Πριν από ακριβώς πενήντα χρόνια πέθανε ο δικτάτορας, στρατηγός Φρανθίσκο Φράνκο, ο οποίος αφού κατέλυσε την ισπανική δημοκρατία οδηγώντας την σ’ έναν αιματηρό εμφύλιο, διοίκησε με σιδηρά πυγμή τη χώρα για σαράντα χρόνια. Για δεκαετίες μετά τον θάνατό του, η 20ή Νοεμβρίου παρέμενε μια ημερομηνία φορτισμένη, κυρίως εξαιτίας των νοσταλγών του δικτάτορα που έκαναν πορείες έως το μαυσωλείο του στην Κοιλάδα των Πεσόντων, όπου ήταν έως πρόσφατα θαμμένοι δίπλα δίπλα ο ίδιος και ο «πρωτομάρτυρας» του ισπανικού φασισμού, Χοσέ Αντόνιο Πρίμο ντε Ριβέρα. Φέτος, όμως, αυτή η θλιβερή επέτειος μοιάζει περισσότερο με μια πρόσκληση να παρατηρήσουμε πόσο βαθιά έχει αλλάξει η χώρα.
Για μένα αυτή η συγκυρία έχει έντονα προσωπική διάσταση. Εδώ και περίπου ένα χρόνο, έχω κληθεί να συμμετάσχω, ως ιστορικός που έχει εργαστεί εντατικά πάνω στις δημοκρατικές μεταβάσεις, μαζί με μια μικρή ομάδα ανθρώπων του πολιτισμού και της επικοινωνίας, στην επιτροπή «España en Libertad: 50 años» για τα πενήντα χρόνια της ισπανικής δημοκρατίας, υπό τη διεύθυνση της χαρισματικής «επιτρόπου» Καρμίνα Γκουστράν.
Πρόκειται για κυβερνητική πρωτοβουλία που λάνσαρε ο ίδιος ο σοσιαλιστής πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ, προκαλώντας την μήνιν της Δεξιάς και της Ακροδεξιάς και, αρχικά, την αδιαφορία του Παλατιού, το οποίο όμως στη συνέχεια αποδείχθηκε αρκετά συνεργάσιμο. Βλέπω, λοιπόν, αυτή την επέτειο ταυτόχρονα «από μέσα» και «απ’ έξω»: με το βλέμμα κάποιου που μεγάλωσε με τη δική του ελληνική μεταπολίτευση και τις περιπέτειές της και τώρα παρακολουθεί από κοντά πώς μια άλλη χώρα προσπαθεί να ξανασυστηθεί στον εαυτό της.
Ενα δύσκολο παρελθόν
Το ενδιαφέρον με το «España en Libertad» είναι ότι, τουλάχιστον στην πρόθεσή του, προσπαθεί να αποφύγει τα δύο κλασικά άκρα των επετείων: τον κενό πανηγυρισμό και τον στεγνό διδακτισμό. Δεν είναι καμπάνια δημοσίων σχέσεων, αλλά μια προσπάθεια να ξαναπιάσει το νήμα της μνήμης εκεί όπου είχε διακοπεί και να το μεταβιβάσει στις νέες γενιές, που έχουν μηδενικές προσλαμβάνουσες σε σχέση με τη δικτατορία.
Εδώ η ίδια η ισπανική εμπειρία παρουσιάζει ιδιαιτερότητες σε σχέση με την πορτογαλική «επανάσταση των γαριφάλων» ή την ελληνική μεταπολίτευση. Και αυτό γιατί η μετάβαση από τον φρανκισμό στη δημοκρατία δεν έγινε με ρήξη, αλλά σταδιακά, με διαπραγμάτευση, αμνηστεύοντας το ίδιο το καθεστώς και τους δήμιούς του, και ανεχόμενη πρόσωπα και θεσμούς που δεν αποκαθηλώθηκαν ποτέ πλήρως. Το περίφημο «σύμφωνο της λήθης» υπήρξε μια πολιτική απόφαση να μη συζητηθούν τα εγκλήματα της δικτατορίας, για χάρη της σταθερότητας.
Προσπαθώντας να αποτραπεί μια υποτιθέμενη νέα έκρηξη πόλωσης και βίας μετά τον Φράνκο, δημιουργήθηκε ένα τεράστιο κενό στη συλλογική μνήμη. Οι σιωπές γύρω από τον εμφύλιο και τη μετεμφυλιακή βία λειτουργούσαν για χρόνια τοπικά ή οικογενειακά, στο ημίφως, ενώ ο χαρισματικός Φελίπε Γκονθάλεθ, στην εξουσία από το 1982 έως το 1996, έπειτα από ένα αποτυχημένο πραξικόπημα του συνταγματάρχη Τεχέρο, αποφάσισε να μην αγγίξει κάτι από αυτά τα ακανθώδη ζητήματα.

Αυτό άρχισε να αλλάζει σταδιακά από το 2000, όταν συγγενείς αγνοουμένων άρχισαν να ψάχνουν τα οστά τους σε ανώνυμους ομαδικούς τάφους και όταν λογοτέχνες, καλλιτέχνες και κινηματογραφιστές άρχισαν να φορτίζουν τα έργα τους με δύσκολες θεματικές περί βίας, τραύματος και σιωπής. Δεν ήταν το κράτος που άνοιξε τη συζήτηση, αλλά η κοινωνία που χτύπησε την πόρτα του κράτους και το υποχρέωσε, τρόπον τινά, να απαντήσει με δύο νόμους για τη δημοκρατική μνήμη, το 2007 και το 2022 αντίστοιχα. Πάντα με κυβερνήσεις σοσιαλιστών και πάντα σε πείσμα του δεξιού κόμματος Partido Popular, που αρνείται να συμμετάσχει σε αυτή τη συζήτηση την οποία θεωρεί «πολωτική».
Οσα δεν έχουν ειπωθεί
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο συγκροτήθηκε το «España en Libertad», σε μια προσπάθεια δημιουργίας δημόσιας συζήτησης γύρω από το φρανκικό παρελθόν, τη μετάβαση στη δημοκρατία και τις κατακτήσεις της τελευταίας. Οπως κανένα δημόσιο πρόγραμμα μνήμης δεν είναι ουδέτερο, έτσι κι εμείς προωθούμε μια κριτική ανάγνωση του φρανκικού παρελθόντος, μια θετική ανάγνωση της μετάβασης στη δημοκρατία ως συλλογικό επίτευγμα όχι μόνο θεσμικών συμβιβασμών, αλλά και των συλλογικών κοινωνικών αγώνων «από τα κάτω», αναδεικνύοντας ταυτόχρονα τα θύματα που έμειναν αδικαίωτα, τις ιστορίες που δεν ειπώθηκαν ποτέ και τις φωνές που έμειναν στο περιθώριο.
Το τέλος της σιωπής – Οι σιωπές γύρω από τη δικτατορία λειτουργούσαν για χρόνια τοπικά ή οικογενειακά. Αυτό άρχισε να αλλάζει όταν συγγενείς αγνοουμένων άρχισαν να ψάχνουν τα οστά τους σε ανώνυμους ομαδικούς τάφους. Δεν ήταν το κράτος που άνοιξε τη συζήτηση, αλλά η κοινωνία.
Βασική μέριμνα της επιτροπής δεν είναι να σμιλέψει απλώς ένα νέο επίσημο αφήγημα, λίγο πιο «προοδευτικό» από το προηγούμενο. Είναι να ανοίξει ένα χώρο αναστοχασμού, αποδομώντας τον μύθο ότι επί Φράνκο οι Ισπανοί ζούσαν ζωή χαρισάμενη, γιορτάζοντας όσα κατακτήθηκαν τις τελευταίες πέντε δεκαετίες και δημιουργώντας πεδία συνάντησης και συζήτησης για το πώς μπορεί να βελτιωθεί η δημοκρατία. Είναι η ενεργή συμμετοχή στην ανάδειξη μνημείων και τόπων μνήμης, αλλά και στη διαμόρφωση νόμων και σχολικών εγχειριδίων, σε στενή συνεργασία με το υπουργείο Εδαφικής Πολιτικής και Δημοκρατικής Μνήμης.
Μέχρι τώρα έχουν ήδη πραγματοποιηθεί πάνω από 200 δράσεις, ενώ για τον επόμενο χρόνο έχουν προγραμματιστεί άλλες 500, σε όλες τις αυτόνομες κοινότητες, με τη συνεργασία όλων των υπουργείων. Δεν πρόκειται για μεγάλα γεγονότα «βιτρίνας», αλλά για μια μορφή εκτεταμένου φεστιβάλ μνήμης, που απλώνεται σαν δίκτυο μέσω συνεργειών με πανεπιστήμια, σχολεία, φεστιβάλ, μουσεία, δήμους και συλλόγους.
Παράλληλα, όμως, μας ενδιαφέρει να αναδείξουμε μια μνήμη που δεν περιορίζεται στις θεσμικές διαδρομές: από μια προβολή στην ισπανική Ταινιοθήκη με ένα παλιό αντιφρανκικό φιλμ μέχρι ένα νεανικό escape room ή ένα videogame για τη δικτατορία, όπου η Ιστορία γίνεται εμπειρία, παιχνίδι, αφορμή για συζήτηση, αναζητούμε τρόπους για να «φτάσουμε» στους νέους – τους οποίους προσεγγίζουμε και μέσα από focus groups, αλλά και την επιστράτευση νεαρών influencers με ακτινοβολία στα social media.
Η «επανάσταση των γαριφάλων»
Στην Πορτογαλία, ακόμη και τα πολύ μικρά παιδιά ξέρουν τι έγινε στις 25 Απριλίου 1974: τραγουδούν την Grândola, Vila Morena και έχουν σχολικά βιβλία για τη δικτατορία και την «επανάσταση των γαριφάλων». Στην Ελλάδα, κάθε Νοέμβριο τα σχολεία τιμούν τη μνήμη της εξέγερσης του Πολυτεχνείου ενάντια σε μια χούντα που καταστρατηγούσε βασικές ελευθερίες ως κομβική στιγμή στην πορεία προς τον εκδημοκρατισμό. Στην Ισπανία, ενώ η νέα εκπαιδευτική νομοθεσία μιλάει ρητώς για την ενσωμάτωση της «δημοκρατικής μνήμης» στη διδασκαλία, η εφαρμογή της εξαρτάται συχνά από τον/την εκάστοτε εκπαιδευτικό ή από το αν μια περιφέρεια διοικείται από κόμμα που πιστεύει σε αυτή την ατζέντα.
Την ίδια στιγμή που υπάρχει άγνοια για το φρανκικό παρελθόν, στα social media κυκλοφορούν χιλιάδες βιντεάκια που βαφτίζουν την πολύχρονη δικτατορία ως «χρόνια τάξης και προόδου», ενώ ο δικτάτορας συχνά πιστώνεται, λανθασμένα, με επιτεύγματα όπως η δημιουργία κοινωνικού κράτους ή ο εκσυγχρονισμός της χώρας απέναντι στο χάος. Πενήντα χρόνια μετά τον θάνατο του Φράνκο, μια γενιά που δεν τον έζησε τον ανακαλύπτει μέσα από φίλτρα και memes με μια ιδιότυπη νοσταλγία για τον αυταρχισμό και μια αυξανόμενη τάση προς την άκρα Δεξιά. Οταν στο πρώτο δημόσιο event της επιτροπής, τον περασμένο Ιανουάριο, ένα νεαρό παιδί αναρωτήθηκε «τι είναι, τελικά, η δημοκρατία;», συνειδητοποιήσαμε ότι, αν η δημοκρατία δεν εξηγήσει η ίδια τον εαυτό της στους νέους, κάποιοι άλλοι θα το κάνουν παραμορφωτικά στη θέση της, ακυρώνοντάς την.
Ετσι αποφασίστηκε η καμπάνια «Η δημοκρατία είναι η δύναμή σου». Το σποτ που μόλις λανσάραμε και συζητήθηκε ήδη πολύ, απευθύνεται σε εικοσάχρονα παιδιά που έχουν μεγαλώσει μόνο με κρίση, ανεργία, social media και διαρκείς πολέμους στο εξωτερικό. Η καμπάνια δεν μιλάει για αφηρημένες αξίες, αλλά για χειροπιαστές ελευθερίες: Να μπορείς να λες τη γνώμη σου, να πιστεύεις ή να μην πιστεύεις, να είσαι δεξιός, αριστερός ή τίποτε απ’ τα δύο, να αγαπάς και να παντρεύεσαι όποιον θέλεις, να αποφασίζεις για το σώμα σου, να σπουδάζεις στη γλώσσα σου (π.χ. στα καταλανικά) και ακόμη και να αμφισβητείς τις ειδήσεις – μέχρι και την ίδια την καμπάνια. Με άλλα λόγια, δημοκρατία σημαίνει να μπορείς να ζεις χωρίς φόβο, δηλαδή το ακριβώς αντίθετο από τη ζωή σε ένα δικτατορικό καθεστώς. Τίποτε απ’ όλα αυτά δεν ήταν δεδομένο πριν από πενήντα χρόνια.
Η ερώτηση, λοιπόν, για εμάς στο Comisionado δεν είναι μόνο πώς θα τιμήσουμε τα 50 χρόνια, αλλά πώς θα μετατρέψουμε την εμπειρία της δικτατορίας και της μετάβασης σε κάτι που να έχει πραγματικό νόημα σήμερα. Πώς τόποι όπως η Κοιλάδα των Πεσόντων –που εξακολουθεί να λειτουργεί ως ωδή στον φασισμό– μπορούν να πάψουν να είναι χώροι νοσταλγικού προσκυνήματος και να γίνουν «αίθουσες διδασκαλίας»: δύσκολες, συγκρουσιακές, αλλά αναγκαίες.
Η «αλήθεια» των memes – Στα social media κυκλοφορούν χιλιάδες βίντεο που βαφτίζουν τη δικτατορία ως «χρόνια τάξης και προόδου». Μια γενιά που δεν έζησε τον Φράνκο, τον ανακαλύπτει μέσα από memes με μια ιδιότυπη νοσταλγία για
τον αυταρχισμό και μια αυξανόμενη τάση προς την Ακροδεξιά.
Και πώς τόποι βασανισμού, όπως η παλιά Κεντρική Διεύθυνση Ασφάλειας στην κεντρική πλατεία Puerta del Sol, όπου σήμερα στεγάζονται υπηρεσίες της αυτόνομης κοινότητας της Μαδρίτης υπό την τραμπικής κοπής Iζαμπέλ Ντίας Aγιούσο, συχνά εχθρική προς τη δουλειά μας για καθαρά ιδεολογικούς λόγους, μπορούν να μετατραπούν σε χώρους μνήμης που να θυμίζουν τι σημαίνει κρατική αυθαιρεσία και πόσο κόστισε η αποκατάσταση της δημοκρατίας.
Πενήντα χρόνια μετά, η Ισπανία δεν γιορτάζει απλώς τη μετάβασή της· την αναστοχάζεται. Δεν καλείται απλώς να θυμηθεί τα πεπραγμένα του δικτάτορα, αλλά να ξαναδιαβάσει τη δική της διαδρομή, με τις σιωπές, τις συγκρούσεις, τους συμβιβασμούς και τις υπερβάσεις της. Και κυρίως, να αναρωτηθεί τι κοινωνία διαμορφώθηκε στο μεταξύ. Καλείται να κοιταχτεί στον καθρέφτη χωρίς να αποστρέφει το βλέμμα από τα σημάδια και τις πληγές της, αντικρίζοντας όσα πέτυχε, αλλά και όσα άφησε στη σκιά.
Αν κάτι προκύπτει από αυτόν τον εορτασμό είναι ότι η δημοκρατία δεν επιβιώνει με ευχολόγια· απαιτεί μόνιμη δουλειά πάνω στη μνήμη, με ρήξεις, συγκρούσεις, βελτιώσεις και, γιατί όχι, και μια δόση χαράς για το γεγονός ότι δεν ζούμε πια σε μια δικτατορία. Ή, για να το πω με το σύνθημα της καμπάνιας, που συνοψίζει τελικά και το διακύβευμα της επετείου: Η δημοκρατία είναι η δύναμή μας – και αυτή τη δύναμη οφείλουμε να την υπερασπιστούμε.
* Ο κ. Κωστής Κορνέτης είναι επίκουρος καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας στο Αυτόνομο Πανεπιστήμιο της Μαδρίτης, σύμβουλος της ισπανικής κυβέρνησης σε θέματα ιστορικής μνήμης.

