Το μεγάλο πρόβλημα της Νέας Δημοκρατίας από το 1980 έως και τα τέλη της δεκαετίας του 1990 ήταν οι έντονες και δημόσιες εσωτερικές αντιπαραθέσεις. Το πρόβλημα αυτό δεν ξεπεράστηκε παρά κατά τη θητεία του Κώστα Αλ. Καραμανλή στην ηγεσία του κόμματος μετά το 1998. Η μακρά αυτή περίοδος της διαρκούς ενδοσκόπησης στοίχισε σοβαρά στη Ν.Δ., καθώς θόλωνε το πολιτικό της μήνυμα. Είναι ενδεικτικό ότι όταν το 1984 αναδείχθηκε στην προεδρία του κόμματος ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, ο Τύπος του ΠΑΣΟΚ αναφερόταν στην επερχόμενη σύγκρουση του Ανδρέα Παπανδρέου με τον νέο «προσωρινό» αρχηγό της Νέας Δημοκρατίας. Ωστόσο, το 1985 επήλθε κάτι που έως τότε δεν είχε συμβεί: μια διάσπαση του κόμματος και η δημιουργία ενός νέου πολιτικού σχηματισμού υπό την ηγεσία ενός από τα ικανότερα στελέχη του.
Εσωτερική αμφισβήτηση
Ισως να ήταν και φυσικό να εμφανιστεί μια τέτοια αδυναμία σε έναν πολιτικό χώρο που είχε συνηθίσει τις προηγούμενες δεκαετίες να διαθέτει στιβαρή και αδιαμφισβήτητη ηγεσία, του Κωνσταντίνου Καραμανλή, από το 1955 έως το 1980. Ο Καραμανλής θεωρείτο ο de facto «πραγματικός» ηγέτης του, ακόμη και όταν έλειπε από την Ελλάδα το 1963-74. Μετά την αποχώρησή του, το κόμμα δεν μπόρεσε να βρει ένα σημείο ισορροπίας και πέρασε από διαδοχικές εσωτερικές κρίσεις. Η έντονη αντιπαράθεση των υποστηρικτών του Γεωργίου Ράλλη και του Ευάγγελου Αβέρωφ-Τοσίτσα το 1980-84 –δηλαδή κατά τη θητεία και των δύο πολιτικών ως ηγετών της Ν.Δ.– αποτέλεσε σίγουρα ανασταλτικό παράγοντα για τη δράση του κόμματος σε μια πολύ δύσκολη εποχή.
Οι έντονες και δημόσιες εσωκομματικές αντιπαραθέσεις κορυφαίων στελεχών τις δεκαετίες του 1980 και του 1990 κόστισαν ακριβά στη Νέα Δημοκρατία, καθώς θόλωναν το πολιτικό της μήνυμα.
Οι πρόεδροι της Ν.Δ. το 1980-84 αμφισβητούνταν από το εσωτερικό του κόμματος και μάλιστα με τρόπο ορατό στη δημόσια σφαίρα. Υπήρξαν ακόμη και παρεμβάσεις του Κωνσταντίνου Καραμανλή ώστε να αποφευχθεί η διάσπαση. Το 1982-84, επί της ηγεσίας Αβέρωφ, οι δύο κοινοβουλευτικοί εκπρόσωποι της Ν.Δ. (δηλαδή, στο πλαίσιο εκείνης της εποχής, τα ανώτατα κομματικά στελέχη μετά από αυτόν), ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης και ο Κωνσταντίνος Στεφανόπουλος, αποκαλούνταν από τον Τύπο του ΠΑΣΟΚ «δελφίνοι», δηλαδή αρχηγοί εν αναμονή.
Τον Σεπτέμβριο του 1984 ο Μητσοτάκης επικράτησε του Στεφανόπουλου, εμφανώς με την υποστήριξη του παραιτηθέντος αρχηγού, Αβέρωφ. Η ανάδειξη του Μητσοτάκη δεν επέλυσε το πρόβλημα. Πρώτον, επειδή ο νέος πρόεδρος, προερχόμενος από τον χώρο του Κέντρου (όπως και ο Αβέρωφ), δεν αντιμετωπιζόταν ως «σαρξ εκ της σαρκός» της παράταξης. Δεύτερον, επειδή οι επόμενες βουλευτικές εκλογές έγιναν πολύ γρήγορα και σε συνθήκες κρίσης.
Η ύπαρξη της ΔΗΑΝΑ έπαιξε καίριο ρόλο στις εκλογές του Απριλίου 1990, καθώς με 0,7% εξέλεξε έναν βουλευτή, τον Θ. Κατσίκη. Με δεδομένο ότι η Ν.Δ. είχε λάβει 150 έδρες, ο Στεφανόπουλος της προσέφερε τη στήριξη του ενός βουλευτή του.
Φιλελεύθερο άνοιγμα
Ο Μητσοτάκης ήλθε στην ηγεσία με σαφείς ιδέες για ένα φιλελεύθερο άνοιγμα της Ν.Δ. Αυτό σηματοδοτήθηκε σε ένα πρώτο στάδιο με τη νέα ιδεολογική διακήρυξη του Φεβρουαρίου 1985, με τίτλο «Μια νέα πρόταση ελευθερίας». Το ίδιο συνέβη και κατά την προεκλογική περίοδο, όταν στις αφίσες του κόμματος αυτό οριζόταν ως «Φιλελεύθερη Νέα Δημοκρατία» (δημιουργώντας φήμες ότι επέκειτο ακόμη και αλλαγή τίτλου), ενώ δόθηκε στη δημοσιότητα ένα πρόγραμμα της «φιλελεύθερης οικονομικής πολιτικής» της Ν.Δ., που απέρριπτε το «συγκεντρωτικό κράτος», επεσήμανε τις μεγάλες πληθωριστικές πιέσεις, τα μεγάλα ελλείμματα του Δημοσίου, την πτώση της ανταγωνιστικότητας και τον αλόγιστο δανεισμό.
Περιελάμβανε μέτρα όπως την απελευθέρωση του τραπεζικού συστήματος, της αγοράς εργασίας και του εμπορίου, την κατάργηση των κρατικών μονοπωλίων και την εφαρμογή αντιμονοπωλιακών διατάξεων, τις αποκρατικοποιήσεις. Στόχοι του ήταν η αύξηση του ρυθμού ανάπτυξης, η μείωση του πληθωρισμού και η αύξηση των επενδύσεων, «ο σταδιακός περιορισμός των σημερινών υπερτροφικών διαστάσεων του δημόσιου τομέα» και η μείωση της φορολογίας. Κατά την κεντρική προεκλογική ομιλία του στην πλατεία Συντάγματος, στις 30 Μαΐου 1985, ο Μητσοτάκης τόνισε ότι «σήμερα ζούμε με δανεικά. Τρώμε τις σάρκες μας, υπονομεύουμε το μέλλον μας και το μέλλον των παιδιών μας».
Ηταν εξ ορισμού πολύ δύσκολο για τη Ν.Δ. να προβάλει τέτοιες θέσεις ενώπιον της ραγδαίας ανόδου του κρατικιστικού ΠΑΣΟΚ, το οποίο σε τελική ανάλυση διόριζε πολύ κόσμο στο Δημόσιο –όνειρο του μέσου Ελληνα εκείνης της εποχής– και κατέβηκε στις εκλογές με το σύνθημα ότι έρχονταν «ακόμα καλύτερες μέρες». Επιπλέον, το νέο μήνυμα της Ν.Δ. μοιραία θόλωσε στις συγκεκριμένες συνθήκες των εκλογών του 1985. Η αιφνιδιαστική υπαναχώρηση του Ανδρέα Παπανδρέου από τη θέση ότι θα ψήφιζε την ανανέωση της προεδρικής θητείας του Κωνσταντίνου Καραμανλή, οι εντάσεις κατά την εκλογή του Χρήστου Σαρτζετάκη (ψήφος Αλευρά, έγχρωμα ψηφοδέλτια) προκάλεσαν τεράστιας έκτασης πολιτική πόλωση που μάλλον ευνοούσε τη στρατηγική του ΠΑΣΟΚ.

Η τρομερή συκοφαντία εναντίον του ίδιου του Μητσοτάκη από την εφημερίδα «Αυριανή», που δημοσίευσε «φωτογραφία» του με Γερμανούς στρατιώτες, η οποία εκ των υστέρων αποκαλύφθηκε ότι είχε πλαστογραφηθεί από την ανατολικογερμανική μυστική υπηρεσία Στάζι, συνέβαλε σε αυτή την κατεύθυνση. Το νέο μήνυμα δεν πέρασε και οι εκλογές χάθηκαν για το κόμμα, παρά τη σημαντική άνοδο των ποσοστών του.

Ζήτημα ηγεσίας μετά την εκλογική ήττα του 1985
Ο Κωνσταντίνος Στεφανόπουλος ήταν μια εν μέρει διαφορετική περίπτωση από τον Μητσοτάκη. Σχεδόν μια δεκαετία νεότερος, προερχόταν από τον «καθαυτό» χώρο της παράταξης. Εισήλθε στην πολιτική πριν από τη δικτατορία, αλλά αναδείχθηκε στην περίοδο μετά τη Μεταπολίτευση, οπότε, ως ένα από τα στελέχη της νέας Δεξιάς που συγκροτείτο τότε, ανέλαβε σημαντικά υπουργεία. Πολιτικός με μεγάλη ρητορική δεινότητα και ορμητικό πνεύμα, αναδείχθηκε γρήγορα σε ένα από τα ικανότερα πρόσωπα της νεοδημοκρατικής νεότερης γενιάς, που θα καλείτο να αναλάβει την ευθύνη του κόμματος μετά τη γενιά του Καραμανλή και των άμεσων διαδόχων του.
Ο Στεφανόπουλος προσέγγιζε πολύ περισσότερο από τον Μητσοτάκη τις αρχικές συλλήψεις του ριζοσπαστικού φιλελευθερισμού παρά της απορρύθμισης, αλλά δεν θα πρέπει να υπερβάλει κάποιος επιμένοντας σε «ιδεολογικές» διαφορές μεταξύ των δύο: την εποχή εκείνη όλες οι ομαδοποιήσεις του κόμματος αναζητούσαν την προσαρμογή στις νέες κυβερνητικές μεθοδολογίες του δυτικού κόσμου. Εάν τούτο θα γινόταν περισσότερο ή λιγότερο γρήγορα ή ορμητικά ήταν δευτερεύον. Είναι επίσης σαφές ότι ο Στεφανόπουλος στήριξε ολόψυχα τον αγώνα του κόμματος στην πορεία προς τις εκλογές του 1985, και υπάρχουν ενδείξεις ότι ανέμενε
την εκλογική του νίκη.

Η ήττα του Ιουνίου 1985 άνοιγε εκ των πραγμάτων εκ νέου το ζήτημα της ηγεσίας. Εντονη όμως, ακόμη και στον Τύπο της Ν.Δ., ήταν η εκτίμηση ότι η ηγεσία Μητσοτάκη δεν είχε λάβει επαρκή χρόνο για να δοκιμαστεί, και ότι –σε αντίθεση με το 1981 και το 1984– ο αρχηγός έπρεπε να παραμείνει. Ηταν πάντως μια κατάσταση επιβαρυμένη λόγω και των εμπειριών του πρόσφατου παρελθόντος. Οταν τον Αύγουστο ο Μητσοτάκης δρομολόγησε εκ νέου εκλογή αρχηγού, δηλώνοντας ότι θα ήταν εκ νέου υποψήφιος, ο Στεφανόπουλος θεώρησε ότι τούτο παραβίαζε την πρακτική του κόμματος και αποχώρησε μαζί με εννέα βουλευτές. Ο πρώην πρόεδρος, Αβέρωφ, εκ νέου στήριξε –αυτή τη φορά και δημόσια– τον Μητσοτάκη.
Σοβαρές πολιτικές συνέπειες
Η Δημοκρατική Ανανέωση ιδρύθηκε τον Σεπτέμβριο του 1985. Τον Στεφανόπουλο ακολούθησαν στο νέο κόμμα ορισμένα ικανά πρόσωπα της Κεντροδεξιάς που έχαιραν ευρύτερου σεβασμού. Παρ’ όλα αυτά, η αποχώρησή τους δεν συνοδεύθηκε από διάσπαση και της εκλογικής βάσης, η οποία έβλεπε κάτι τέτοιο
ως προοπτική καταστροφική έναντι ενός ΠΑΣΟΚ που είχε για δεύτερη φορά επιβεβαιωθεί στην εξουσία με πάνω από 45% των ψήφων. Οι ψηφοφόροι του κόμματος επέλεγαν, όπως αναφέρει η γνωστή αγγλική ρήση, «to hang together less they be hanged separately». Επιπλέον, η ΔΗΑΝΑ δεν εξέφρασε μια διακριτή πολιτική ατζέντα σε σύγκριση με αυτήν της Ν.Δ. Ωστόσο, η ύπαρξη της ΔΗΑΝΑ έμελλε να έχει καθοριστικές πολιτικές συνέπειες αργότερα, στις εκλογές του 1989-90, που διενεργήθηκαν με εκλογικό σύστημα απλής αναλογικής. Τον Ιούνιο του 1989, με 1% των ψήφων έλαβε μια έδρα. Στις εκλογές του Νοεμβρίου 1989 δεν μετείχε, αλλά σε αυτές του Απριλίου 1990, με 0,7%, εξέλεξε έναν βουλευτή, τον Θ. Κατσίκη. Με δεδομένο ότι η Ν.Δ. είχε λάβει 150 έδρες, ο Στεφανόπουλος προσέφερε τη στήριξη του ενός βουλευτή του και επέλυσε έτσι την πολιτική κρίση υπέρ του παλαιού του κόμματος. Η ΔΗΑΝΑ δεν μετείχε στις εκλογές του 1993. Στις ευρωπαϊκές εκλογές του επόμενου έτους απέτυχε για λίγο να υπερβεί το όριο του 3% (το οποίο είχε πλέον θεσμοθετηθεί) και ο Στεφανόπουλος αποχώρησε από την ενεργό πολιτική. Ωστόσο, το 1995 εξελέγη στην Προεδρία της Δημοκρατίας με τις ψήφους του ΠΑΣΟΚ και της Πολιτικής Ανοιξης υπό τον Αντώνη Σαμαρά. Επανεξελέγη το 2000 με τις ψήφους του ΠΑΣΟΚ και της Ν.Δ. Ευρύτερα αναγνωρισμένος ως ένας άψογος αρχηγός του κράτους, δεν υπάρχει πάντως αμφιβολία ότι η αποχώρησή του από τη Ν.Δ. το 1985 στέρησε το κόμμα από έναν από τους ικανότερους και ορμητικότερους ηγέτες του.
*Ο κ. Ευάνθης Χατζηβασιλείου είναι καθηγητής στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, γενικός γραμματέας
του Ιδρύματος της Βουλής για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία.

