στρατιωτικά γυμνάσια του Μαΐου-Ιουνίου 1904, για τα οποία, όπως παρέθεσε στο ημερολόγιό του, επέδειξε έντονο επαγγελματικό ενδιαφέρον. Παρότι εμπλούτισε τις γνώσεις του, διαπίστωσε τα μεγάλα κενά που υπήρχαν στο ελληνικό στράτευμα και «την γενικήν προσπάθειαν του ψευτομπαλώματος».

Σαράντος Αγαπηνός – Ο καπετάν Αγρας του Βάλτου των Γιαννιτσών-4
Οι Μακεδονομάχοι του Καπετάν Ακρίτα (Κωνσταντίνου Μαζαράκη-Αινιάν) σε επιστολικό δελτάριο της εποχής (Αρχείο Γιάννη Μέγα).

Μετά την έναρξη του ένοπλου Μακεδονικού Αγώνα το 1904, η προσοχή του Τέλλου ήταν διαρκώς στραμμένη στη Μακεδονία. Υπηρετώντας στα ελληνο-οθωμανικά σύνορα, ενημερωνόταν διαρκώς για τις εξελίξεις στη Μακεδονία, οι Έλληνες κάτοικοι της οποίας αδυνατούσαν να αντεπεξέλθουν στην πίεση που δέχονταν τόσο από τις οθωμανικές αρχές όσο και από τους Βούλγαρους κομιτατζήδες. Παράλληλα, παρακολουθούσε τους συναδέλφους του αξιωματικούς να εγκαταλείπουν τις θέσεις τους στον στρατό, προθυμοποιούμενοι να εισέλθουν στη Μακεδονία ως αρχηγοί ανταρτικών σωμάτων. Όταν πια ανέλαβε ένοπλη δράση ο φίλος του ανθυπολοχαγός Πεζικού Νικόλαος Ρόκας (Κολιός), ο Τέλλος έλαβε την απόφαση να συμμετάσχει και εκείνος στον Μακεδονικό Αγώνα.

«Εκεί τότε παρά τας εχθρικάς καλύβας υπό την αστερόεσσαν νύκτα ακούων τας απλάς και απερίττους αφηγήσεις των ανταρτών, συμμετέχων εμμέσως και εγώ της υπερηφανείας των νικητών του Άγρα ήχθην εις σκέψεις βαθυτέρας και έλαβον την πρώτην μύησιν εις το πνεύμα του αγώνος, αντιληφθείς οποίαν έχει σημασίαν το γόητρον και η προσήκουσα επιρροή του αρχηγού». Ιωάννης Δεμέστιχας

Η αντεπίθεση του Ελληνισμού στη Μακεδονία

Τα πρώτα σώματα στην Κεντρική Μακεδονία και η είσοδος των Ελλήνων ανταρτών στον Βάλτο.

Μετά τη βουλγαρική εξέγερση του Ίλιντεν το καλοκαίρι του 1903, κατέστη πασιφανές ότι η ακολουθούμενη έως τότε πολιτική της ευγενούς διπλωματίας, της τήρησης «άψογης στάσης» ουδετερότητας εκ μέρους της Ελλάδας, αδυνατούσε να προασπίσει τα συμφέροντα του μακεδονικού ελληνισμού. Ερχόμενη στην εξουσία τον ∆εκέμβριο του 1903, η κυβέρνηση του Γεωργίου Θεοτόκη δεν διείδε άλλη διέξοδο πέρα από την καταφυγή στον ένοπλο αγώνα. Μία από τις πρώτες κινήσεις της ελληνικής κυβέρνησης ήταν η αντικατάσταση των διπλωματών που υπηρετούσαν στα προξενεία της Μακεδονίας από νέους, οι οποίοι ενστερνίζονταν την άποψη για δυναμικότερη δράση στην περιοχή. Ανάμεσα σε αυτούς τους νέους, δραστήριους διπλωμάτες ανήκε και ο Λάμπρος Κορομηλάς, ο οποίος τοποθετήθηκε στο γενικό προξενείο Θεσσαλονίκης τον Μάιο του 1904.

Έχοντας μελετήσει εις βάθος την πολιτική που ακολουθούσαν οι Βούλγαροι στο Μακεδονικό Ζήτημα τόσο κατά τη διάρκεια των πολλών ταξιδιών του στα Βαλκάνια όσο και κατά την παραμονή του στη θέση του προξένου της Ελλάδας στη Φιλιππούπολη, ο Κορομηλάς άρχισε να σχεδιάζει την ελληνική αντεπίθεση στη Μακεδονία αμέσως μετά την άφιξή του στη Θεσσαλονίκη. Με τη συνδρομή των ικανών αξιωματικών που τοποθετήθηκαν στο προξενείο μέχρι το τέλος του 1904, ο Κορομηλάς προχώρησε στη σύσταση τοπικών επιτροπών στις πόλεις και στα χωριά της Κεντρικής Μακεδονίας, καθώς και στη δημιουργία ενός δικτύου πληροφοριοδοτών, ταχυδρόμων, επιθεωρητών εκπαίδευσης, δασκάλων και ιερέων, οι οποίοι είχαν την ευθύνη για την κατήχηση και τον διαφωτισμό των κατοίκων.

Σαράντος Αγαπηνός – Ο καπετάν Αγρας του Βάλτου των Γιαννιτσών-5
Μακεδονομάχοι σε επιστολικό δελτάριο της εποχής (Alamy/Visualhellas.gr).

Παρότι δραστηριοποιήθηκαν μέσα στο 1904 στην Κεντρική Μακεδονία κάποια ένοπλα σώματα, στελεχωμένα κυρίως από ντόπιους, δεν κατάφεραν να επιτύχουν πολλά, εκτός από την εξόντωση μερικών ηγετικών στελεχών των βουλγαρικών κομιτάτων. Στις αρχές του 1905, η ηγεσία του προξενείου της Θεσσαλονίκης έκρινε αναγκαία την αναθεώρηση των υπαρχόντων σχεδίων και τη στελέχωση των σωμάτων στη Μακεδονία τόσο από αξιωματικούς και υπαξιωματικούς των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων, οι οποίοι θα αναλάμβαναν την αρχηγία τους, όσο και από ντόπιους, οι οποίοι γνώριζαν καλύτερα από τον καθένα τους δρόμους, τα μονοπάτια και τα ηγετικά πρόσωπα των κομιτάτων. Αφού εγκρίθηκε αυτό το σχέδιο, την άνοιξη του 1905 συγκροτήθηκε στη Βουλιαγμένη ειδικό κέντρο για τη συγκρότηση και την εκπαίδευση των σωμάτων που θα δραστηριοποιούνταν στη Μακεδονία.

Οι Έλληνες αντάρτες βρίσκονταν αντιμέτωποι καθημερινά όχι μόνο με τα βουλγαρικά σώματα, αλλά και με τις άσχημες συνθήκες διαβίωσης στον Βάλτο, ταλαιπωρημένοι από την ελονοσία και τις άλλες μολυσματικές ασθένειες.

Το πρώτο σώμα που εκπαιδεύτηκε στο νέο στρατόπεδο ήταν εκείνο του Ιωάννη Νταφώτη. Ακολούθησε η συγκρότηση ακόμα τεσσάρων σωμάτων, με επικεφαλής τον λοχαγό Πεζικού Μιχαήλ Μωραΐτη (Κόδρος), τον υπολοχαγό Πυροβολικού Κωνσταντίνο Μαζαράκη-Αινιάν (Ακρίτας), τον υπομοίραρχο Σπύρο Σπυρομήλιο (Μπούας) και τον ανθυπασπιστή Υλικού Πυροβολικού Μιχαήλ Αναγνωστάκο (Ματαπάς). Στις 18 Απριλίου τα τέσσερα σώματα αναχώρησαν από την ελληνική πρωτεύουσα με το ατμόπλοιο «Κεφαλληνία». Αφού παρέμειναν για μερικές ημέρες στο ειδικό κέντρο αναχώρησης των σωμάτων που προορίζονταν για τη Μακεδονία, στο Τσάγεζι (Στόμιο), τα τέσσερα σώματα διαπεραιώθηκαν ακτοπλοϊκώς στη Μακεδονία.

Λίγο καιρό μετά την άφιξη των πρώτων σωμάτων στην Κεντρική Μακεδονία, κατέστη σαφές ότι ο έλεγχος της περιοχής Βέροιας-Νάουσας-Έδεσσας-Γιαννιτσών βρισκόταν σε άμεση σχέση με τον έλεγχο του Βάλτου των Γιαννιτσών. Επρόκειτο για μια ελώδη, αβαθή λίμνη, τα ύδατα της οποίας ανανεώνονταν κάθε χρόνο από τους ποταμούς Αλμωπαίο, Εδεσσαίο και Λουδία. Καταλάμβανε συνολική έκταση περίπου 180 τετραγωνικών χιλιομέτρων, είχε ακανόνιστο τριγωνικό σχήμα και η νότια όχθη της εκτεινόταν στα βορειοδυτικά του οδικού άξονα Θεσσαλονίκης-Βέροιας. Περιμετρικά του Βάλτου, ιδιαίτερα στη νοτιοδυτική πλευρά του, υπήρχαν αρκετά χωριά τα οποία είχαν προσχωρήσει στην Εξαρχία, ευρισκόμενα υπό την πίεση των κομιτατζήδων.

Ο Βάλτος, με τις πολλές ξέρες και την πυκνή βλάστηση που απλωνόταν σχεδόν σε όλη του την έκταση, αποτελούσε ιδανικό καταφύγιο για τους κομιτατζήδες, οι οποίοι άρχισαν να εγκαθίστανται στην περιοχή μετά την εξέγερση του Ίλιντεν. Αρχικά χρησιμοποίησαν τις καλύβες που είχαν κατασκευάσει οι ψαράδες των γύρω χωριών και στη συνέχεια έχτισαν δικές τους, φροντίζοντας να τις περιβάλουν με αναχώματα από λάσπη. Έχοντας ως ορμητήριο τη λίμνη, πραγματοποιούσαν συχνά επιθέσεις στα γύρω χωριά, τρομοκρατώντας τον ντόπιο πληθυσμό. Τις καλύβες μπορούσε να προσεγγίσει κανείς μόνο με τις πλάβες, ένα είδος μικρής ξύλινης βάρκας χωρίς καρίνα, περνώντας μέσα από τις ελικοειδείς διόδους που άνοιγαν οι ψαράδες και οι αντάρτες κόβοντας το ραγάζι της λίμνης.

Σαράντος Αγαπηνός – Ο καπετάν Αγρας του Βάλτου των Γιαννιτσών-6
Ο Σπύρος Σπυρομήλιος, αξιωματικός της Χωροφυλακής, στη σκάλα της εισόδου του Γενικού Προξενείου Θεσσαλονίκης (Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα).

Τον Μάιο του 1905, το προξενείο Θεσσαλονίκης αποφάσισε να εγκαταστήσει στον Βάλτο το πρώτο ελληνικό σώμα με επικεφαλής αξιωματικό τον ανθυπολοχαγό Πεζικού Κωνσταντίνο Μπουκουβάλα (Πετρίλος). Στον Βάλτο είχαν δραστηριοποιηθεί και στο παρελθόν ελληνικά σώματα ντόπιων υπό τις διαταγές του Τζόλα Περήφανου, του Θεοχάρη Κούγκα και του Γκόνου Γιώτα, τα οποία, όμως, δεν είχαν καταφέρει να απειλήσουν ιδιαίτερα τις βουλγαρικές καλύβες. Ο Μπουκουβάλας κατόρθωσε μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα να κυριαρχήσει στο ανατολικό τμήμα του Βάλτου, περιορίζοντας τους Βουλγάρους σε έξι καλύβες στο δυτικό τμήμα, κοντά στο Ζερβοχώρι.

Έως το καλοκαίρι του 1906 τα ελληνικά σώματα κατάφεραν να επεκτείνουν τη δράση τους σχεδόν σε όλη την έκταση του Βάλτου, εμψυχώνοντας, παράλληλα, τον πληθυσμό των γύρω χωριών. Οι Έλληνες αντάρτες βρίσκονταν αντιμέτωποι καθημερινά όχι μόνο με τα βουλγαρικά σώματα, αλλά και με τις άσχημες συνθήκες διαβίωσης στον Βάλτο, ταλαιπωρημένοι από την ελονοσία και τις άλλες μολυσματικές ασθένειες. Λίγοι ήταν εκείνοι, όπως ο Γκόνος, οι οποίοι κατάφεραν να προσαρμοστούν πλήρως στο κλίμα του Βάλτου. Οι περισσότεροι αποχωρούσαν για την Ελλάδα έπειτα από μερικούς μήνες ένοπλης δράσης. Αξιόλογη δράση ανέπτυξαν αυτό το διάστημα τα σώματα του ανθυπολοχαγού Πεζικού Σταύρου Ρήγα (Καβοντόρος), του Ματαπά και του λοχία Πυροβολικού Παναγιώτη Παπατζανετέα, ο οποίος τον Σεπτέμβριο του 1906 ανέλαβε να μυήσει στα μυστικά της λίμνης τον νεοαφιχθέντα Τέλλο Αγαπηνό και τους άνδρες του.

Ο Άγρας στη Μακεδονία

Η προετοιμασία για τον ένοπλο αγώνα και η είσοδος του Άγρα στον Βάλτο.

Κατά την περίοδο της υπηρεσίας του στα ελληνο-οθωμανικά σύνορα, ο Τέλλος Αγαπηνός επιδόθηκε με ζήλο στη μελέτη της γεωγραφίας, της ιστορίας και της λαογραφίας της Μακεδονίας, καθώς και των γλωσσικών ιδιωμάτων των χριστιανών κατοίκων της. Επιθυμούσε να μάθει όσο το δυνατόν περισσότερα γι’ αυτόν τον πολύπαθο τόπο, στον οποίο διεξαγόταν από το 1904 ένας σφοδρός αγώνας ανάμεσα σε Έλληνες, Βουλγάρους, Σέρβους και Οθωμανούς. Όταν μετέβη στη Μακεδονία τον Οκτώβριο του 1905 ο φίλος του Νικόλαος Ρόκας, αναλαμβάνοντας αρχικά τη θέση του επικεφαλής σώματος στην περιοχή του Ολύμπου-Πιερίων και στη συνέχεια του αρχηγού του Κέντρου Νάουσας, ο Αγαπηνός εκδήλωσε ανοιχτά το ενδιαφέρον του να τον ακολουθήσει. Πέρασαν, ωστόσο, αρκετοί μήνες έως ότου το αίτημά του γίνει δεκτό από τους συντονιστές του Μακεδονικού Αγώνα.

Το αίτημα του Αγαπηνού να μεταβεί στη Μακεδονία ικανοποιήθηκε τελικά τον Ιούνιο του 1906. Αμέσως, επέστρεψε στην Αθήνα, συνάντησε τον Μαζαράκη και σύμφωνα με τις διαταγές του συγκρότησε μια ένοπλη ομάδα αποτελούμενη από δώδεκα άνδρες του 6ου Τάγματος Ευζώνων. Ως υπαρχηγό του όρισε τον λοχία Πεζικού Γεώργιο Τηλιγάδη, ο οποίος είχε διατελέσει στο παρελθόν υπαρχηγός του Ρόκα. Ακόμη, ενέταξε στο σώμα του τον Χρήστο Κάρτα και τον Αθανάσιο Χότζα, οδηγούς από την Έδεσσα και το Βλάδοβο.

Σύμφωνα με τις οδηγίες που έλαβε, ο Αγαπηνός θα αντικαθιστούσε τον Ρόκα στην αρχηγία του Κέντρου Νάουσας. Ο ίδιος, ωστόσο, έπρεπε να μεταφέρει την έδρα του αρχηγείου του στον Βάλτο των Γιαννιτσών, καθότι οι κινήσεις των μελών του είχαν γίνει γνωστές στις οθωμανικές Αρχές και υπήρχε ο κίνδυνος αποκάλυψής τους. Ο Βάλτος θα αποτελούσε απλώς τη βάση εξόρμησης του σώματος του Αγαπηνού και όχι τον κύριο χώρο δράσης του. Με την άφιξή του στη Μακεδονία, ο Αγαπηνός έπρεπε να πραγματοποιήσει αναγνώριση της γεωγραφικής περιφέρειας δράσης του, να έρθει σε επαφή με τα σημαίνοντα πρόσωπα της περιοχής και να προσαρμοστεί στις κλιματολογικές συνθήκες του τόπου. Ως αρχηγός σώματος, όφειλε να δίνει ιδιαίτερη προσοχή στην τήρηση της πειθαρχίας των ανδρών του.

Σαράντος Αγαπηνός – Ο καπετάν Αγρας του Βάλτου των Γιαννιτσών-7
Ο καπετάν Άγρας με το σώμα του (Αρχείο Ιδρύματος Μελετών Χερσονήσου του Αίμου).

Αφού ρυθμίστηκαν οι τελευταίες λεπτομέρειες της αποστολής του, περίπου στα μέσα Σεπτεμβρίου του 1906 ο Αγαπηνός μετέβη στον Βόλο, έπειτα στον Τύρναβο και από εκεί στο Τσάγεζι, στις εκβολές του Πηνειού. Κατά την παραμονή του στο Τσάγεζι, στις 23 Σεπτεμβρίου, έγραψε μια επιστολή προς τον θείο του Χρήστο Ταβουλαρίδη, στην οποία εξέφρασε τη συγκίνησή του για την αποστολή που αναλάμβανε. Στο κείμενό του ο Αγαπηνός θύμισε σε μεγάλο βαθμό τον Παύλο Μελά, ο οποίος θεωρούσε, όπως και ο ίδιος, ιερή την αποστολή του στη Μακεδονία. Συγκεκριμένα ανέφερε: «Αγαπητέ μου θείε, αύριο αναχωρώ δι’ ιστιοφόρου διά τον αγώνα δι’ ον προωρίσθην. Εύχομαι να επανέλθω όπως πρέπει και να Σας ιδώ όλους όπως επιθυμώ. Η σημερινή ημέρα είναι δι’ εμέ η σκληροτέρα και συγχρόνως η γλυκυτέρα τοιαύτη. ∆εν υπάρχει γλυκύτερον, υψηλότερον και τιμητικώτερον του να συναισθάνεται τις ότι προώρισε την ζωήν του προς την υπεράσπισιν των αδίκως και βαρβάρως καταπατουμένων δικαίων της πατρίδος μας. Εύχομαι ίνα ο Θεός με βοηθήση και με συνδράμη εις τον αγώνα εις ον απ’ αύριον αποδύομαι…» (Θεόδωρος Γρ. Κανελόπουλος, Καπετάν Άγρας. Τέλλος Αγαπηνός, Εθνομάρτυς (1880-1897). Εισαγωγή στο Μακεδονικό Αγώνα. «φωτιά στη φωτιά», Αθήνα 2003, σελ. 66-67).

Στα τέλη Σεπτεμβρίου, το σώμα του Αγαπηνού ήταν έτοιμο να αναχωρήσει για τη Μακεδονία. Προτού επιβιβαστούν στα καΐκια που θα τους μετέφεραν στον Βάλτο, οι άνδρες έδωσαν όρκο προς την πατρίδα και τον Τίμιο Σταυρό, δηλώνοντας την αφοσίωσή τους στις διαταγές του αρχηγού τους. Ταυτόχρονα, ο Τέλλος Αγαπηνός έλαβε το χρίσμα του αρχηγού ενόπλου σώματος από τον Κωνσταντίνο Μαζαράκη, παίρνοντας το ψευδώνυμο «καπετάν Άγρας».

Στη συνέχεια, το σώμα του Άγρα χωρίστηκε σε δύο ομάδες. Η πρώτη ομάδα, με επικεφαλής τον Τηλιγάδη, επιβιβάστηκε στο καΐκι με προορισμό τα Γιουβάρια, στις εκβολές του Λουδία, όπου περίμεναν να παραλάβουν το νέο σώμα πράκτορες του Προξενείου Θεσσαλονίκης. Η δεύτερη ομάδα, με επικεφαλής τον Άγρα, επιβιβάστηκε σε ένα άλλο καΐκι την επόμενη νύχτα. Αναμένοντας την αναχώρησή της, η ομάδα του Άγρα ενισχύθηκε με τρεις ακόμα εθελοντές ευζώνους, ανεβάζοντας τον συνολικό αριθμό του σώματος στους 19 άνδρες. Το καΐκι στο οποίο επιβιβάστηκε ο Άγρας, ωστόσο, έπεσε σε θαλασσοταραχή, καθυστερώντας σχεδόν δύο ημέρες να φθάσει στον προορισμό του.

Όταν πια ενώθηκε το σώμα του Άγρα σε μακεδονικό έδαφος, παρέμεινε κρυμμένο για κάποιες ημέρες στις καλύβες των ψαράδων της περιοχής, οι οποίοι ήταν μυημένοι στον αγώνα. Στις 7 Οκτωβρίου, ο Άγρας και οι άνδρες του εισήλθαν στον Βάλτο και κατευθύνθηκαν προς τη μεγάλη καλύβα των Ελλήνων ανταρτών Τσέκρι, όπου και παρέμειναν για δύο ημέρες. Στη συνέχεια, ο Παναγιώτης Παπατζανετέας παρέλαβε τον Άγρα και τους άνδρες του, μεταφέροντάς τους αρχικά στην καλύβα Τριχοβίστας και έπειτα στην καλύβα Αγίας Μαρίνας, όπου ο ίδιος είχε εγκαταστήσει το αρχηγείο του. Όπως παραθέτει ο καπετάν Παναγιώτης στα Απομνημονεύματά του, με εντολή του Κέντρου Θεσσαλονίκης ο ίδιος ανέλαβε να μυήσει τον Άγρα στα μυστικά και στις λεπτομέρειες της δράσης των Ελλήνων στον δαιδαλώδη και αφιλόξενο Βάλτο, το δίκτυο επικοινωνίας ανάμεσα στις καλύβες, τις σκάλες και τα ελληνικά χωριά, τους πράκτορες και τους συνδέσμους των Ελλήνων ανταρτών στην περιοχή, καθώς και για τις κινήσεις των Βουλγάρων. Μέσα σε λίγες ημέρες, ο Άγρας κατατοπίστηκε εξονυχιστικά από τον Παπατζανετέα και στη συνέχεια άρχισε να σχεδιάζει τις επόμενες κινήσεις του.

Η μάχη για την Κούγκα

Η δράση του Άγρα στον Βάλτο και η κατάληψη του πατώματος Κούγκα.

Μέσα στον Οκτώβριο του 1906 έφτασαν στον Βάλτο δύο ακόμη σώματα, με αρχηγούς τον υπολοχαγό Πεζικού Κωνσταντίνο Σάρρο (Κάλας) και τον ανθυποπλοίαρχο Ιωάννη ∆εμέστιχα (Νικηφόρος), τους οποίους έσπευσαν να συναντήσουν ο Άγρας με τον Παπατζανετέα στο Τσέκρι. Έπειτα, στις 26 Οκτωβρίου 1906, ο Άγρας αναχώρησε για το κέντρο της περιοχής εποπτείας του, τη Νάουσα, συνοδευόμενος από έντεκα άνδρες του σώματός του. Κατά την παραμονή του στην πόλη, ο Άγρας ενημερώθηκε λεπτομερώς για την κατάσταση που επικρατούσε στην περιοχή του Βερμίου και στον κάμπο της Νάουσας.

Στη Νάουσα ο Άγρας έμεινε για περίπου δέκα ημέρες, στη διάρκεια των οποίων συναντήθηκε με πολλούς ντόπιους, προύχοντες και μέλη του τοπικού Κέντρου, ενώ κατάφερε να εντάξει μερικούς άνδρες στο σώμα του. Την αναχώρησή του από τη Νάουσα επίσπευσε ένα γράμμα του Παπατζανετέα, ο οποίος τον ενημέρωνε για την πρόταση του Οθωμανού φρουράρχου της Βέροιας να συμπράξουν για την εκδίωξη των Βουλγάρων από τον Βάλτο. Όταν ο Άγρας επέστρεψε στον Βάλτο, συναντήθηκε με τη μεσολάβηση του Παπατζανετέα με τον Χαλίλ μπέη, τσιφλικά από την Καβάσιλα, ο οποίος βοηθούσε συστηματικά τους Έλληνες αντάρτες στον αγώνα τους εναντίον των κομιτατζήδων.

Σαράντος Αγαπηνός – Ο καπετάν Αγρας του Βάλτου των Γιαννιτσών-8
Δεκέμβριος 1906. Οι Κωνσταντίνος Σάρρος (αριστερά), Σαράντος Αγαπηνός (κέντρο) και Ιωάννης Δεμέστιχας στη λεγόμενη «κρυφή καλύβα» (;) στον Βάλτο των Γιαννιτσών (Φωτογραφικό Αρχείο Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος/Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα).

Επιστρέφοντας στον Βάλτο και έχοντας σχηματίσει πλέον σαφή εικόνα του πεδίου δράσης του, ο Άγρας κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ήταν επιτακτική η αναθεώρηση της έως τότε ακολουθούμενης πολιτικής των Ελλήνων στον Βάλτο. ∆ιαθέτοντας ορμητικό και τολμηρό χαρακτήρα, ο Άγρας ήταν υπέρμαχος μιας πιο επιθετικής πολιτικής, έχοντας ως απώτερο σκοπό την οριστική εκδίωξη των βουλγαρικών σωμάτων από τον Βάλτο. Προς επίτευξη του σκοπού του, άρχισε να προκαλεί επανειλημμένα τους κομιτατζήδες να αναμετρηθούν μαζί του. Κουρασμένος από την απραξία, αποφάσισε να ανοίξει νέες διόδους προς τις βουλγαρικές καλύβες και να δημιουργήσει ενδιάμεσες βάσεις. Όταν πληροφορήθηκε από τους ντόπιους την ύπαρξη ενός παλαιού, εγκαταλελειμμένου πατώματος ψαράδων με το όνομα Κούγκα, το οποίο, σύμφωνα με τις μαρτυρίες, βρισκόταν σε πολύ κοντινή απόσταση από τις βουλγαρικές καλύβες, ο Άγρας έθεσε ως στόχο την κατάληψή του και τη μετατροπή του σε ελληνική βάση. ∆ίνοντας πρώτος το παράδειγμα, ο Άγρας και οι άνδρες του, εύζωνες και χωρικοί του Ρουμλουκιού, εργάζονταν καθημερινά στις αρχές του βροχερού και ιδιαίτερα ψυχρού Νοεμβρίου του 1906 για τη διάνοιξη νέων διόδων που οδηγούσαν στην Κούγκα. Παράλληλα, οι Βούλγαροι, έχοντας αντιληφθεί τις κινήσεις του Έλληνα αξιωματικού, πραγματοποιούσαν διαρκώς περιπολίες προσπαθώντας να του στήσουν ενέδρα.

Με τη βοήθεια ενός ηλικιωμένου σλαβόφωνου ψαρά, ο Άγρας κατόρθωσε τελικά να βρει το πάτωμα Κούγκα στις 9 Νοεμβρίου. Αμέσως, ο Άγρας άρχισε να οργανώνει την άμυνά του. Αντιλαμβανόμενος τη σημασία του πατώματος, γνώριζε ότι οι Βούλγαροι θα προσπαθούσαν να αποτρέψουν τους Έλληνες να δημιουργήσουν βάση σε μια τοποθεσία, η οποία απείχε από το αρχηγείο τους μερικές εκατοντάδες μέτρα. Οι υποψίες του επιβεβαιώθηκαν. Έπειτα από τρεις ημέρες, οι Βούλγαροι αντιλήφθηκαν την παρουσία των Ελλήνων στα νώτα τους. Έσπευσαν αμέσως να τους απομακρύνουν πραγματοποιώντας σειρά επιθέσεων. Οι Έλληνες υπερασπιστές του πατώματος Κούγκα, ωστόσο, πρόταξαν ισχυρή αντίσταση προκαλώντας σημαντικές απώλειες στους αντιπάλους τους, οι οποίοι υποχώρησαν στις καλύβες τους.

Βλέποντας τους άνδρες του να δέχονται σχεδόν ακάλυπτοι τα πυρά των αντιπάλων τους και αντιλαμβανόμενος το μάταιο της συνέχισης της μάχης, ο Άγρας έδωσε το σύνθημα της υποχώρησης, όντας και ο ίδιος τραυματισμένος σε δύο σημεία, στον ώμο και στη δεξιά παλάμη.

Έχοντας αιφνιδιαστεί από τις ενέργειες του Άγρα, οι Βούλγαροι επιδόθηκαν στη βελτίωση των οχυρώσεών τους, ζητώντας παράλληλα ενισχύσεις από τα βουλγαρικά σώματα που δραστηριοποιούνταν εκτός του Βάλτου. Παρότι εξουθενωμένος από την πολύωρη χειρωνακτική εργασία και τις μάχες και ταλαιπωρημένος από τον υψηλό πυρετό, ο Άγρας παρέμεινε καθ’ όλη τη διάρκεια αυτών των ημερών στο σαπισμένο, υγρό πάτωμα Κούγκα, αρνούμενος να ακούσει τις συμβουλές των συντρόφων του να μεταβεί σε άλλη ελληνική καλύβα μέχρι να αναρρώσει.

Σαράντος Αγαπηνός – Ο καπετάν Αγρας του Βάλτου των Γιαννιτσών-9
Ο κομιτατζής Αποστόλ Πετκόφ (Alamy/Visualhellas.gr).

Όταν αισθάνθηκε καλύτερα, άρχισε να σχεδιάζει τις επόμενες κινήσεις του. Ελπίζοντας να προκαλέσει τους Βουλγάρους να έρθουν σε ανοιχτή σύγκρουση μαζί του, ο Άγρας επιτέθηκε σε ένα από τα εξαρχικά χωριά της περιοχής, το Ζερβοχώρι, πληροφορούμενος ότι εκεί είχε βρει καταφύγιο ο διαβόητος κομιτατζής Αποστόλ Πέτκοφ. Εκτιμούσε ότι θα προσέτρεχαν προς βοήθεια τα βουλγαρικά σώματα του Βάλτου όταν θα άκουγαν τους πυροβολισμούς στο Ζερβοχώρι. Παίρνοντας μαζί του δεκαοκτώ άνδρες, ανάμεσα στους οποίους συγκαταλεγόταν το ολιγάριθμο σώμα του Γκόνου, ο Άγρας επιτέθηκε στο χωριό, πυρπόλησε τα σπίτια των ηγετών της βουλγαρικής προπαγάνδας και συνέλαβε μερικούς αιχμαλώτους. Στη συνέχεια, επέστρεψε στην Κούγκα.

Η επιχείρηση στο Ζερβοχώρι ενίσχυσε τη φήμη του Άγρα τόσο μεταξύ των Ελλήνων ανταρτών του Βάλτου και των κατοίκων των γύρω χωριών όσο και μεταξύ των Βουλγάρων ανταρτών, οι οποίοι, τρομοκρατημένοι από τις επιθετικές ενέργειές του, δίσταζαν πλέον να απομακρυνθούν από τον κλοιό που είχαν δημιουργήσει γύρω από τις καλύβες τους. ∆εν έφερε όμως το αποτέλεσμα που προσδοκούσε ο Άγρας. Με το πέρασμα των ημερών, το σώμα του Άγρα άρχισε να αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα στον ανεφοδιασμό του. Οι άνδρες του δεν είχαν καταφέρει ακόμα να κατασκευάσουν μια καλύβα, με αποτέλεσμα να είναι εκτεθειμένοι στις ακραίες καιρικές συνθήκες.

Αρνούμενος να παραμείνει αδρανής και χωρίς να περιμένει τη συνδρομή των υπόλοιπων σωμάτων του Βάλτου, ο Άγρας έλαβε την απόφαση να πραγματοποιήσει επίθεση στην κεντρική καλύβα του Ζερβοχωρίου. Την παραμονή της επίθεσης, έδωσε εντολές στους άνδρες του να καθαρίσουν τον οπλισμό τους και να προετοιμαστούν για μάχη. Νωρίς το πρωί της 14ης Νοεμβρίου, ο Άγρας και οι περίπου είκοσι άνδρες του επιβιβάστηκαν σε επτά πλάβες και κατευθύνθηκαν προς την κεντρική βουλγαρική καλύβα. Αφού πλησίασαν σε πολύ κοντινή απόσταση, οι άνδρες του Άγρα άνοιξαν πυρ αιφνιδιάζοντας τους σκοπούς. Ακολούθησε σφοδρή μάχη. Οι Έλληνες αντάρτες, ακολουθώντας το παράδειγμα του Άγρα, αποβιβάστηκαν από τις πλάβες και επιχείρησαν να καταλάβουν με έφοδο την καλύβα. Οι αυτοσχέδιες βόμβες που έριξαν όμως δεν εξερράγησαν, με αποτέλεσμα να βρεθούν στη συνέχεια σε πολύ δύσκολη θέση, ανάμεσα σε διασταυρούμενα πυρά, καθότι είχαν προλάβει να καταφθάσουν οι ενισχύσεις από τις υπόλοιπες βουλγαρικές καλύβες. Βλέποντας τους άνδρες του να δέχονται σχεδόν ακάλυπτοι τα πυρά των αντιπάλων τους και αντιλαμβανόμενος το μάταιο της συνέχισης της μάχης, ο Άγρας έδωσε το σύνθημα της υποχώρησης, όντας και ο ίδιος τραυματισμένος σε δύο σημεία, στον ώμο και στη δεξιά παλάμη. Κατά την επιχείρηση αυτή, έχασαν τις ζωές τους τρεις άνδρες του Άγρα, ενώ τραυματίστηκαν έξι, συμπεριλαμβανομένου του Τηλιγάδη. Αν και η επιχείρηση απέτυχε στον αντικειμενικό της στόχο, που ήταν η κατάληψη της βουλγαρικής καλύβας, προκάλεσε τεράστιες απώλειες στη βουλγαρική πλευρά, ρίχνοντας το ηθικό τους.

Σαράντος Αγαπηνός – Ο καπετάν Αγρας του Βάλτου των Γιαννιτσών-10
Ο Τέλλος Άγρας (δεξιά) και συναγωνιστές του στον βάλτο των Γιαννιτσών (Φωτογραφικό Αρχείο Ιδρύματος Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα και της Νεότερης Ιστορίας της Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη).

Επιστρέφοντας στην Κούγκα, ο Άγρας έδωσε την εντολή να μεταφερθούν οι τραυματίες στην καλύβα Βαγγέλη, ενώ ο ίδιος αρνήθηκε να τους ακολουθήσει. Παρότι νηστικός και καταπονημένος από τον πυρετό και τα τραύματά του, επέλεξε να παραμείνει στο πάτωμα, συνδέοντας την τύχη του με αυτό. Πείστηκε να αναχωρήσει μόνο όταν έφθασε στην Κούγκα ο Νικηφόρος με τους άνδρες του. Λίγο αργότερα, έφθασε στην Κούγκα και ο Παπατζανετέας, ο οποίος είχε μεταβεί στη Νάουσα για αποθεραπεία από τις ασθένειες του Βάλτου. Το επόμενο διάστημα, οι δυο τους επιδόθηκαν με ζήλο στην οργάνωση της νέας βάσης των Ελλήνων στο δυτικό διαμέρισμα του Βάλτου.

Όταν έφθασε στην καλύβα Βαγγέλη, ο Άγρας έγινε δεκτός με ενθουσιασμό από τους τραυματίες συμπολεμιστές του. Στην καλύβα συνάντησε τους Βουλγάρους αιχμαλώτους του Ζερβοχωρίου, τους οποίους απελευθέρωσε αμέσως. Καθώς όμως η κατάσταση της υγείας του επιδεινώθηκε, κρίθηκε αναγκαία η μεταφορά του στη Θεσσαλονίκη, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 6 ∆εκεμβρίου με τη βοήθεια του Χαλίλ μπέη. Αφού παρέμεινε στη Θεσσαλονίκη για έξι με εφτά ημέρες, ο Άγρας επέστρεψε στη λίμνη των Γιαννιτσών, αδυνατώντας να μείνει μακριά από το πεδίο των εξελίξεων για μεγαλύτερο διάστημα.

Το τραγικό τέλος

Η απομάκρυνση από την Κούγκα, η δράση στη Νάουσα και ο θάνατος.

Όταν ο Άγρας επέστρεψε στον Βάλτο, μετέβη αρχικά στο Τσέκρι και στη συνέχεια στην Κούγκα, την οποία κατά την απουσία του οι άνδρες του με τη βοήθεια των χωρικών είχαν μετατρέψει σε πανύψηλο οχυρό, ορατό από πολύ μακριά. Επρόκειτο για τραγικό λάθος, το οποίο αμέσως επισήμανε ο Άγρας, διότι η καλύβα αποτελούσε πλέον εύκολο στόχο των Βουλγάρων. Εντός ολίγου καιρού, οι αδυναμίες της καλύβας έγιναν εμφανείς, καθώς οι Βούλγαροι κατάφεραν να σκοτώσουν μερικούς άνδρες του Άγρα πυροβολώντας από μακρινή απόσταση. Αδυνατώντας να αντεπεξέλθει στις αντίξοες συνθήκες που επικρατούσαν στην Κούγκα (δριμύ ψύχος, διαρκής επαγρύπνηση για επίθεση των Βουλγάρων, συναισθηματική κόπωση από την απώλεια συμπολεμιστών εντός της καλύβας), ο ασθενής Άγρας αποφάσισε να εγκατασταθεί στην καλύβα Τριχοβίστας, αφήνοντας την υπεράσπισή της στον Νικηφόρο.

Οι συνθήκες διαβίωσης του Άγρα στην καλύβα Τριχοβίστας ήταν λίγο καλύτερες συγκριτικά με εκείνες που επικρατούσαν στην Κούγκα. Ως εκ τούτου, πολύ γρήγορα άρχισε να ανακτά τις δυνάμεις του. Στις αρμοδιότητές του ήταν η αποστολή ενισχύσεων σε άνδρες και πολεμικό υλικό στην Κούγκα και ο συντονισμός του χριστιανικού πληθυσμού των χωριών της λίμνης. Έχοντας αποκτήσει υψηλό κύρος μεταξύ των κατοίκων της περιοχής, ο Άγρας ανέλαβε σε πολλές περιπτώσεις τον ρόλο του δικαστή στις διενέξεις τους. ∆είχνοντας ειλικρινές ενδιαφέρον για την ευημερία όλων των κατοίκων της περιοχής, δεχόταν στο αρχηγείο του ακόμα και σλαβόφωνους, επιδιώκοντας την ενότητα των χριστιανών.

Σαράντος Αγαπηνός – Ο καπετάν Αγρας του Βάλτου των Γιαννιτσών-11
Προσωπογραφία του Σαράντου Αγαπηνού (Kαπετάν Άγρα). Ελαιογραφία σε μουσαμά του Δ. Βασιλείου, παραχώρηση του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου (Συλλογή Ιδρύματος Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα και της Νεότερης Ιστορίας της Μακεδονίας). 

Στα τέλη Φεβρουαρίου του 1907, ο Άγρας εγκατέλειψε οριστικά τον Βάλτο, μεταβαίνοντας στο κέντρο της περιφέρειας ευθύνης του, τη Νάουσα. Ο ίδιος έπρεπε να αποθεραπευτεί πλήρως από τις ασθένειες που τον ταλαιπωρούσαν καθ’ όλη τη διάρκεια της παραμονής του στον Βάλτο, καθώς και να συντονίσει τη δράση των Ελλήνων της μακεδονικής πόλης. Αρχικά ο Άγρας έμεινε στο σπίτι του ∆ιαμαντή Μπίλλη, όπου προσερχόταν τακτικά ο φαρμακοποιός Φίλιππος Αρνής για να εξετάσει την πρόοδο της υγείας του. Τους επόμενους μήνες όμως φρόντιζε να αλλάζει διαρκώς κατοικία, για να μην κινήσει τις υποψίες των οθωμανικών Αρχών.

Τον αρχηγό του Κέντρου της Νάουσας επισκέπτονταν σχεδόν καθημερινά πρόκριτοι, μέλη του Κέντρου και αντάρτες του Βάλτου, οι οποίοι έρχονταν στην πόλη για ανάπαυση. Παρά την κλονισμένη υγεία του, ο Άγρας ουδέποτε αμέλησε τα καθήκοντά του ως αρχηγού. Προτεραιότητές του ήταν η στελέχωση των τοπικών επιτροπών Αγώνα στην περιφέρεια εποπτείας του με ικανά και άξια στελέχη, καθώς και η προστασία των κατοίκων από τη δράση τόσο των Βουλγάρων όσο και των ρουμανιζόντων. Οι αποφάσεις του γίνονταν αμέσως σεβαστές από τους ντόπιους και τους αντάρτες, οι οποίοι αναγνώριζαν στον νεαρό αξιωματικό το θάρρος και θαύμαζαν τις ηρωικές πράξεις του στον Βάλτο.

Σαράντος Αγαπηνός – Ο καπετάν Αγρας του Βάλτου των Γιαννιτσών-12
Τέλλος Αγαπηνός. Πίνακας του Σωτήρη Ζήση (1959, Συλλογή Ιδρύματος Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα και της Νεότερης Ιστορίας της Μακεδονίας).

Τον Απρίλιο του 1907, το Προξενείο Θεσσαλονίκης αποφάσισε να αντικαταστήσει τους εξαντλημένους από τις μάχες και τις κακουχίες αγωνιστές του Βάλτου· ανάμεσά τους και τον Άγρα. Την ίδια περίοδο άρχισαν να καταφθάνουν στην ελληνική πλευρά πληροφορίες ότι το ηθικό των Βουλγάρων ανταρτών και των πρακτόρων της ρουμανικής προπαγάνδας ήταν ιδιαίτερα χαμηλό. Οι εσωτερικές έριδες που ξεκίνησαν το 1905 καθώς και η δυναμική ελληνική αντεπίθεση στη Μακεδονία είχαν αποδιοργανώσει τα βουλγαρικά κομιτάτα, η δράση των οποίων είχε μειωθεί κατά πολύ. Ο Άγρας πληροφορείτο συνεχώς ότι πολλοί κομιτατζήδες εκδήλωναν διαθέσεις να προσχωρήσουν στον ελληνικό αγώνα. Η μεταστροφή των σλαβόφωνων δεν αποτελούσε, άλλωστε, κάτι το καινοφανές. Πολλοί Μακεδονομάχοι είχαν στελεχώσει κατά το παρελθόν βουλγαρικά σώματα, αλλά στην πορεία του χρόνου άλλαξαν στρατόπεδο και υπηρέτησαν με πίστη τον ελληνικό αγώνα στη Μακεδονία.

Ένας από τους σλαβόφωνους που εκδήλωσε διάθεση μεταστροφής ήταν ο βοεβόδας Βάννης Ζλατάν από τα Λευκάδια, ο οποίος είχε φοιτήσει σε ελληνικό σχολείο. Ανάμεσα στον Άγρα και στους ανθρώπους του Ζλατάν ξεκίνησαν διαπραγματεύσεις, κομβικό ρόλο στις οποίες διαδραμάτισε ο Αντώνης Μίγγας. Φαίνεται ότι ο Άγρας επιθυμούσε να αφήσει φεύγοντας από τη Μακεδονία έργο ειρήνης, την προσέγγιση Ελλήνων και Βουλγάρων. Όπως δήλωσε ο Νικηφόρος για τον Άγρα στις αναμνήσεις του: «Αν δεν παρεσύρετο και επετύγχανε το τόλμημά του, θα τον εξυμνούσαν διά μιαν πράξιν γενναίαν· ακόμη οι Ναουσαίοι υποφέροντες από την δράσιν των Βουλγάρων φυσικόν ήτο να συζητούν μίαν τοιαύτην ιδέαν. Όχι εκ των υστέρων να καταδικάζη τις· τούτο είναι εύκολον, αλλ’ άδικον. Είχε λόγους σοβαρούς να πιστεύη τους εντοπίους βουλγαροφώνους. Και άλλοτε είχον γίνει συμφωνίαι» (Κανελόπουλος, ό.π., σελ. 140-141).

Η πρώτη συνάντηση του Άγρα με τον Ζλατάν συμφωνήθηκε για τις 15 Μαΐου στο μοναστήρι του Τιμίου Προδρόμου, έξω από τη Νάουσα. Εντούτοις, η συνάντηση ματαιώθηκε, καθότι δεν προσήλθε ο Ζλατάν. Οι δύο πλευρές συνέχισαν να συνομιλούν καταλήγοντας να ορίσουν νέα συνάντηση των αρχηγών τους στις 3 Ιουνίου στην τοποθεσία Γκαβράν Κάμεν, μερικά χιλιόμετρα στα βορειοδυτικά της Νάουσας. Συνοδευόμενος από επτά άοπλα άτομα, κατά τα συμφωνηθέντα, ο Άγρας ξεκίνησε τα ξημερώματα της Κυριακής 3 Ιουνίου για την προκαθορισμένη τοποθεσία. Μολονότι είχε κάποιες αμφιβολίες για την αξιοπιστία των συνομιλητών του, τις οποίες επισήμαιναν διαρκώς πολλοί Ναουσαίοι φίλοι του, ήταν αισιόδοξος για την κατάληξη της συνάντησης.

Σαράντος Αγαπηνός – Ο καπετάν Αγρας του Βάλτου των Γιαννιτσών-13
Συλλαλητήριο της ελληνικής κοινότητας της Θεσσαλονίκης (22 Φεβρουαρίου/6 Μαρτίου 1904) για τις ωμότητες Βούλγαρων κομιτατζήδων (Φωτογραφικό Αρχείο Ιδρύματος Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα και της Νεότερης Ιστορίας της Μακεδονίας).

Οι Βούλγαροι βοεβόδες Ζλατάν και Γκεόργκι Κασάπτσε υποδέχτηκαν τον Άγρα με αδελφικές εκδηλώσεις και φιλοφρονήσεις. Στη συνέχεια ωστόσο έδειξαν τις πραγματικές τους διαθέσεις, δίνοντας το σύνθημα στην πολυάριθμη συνοδεία τους να συλλάβουν τον Έλληνα αρχηγό και τους συνοδούς του. Σύμφωνα με κάποιες πηγές, ο Ζλατάν διαμαρτυρήθηκε για την ενέργεια του Κασάπτσε να συλλάβει τον Άγρα, δείγμα της ειλικρινούς πρόθεσής του να έρθει σε συνδιαλλαγή μαζί του.

Υβριζόμενος και βασανιζόμενος, ο Άγρας μεταφέρθηκε στο Άνω Γραμματικό του Βερμίου, όπου και απελευθερώθηκαν τα μέλη της συνοδείας του εκτός του Μίγγα, ο οποίος παρέμεινε έως το τέλος στο πλευρό του αρχηγού του. Στη συνέχεια, οι κομιτατζήδες περιέφεραν τους δύο Έλληνες αιχμαλώτους στα βουλγαροχώρια στα βόρεια του Βερμίου, εξαναγκάζοντάς τους να περπατούν ξυπόλυτοι, εξευτελίζοντάς τους με κάθε δυνατό τρόπο. Ο Άγρας ωστόσο διατήρησε έως και την τελευταία στιγμή την αγέρωχη στάση του, εξυβρίζοντας διαρκώς τους βασανιστές του ως άνανδρους και δειλούς και φτύνοντάς τους στο πρόσωπο.

Σαράντος Αγαπηνός – Ο καπετάν Αγρας του Βάλτου των Γιαννιτσών-14
Ο Σαράντος Αγαπηνός τραυματίας. Η φωτογραφία ελήφθη μετά τις 15 Νοεμβρίου 1906, κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του στο Γενικό Προξενείο Θεσσαλονίκης (Φωτογραφικό Αρχείο Ιδρύματος Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα και της Νεότερης Ιστορίας της Μακεδονίας).

Το μαρτύριο των δύο ανδρών κράτησε για μέρες. Φθάνοντας στον κάμπο του Τεχόβου την Πέμπτη 7 Ιουνίου 1907, οι κομιτατζήδες αποφάσισαν να απαγχονίσουν τους δύο Έλληνες σε μια καρυδιά, στην τοποθεσία Μπελογιάσε, μεταξύ Τεχόβου και Βλαδόβου. Μόλις πληροφορήθηκαν τη δυσάρεστη είδηση, οι κάτοικοι του Βλαδόβου, με πρωτοβουλία της Μαρίας Τζόλα, έσπευσαν να μεταφέρουν τις σορούς του Άγρα και του Μίγγα στην εκκλησία του Αγίου ∆ημητρίου, όπου και τέλεσαν τη νεκρώσιμη ακολουθία. Στη συνέχεια, έθαψαν τους δύο Μακεδονομάχους στο κοιμητήριο του χωριού. Μετά την απελευθέρωση της περιοχής, το 1912, προς τιμήν του γενναίου Μακεδονομάχου, το Βλάδοβο μετονομάστηκε σε Άγρας, ενώ το Τέχοβο σε Καρυδιά.

Η δολοφονία του Άγρα προκάλεσε τεράστια θλίψη στους Έλληνες της Μακεδονίας. Η δράση του είχε γίνει γνωστή σε όλη την περιοχή, αναπτερώνοντας το ηθικό των Ελλήνων κατοίκων της και συντελώντας στη μεταστροφή πολλών στον ελληνισμό. Όπως παρέθεσε σε έκθεσή του ο Κορομηλάς, ο Άγρας υπήρξε: «Νέος εξαίρετος, διαπρέψας από της πρώτης στιγμής επί γενναιότητι και νοημοσύνη». Σύμφωνα με τον Νικηφόρο, ο Άγρας: «Είχε μεγάλην ψυχήν και ευγένειαν ήθους όλως ασυνήθη, συνεδύαζε δε με ταύτας αδάμαστον θέλησιν και προσήλωσιν άκαμπτον εις το έργον, το οποίον ανέλαβε, μη διστάζων χάριν αυτού ούτε προ δυσχερειών, ούτε προ οιουδήποτε κινδύνου. […] Ουδεμίαν δε είχε ιδιοτέλειαν και τούτο δε και η ψυχική ανωτερότης και το προσωπικόν του παράδειγμα του είχον εξασφαλίσει βαθύτατην συμπάθειαν και εκτίμησιν των ανδρών του. Έτοιμοι ήσαν πάντοτε χάριν αυτού εις πάσαν θυσίαν» (Κανελόπουλος, ό.π., σελ. 98).

Σαράντος Αγαπηνός – Ο καπετάν Αγρας του Βάλτου των Γιαννιτσών-15
Ημερολόγιο του Παμμακεδονικού Συλλόγου που εκδόθηκε το 1910 (Αρχείο Ιδρύματος Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα και της Νεότερης Ιστορίας της Μακεδονίας).
comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT