«Ζήτω ο Βασιλεύς!»
Η στιγμή έφθασε πλέον. Και ενώ οι κώδωνες των εκκλησιών ηχούν χαρμοσύνως, ενώ η ατμόσφαιρα δονείται από τον βόμβον των αεροπλάνων και από τας σειρήνας και τας συρίκτρας των ατμοπλοίων, που σφυρίζουν πλέον όχι «Ερχε… Ερχεται!», αλλά τον «Τον ε-φέ-ρα-με!», η «Ελλη» αγκυροβολεί την 9.30 πρωϊνήν. Και μια ιαχή ακούεται από τα πλήθη. Δεν είναι ζητωκραυγαί αυτό. Είναι μια θύελλα από ενθουσιασμόν. […] Ο Βασιλεύς φέρει μεγάλην στολήν στρατηγού παλαιού τύπου άνευ λοφίου, με τον ελληνικόν Μεγαλόσταυρον και ο Διάδοχος στολήν πλωτάρχου με τον μεγαλόσταυρον επίσης. Η Α.Μ. έχει αδυνατίσει. Είναι κάτωχρος και συγκεκινημένος. […] Η στιγμή της αποβιβάσεως είναι αδύνατον να περιγραφή. Πανδαιμόνιον, παραφροσύνη από τας ζητωκραυγάς, τας κωδωνοκρουσίας, τους συριγμούς των σειρήνων των ατμοπλοίων, τον βόμβον των ελίκων των αεροπλάνων, τας ιαχάς του πλήθους. Και μια μυριόστομος κραυγή κυριαρχεί: «Ζήτω ο Βασιλεύς!».
Σκέψεις
Η συρροή δεκάδων χιλιάδων κατοίκων των επαρχιών εις την πρωτεύουσαν […] πρέπει να εμπνεύση ωρισμένας σκέψεις εις τον Οργανισμόν του Τουρισμού ειδικώς και εις το Κράτος γενικώτερον. Ισως η μελέτη της οργανώσεως μιας ετησίας «σαιζόν», κατά την οποίαν θα διηυκολύνετο δι’ εκπτώσεων η άφιξις των επαρχιωτών εις την πρωτεύουσαν, να μη απέβαινεν άκαρπος.

