Ο Σίμων Σίνας ο νεότερος γεννήθηκε στη Βιέννη το 1810. Καταγόταν από οικογένεια μεγαλεμπόρων της Μοσχόπολης που μετά την εγκατάλειψη της πόλης τους, το β΄ μισό του 18ου αιώνα, μετοίκησαν αρχικά στη Νίσσα της Σερβίας και έπειτα, λόγω των εμπορικών τους δραστηριοτήτων, οδηγήθηκαν στη Βιέννη. Εκεί ίδρυσαν εμπορικούς και τραπεζικούς οίκους, απέκτησαν τεράστια κινητή και ακίνητη περιουσία και έφτασαν να αποτελούν σημαντικούς οικονομικούς παράγοντες της Αυστροουγγαρίας.
Ο Σίμων τελειώνοντας τις σπουδές του ασχολήθηκε με τις οικογενειακές επιχειρήσεις, δίνοντας ιδιαίτερη βάση στην ανάπτυξη της γεωργικής και κτηνοτροφικής παραγωγής, εισάγοντας σύγχρονες μεθόδους καλλιέργειας στις τεράστιες γαιοκτησίες της οικογένειάς του.
Κατείχε κληρονομικούς τίτλους ευγενείας από τον παππού του και τον τίτλο του βαρώνου, με τον οποίο είχε τιμηθεί ο πατέρας του το 1832. ∆ιαδέχθηκε τον πατέρα του μετά τον θάνατό του, το 1856, στη θέση του γενικού προξένου στο ελληνικό προξενείο της Βιέννης. Το 1858 ανέλαβε καθήκοντα πρεσβευτή του Ελληνικού Βασιλείου στην Αυστρία, την Πρωσία και τη Βαυαρία και υπηρέτησε μέχρι το 1864, οπότε και παραιτήθηκε, απογοητευμένος από την έξωση του Όθωνα.

Ο Σίμων Σίνας διατήρησε την υπόσχεση που είχε δώσει στον παππού και στον πατέρα του ότι θα συνέχιζε τις μεγάλες ευεργεσίες προς τη γενέτειρά τους. Μεταξύ των μεγάλων έργων που ανέλαβε ήταν η εξ ολοκλήρου δαπάνη της ανέγερσης της Ακαδημίας Αθηνών, που έφτασε τα 5.000.000 δραχμές, η συντήρηση του Αστεροσκοπείου, που αποτελούσε έργο του πατέρα του, και η αποπεράτωση της Μητρόπολης Αθηνών και του Αμαλιείου Ορφανοτροφείου.
Πέθανε στη Βιέννη το 1876. Το φιλανθρωπικό του έργο συνέχισε έως έναν βαθμό η σύζυγός του Ιφιγένεια Γκίκα και, όπως συνέβη και με άλλους εθνικούς ευεργέτες της εποχής του, δεν έτυχε ποτέ να επισκεφθεί την Ελλάδα, ενώ η κολοσσιαία περιουσία του δεν κατέστη εφικτό να συντηρηθεί από τους κληρονόμους του.
Η γενέτειρα, οι πρόγονοι και τα πρώτα χρόνια στη Βιέννη
Η επιτυχία στο εμπόριο και στη βιομηχανία και η υποστήριξη μεγάλων τεχνικών έργων.
Γενέτειρα της οικογένειας Σίνα ήταν η Μοσχόπολη της Βορείου Ηπείρου, που γνώρισε μεγάλη οικονομική και πνευματική άνθηση. Λόγω της γεωγραφικής της θέσης κατέστη σημαντικό εμπορικό κέντρο, διοχετεύοντας τα προϊόντα της σε Βαλκάνια και Βενετία μέσω των εμπορικών οδών που διέρχονταν από αυτήν. Ανέπτυξε βιοτεχνικούς κλάδους όπως υφαντουργία, ταπητουργία, χρυσοχοΐα κ.ά., δημιούργησε ένα ισχυρό δίκτυο συντεχνιών και υπήρξε μια πόλη με πολλά ιδρύματα κοινωνικής πρόνοιας. Με έντονη δραστηριότητα στον βιοτεχνικό και εμπορικό κλάδο, η Μοσχόπολη κατάφερε να κατατάσσεται ανάμεσα στις σημαντικές οικονομικές δυνάμεις της ευρύτερης περιοχής των Βαλκανίων. Πολλοί Μοσχοπολίτες που μετοίκησαν σε άλλα, μεγαλύτερα εμπορικά κέντρα του 18ου αιώνα, όπως Βιέννη, Οδησσό και Κωνσταντινούπολη, ενίσχυαν οικονομικά την πατρίδα τους με μεγάλες δωρεές και ευεργεσίες, δημιουργώντας ευαγή ιδρύματα και κάνοντας έργα κοινής ωφελείας. Η Μοσχόπολη έγινε μια πόλη-πρότυπο για τα δεδομένα των Βαλκανίων του 18ου αι. στην οποία διέπρεψαν σημαντικοί λόγιοι και διδάσκαλοι, ενώ εκεί λειτούργησε και ένα από τα σημαντικότερα τυπογραφεία, που συνέβαλε τα μέγιστα στην προετοιμασία των Ελλήνων για τον απελευθερωτικό Αγώνα.

Γενάρχης της οικογένειας Σίνα θεωρείται ο Γεώργιος Σίνας ο πρεσβύτερος, προπάππους του εθνικού ευεργέτη Σίμωνος Σίνα, ο οποίος είχε αναπτύξει εμπορική δραστηριότητα με έδρα τη Μοσχόπολη. Ο γιος του, Σίμων Σίνας ο πρεσβύτερος (1753-1822) κατά την επικρατέστερη εκδοχή φαίνεται να εγκαταλείπει τη γενέτειρά τους το 1769. Αρχικά εγκαταστάθηκε στο Μοναστήρι και έπειτα στη Νίσσα της Σερβίας. Παντρεύτηκε την Ειρήνη Τσίππη, με την οποία απέκτησε έναν γιο, τον Γεώργιο (1783-1856). Λόγω του πρόωρου θανάτου της γυναίκας του, την ανατροφή του γιου τους ανέλαβε η αδελφή της συζύγου του που διέμενε στις Σέρρες, ενώ ο Σίμων εγκαταστάθηκε μόνιμα στη Βιέννη. Αρχικά εντάχθηκε σε εμπορική εταιρεία, αλλά πολύ σύντομα ίδρυσε τον δικό του εμπορικό οίκο που λειτούργησε για πάνω από ογδόντα χρόνια, μέχρι που εξέλειψε και ο τελευταίος άρρην κληρονόμος. Ο Σίμων, λόγω του εμπορικού δαιμονίου που τον διέκρινε, αναδείχθηκε σε έναν από τους μεγαλύτερους εμπόρους και τραπεζίτες της Ευρώπης και μέγας υποστηρικτής της ελληνικής κοινότητας της Βιέννης. Το 1818 αναγνωρίστηκε η συνεισφορά του προς το ουγγρικό κράτος από τον αυτοκράτορα Φραγκίσκο Α΄ και με την έγκρισή του, αφού ;;;;;;;;;;εξαγόρασε;;;;;;;;;;; δύο ουγγρικά χωριά, του απονεμήθηκε τίτλος ευγενείας κι έτσι κατετάγη πλέον η οικογένεια Σίνα στην αριστοκρατική τάξη.
Το 1798 ο Σίμων κάλεσε τον γιο του στη Βιέννη για να συνεχίσει εκεί την εκπαίδευσή του και την εκμάθηση ξένων γλωσσών, ενώ παράλληλα μυήθηκε στις εμπορικές δραστηριότητες πλάι στον πατέρα του. Ο Γεώργιος, σε αντίθεση με τον πατέρα του που διατήρησε την οθωμανική υπηκοότητα, αιτήθηκε και έλαβε την αυστριακή και ίδρυσε δικό του εμπορικό οίκο. Έτσι, πατέρας και γιος απολάμβαναν τα διττά προνόμια που απέρρεαν από τις διαφορετικές υπηκοότητές τους. Ο Γεώργιος αποδείχθηκε άξιος συνεχιστής του πατέρα του, αφού κατάφερε να επεκτείνει κι άλλο τον κύκλο των εργασιών τους. Το κύριο είδος που εμπορεύονταν ήταν το βαμβάκι, εξ ου και το οικόσημο της οικογένειας απεικόνιζε ένα κλαδί βαμβακιάς. Το εισήγαν από τις Ινδίες, τη Μακεδονία και την Τουρκία και το διοχέτευαν στην Αυστρία και την υπόλοιπη Ευρώπη. Ο Γεώργιος πολύ γρήγορα μπήκε και στον κλάδο της βιομηχανίας, εξαγοράζοντας αρχικά μερίδια και αργότερα ολόκληρα νηματουργεία και εργοστάσια υφασμάτων, καθώς και εργοστάσια χαρτοποιίας, εκσυγχρονίζοντάς τα στα πρότυπα των πρωτοπόρων ολλανδικών. Υπήρξε μέγας υποστηρικτής και χρηματοδότης μεγάλων τεχνικών έργων που διευκόλυναν τις μεταφορές εμπορευμάτων. Συμμετείχε με μεγάλο μετοχικό κεφάλαιο στην εταιρεία που ανέλαβε την κατασκευή σιδηροδρόμου που ένωνε τη Βιέννη με την Ουγγαρία, στην πρώτη ατμοπλοϊκή εταιρεία του ∆ούναβη, στην κατασκευή της κρεμαστής γέφυρας που ένωνε τη Βούδα με την Πέστη, στη διάνοιξη πλωτής διώρυγας μεταξύ του ∆ούναβη και του μεγαλύτερου παραποτάμου του, του Τίσσα, κ.ά. Επίσης πραγματοποίησε πολλές ευεργεσίες στην Αυστρία, την Ουγγαρία αλλά και την Ελλάδα. Το 1815 χορήγησε μεγάλο ποσό για τη συντήρηση του Πολυτεχνείου της Βιέννης, το 1838 συνέδραμε τους πλημμυροπαθείς της Βουδαπέστης, το Ίδρυμα των Τυφλών της Πέστης και τον σύλλογο ιδιοκτητών των ανθρακωρυχείων της Ουγγαρίας. Τα τελευταία έγιναν σε ανταπόδοση της εμπιστοσύνης που του έδειξε η ουγγρική κυβέρνηση για την ανάθεση της κατασκευής της κρεμαστής γέφυρας. Πολλά ήταν και τα έργα κοινής ωφελείας που ανέλαβε, όπως εκκλησίες, ναούς, αποξηράνσεις ελών κ.ά. Στην Ελλάδα κατασκεύασε το Αστεροσκοπείο Αθηνών, ένα ίδρυμα πολύ μεγάλων επιστημονικών βλέψεων για τα δεδομένα του νεοσύστατου μικρού ελληνικού κράτους, το οποίο εξόπλισε με υπερσύγχρονα μηχανήματα και εργαλεία. Το 1834 διορίστηκε γενικός πρόξενος της Ελλάδας στη Βιέννη και παρέμεινε στη θέση αυτή μέχρι τον θάνατό του, οπότε τον διαδέχθηκε ο γιος του.

Ο Γεώργιος εξαγόρασε τεράστιες εκτάσεις γης στην αυστριακή επικράτεια, πολλές από τις οποίες μέσω πλειστηριασμών. Χαρακτηρίστηκε ως ένας από τους μεγαλύτερους γαιοκτήμονες αλλά και τραπεζίτες της Αυστροουγγαρίας, χρηματοδοτώντας μεγάλες εμπορικές και βιομηχανικές επιχειρήσεις και δανείζοντας ακόμα και κυβερνήσεις και αυτοκρατορίες. ∆ιετέλεσε επί 25 χρόνια διευθυντής της Εθνικής Τράπεζας της Αυστρίας και αργότερα διοικητής αυτής.
Το 1809 παντρεύτηκε την Αικατερίνη ∆έρρα και το 1810 απέκτησαν τον Σίμωνα Σίνα τον νεότερο, τον τελευταίο άρρενα κληρονόμο της οικογένειας.
Ο Σίμων Σίνας μεγάλωσε σε ένα προστατευμένο και αρκετά προνομιακό περιβάλλον. Ενώ μεγάλωνε, ο παππούς του ήταν ακόμα επαγγελματικά ενεργός και ο πατέρας του πολύ νέος και ήδη επιτυχημένος οικονομικός παράγοντας της Ευρώπης. Ο Σίμων είχε την ευκαιρία, όπως συνηθιζόταν να κάνουν τα τέκνα οικογενειών αντίστοιχης οικονομικής κατάστασης, να μαθητεύσει δίπλα σε έγκριτους της εποχής παιδαγωγούς και οικοδιδασκάλους. Ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του στο Κλασικό Γυμνάσιο της Βιέννης και στη συνέχεια σπούδασε Φιλοσοφία, Ιστορία και Πολιτική Οικονομία. Είχε μεγάλη έφεση στις ξένες γλώσσες και κατέκτησε πολλές από αυτές. Κατάφερε να μιλάει ελληνικά, ουγγρικά, γερμανικά, γαλλικά, αγγλικά και ιταλικά. Ένας εκ των εξαιρετικών παιδαγωγών του ήταν ο Βιεννέζος Ζηνόβιος Πωπ, ο οποίος υπήρξε η έμπνευση και η αφορμή για να ταξιδέψει σε πόλεις της Γερμανίας, της Γαλλίας και της Αγγλίας, διευρύνοντας τις γνώσεις και τις εμπειρίες του. Τα ταξίδια στην Ευρώπη συνέβαλαν ώστε να ανοίξουν διάπλατα οι πνευματικοί του ορίζοντες. Επιστρέφοντας στη βάση του, ήταν πλέον έτοιμος να εκπληρώσει τις προσδοκίες των συμπολιτών και των δύο πατρίδων του. Στην καταγωγή ήταν Έλληνας και ως προς τη γέννηση και την ιθαγένειά του Αυστριακός και Ούγγρος. Καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του φάνηκε να δείχνει ενδιαφέρον και για τις δύο πατρίδες του, ευεργετώντας τες εξίσου.

Ο Σίμων με μεγάλη προθυμία συνέχισε τις επιδιώξεις του πατέρα του. Ανέλαβε τη δαπάνη για τη συντήρηση και την αναβάθμιση του Αστεροσκοπείου Αθηνών. Προσέφερε πολλά στη Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία, της οποίας αρχικός στόχος ήταν η κάλυψη της έλλειψης σχολείων θηλέων κυρίως κατά την πρώτη περίοδο της ανεξαρτητοποίησης του ελληνικού κράτους. Με τις συστάσεις της συζύγου του Ιφιγένειας Γκίκα, διευθυντική θέση στο Αρσάκειο Παρθεναγωγείο ανέλαβε η Αμεναΐδα Καβανιάρη, της οποίας τον μισθό ανέλαβε ο ίδιος. Επιπλέον υπήρξε ο εμπνευστής και ιδρυτής της Ακαδημίας Αθηνών.
Ακόμη διέθεσε μεγάλα χρηματικά ποσά για πνευματικούς και πολιτιστικούς σκοπούς στη Βιέννη και τη Βουδαπέστη. Από τα ιδρύματα που ευεργετήθηκαν ήταν η Ακαδημία της Βουδαπέστης, η Εταιρεία των Φίλων Μουσικής Βιέννης, η Εμπορική Σχολή Βιέννης, καθώς επίσης πολλοί ήταν και οι επιστήμονες και οι καλλιτέχνες που ζούσαν και μορφώνονταν στην Ευρώπη και ενισχύθηκαν οικονομικά από τον Σίνα.

Ο τελευταίος άρρην κληρονόμος της οικογένειας Σίνα, που μεγάλωσε μέσα στις απόλυτες ανέσεις και με προδιαγεγραμμένο ένα ευοίωνο μέλλον, κατάφερε να επεκτείνει την οικονομική αυτοκρατορία που κληρονόμησε από τους προγόνους του και ανταπέδωσε με τον πιο γενναιόδωρο τρόπο στις κυβερνήσεις και στις κοινωνίες τη στήριξη που του παρείχαν στις επαγγελματικές και οικονομικές του επιδιώξεις. Μετά τον θάνατό του, το 1876, η οικογένεια πέρασε μεγάλες οικονομικές και προσωπικές δυσκολίες τις οποίες φαίνεται ότι δεν μπόρεσε ποτέ να ξεπεράσει, με συνέπεια η οικονομική και κοινωνική ισχύς της να αρχίσει με το πέρασμα του χρόνου να φθίνει και η τεράστια κινητή και ακίνητη περιουσία να εξανεμίζεται.
Μέγας χορηγός του Αστεροσκοπείου
Ευεργεσίες στην επιστήμη και την εκπαίδευση.
Τόσο ο πατέρας, Γεώργιος, όσο και ο γιος, Σίμων, έτρεφαν βαθιά φιλογενή αισθήματα και μεγάλο ζήλο για την πρόοδο της ελληνικής εκπαίδευσης και επιστήμης, και το απέδειξαν με ποικίλους τρόπους. ∆εν ήταν από τους χορηγούς της παιδείας που απλώς κατέβαλλαν αφειδώς μεγάλα χρηματικά ποσά σε εκπαιδευτικά ιδρύματα, αδιαφορώντας για την εποικοδομητική και γόνιμη αξιοποίησή τους. Ήταν από αυτούς που φρόντιζαν οι ευεργεσίες τους στον τομέα της εκπαίδευσης να είναι ιδιαίτερα στοχευμένες και επιμελημένες, ενώ παρακολουθούσαν όλα τα στάδια αξιοποίησης των χρημάτων τους. Οι ίδιοι, έχοντας ερεθίσματα και προσλαμβάνουσες από προηγμένες εκπαιδευτικά χώρες της Ευρώπης, θέλησαν να τις μεταλαμπαδεύσουν και στην Ελλάδα. Φαίνεται ότι έψαχναν συστηματικά να βρουν τα κατάλληλα επιστημονικά μέσα και όργανα για να εφοδιάσουν τα πανεπιστημιακά ιδρύματα της Ελλάδας, ώστε να τα καταστήσουν ισάξια με αυτά των άλλων ευρωπαϊκών χωρών.
Μία από τις μεγαλύτερες εθνικές ευεργεσίες της οικογένειας Σίνα προς την ελληνική επιστήμη υπήρξε η ίδρυση του Αστεροσκοπείου Αθηνών. Το 1840 ο Γεώργιος Σίνας, πρόξενος τότε της Ελλάδας στη Βιέννη, θέλησε να συνεισφέρει στην ανάπτυξη της επιστημονικής έρευνας και να ανταποδώσει κατά κάποιον τρόπο και την τοποθέτησή του στο ελληνικό προξενείο στη Βιέννη. Γι’ αυτό συμβουλεύτηκε τον πρεσβευτή της Αυστρίας στην Ελλάδα και φίλο του, Άντον Πρόκες-Όστεν, του οποίου συνεργάτης τότε τύγχανε να είναι ο φυσικός και αστρονόμος καθηγητής Γεώργιος Βούρης. Ο Βούρης συνέβαλε στην απόφαση του Σίνα να δωρίσει 500.000 δραχμές για την ίδρυση αστεροσκοπείου στην Αθήνα.

Το σκεπτικό πίσω από την ίδρυση των αστεροσκοπείων στην Ευρώπη εκείνη την εποχή ήταν η συνεισφορά τους όχι μόνο στην επιστημονική έρευνα, αλλά και στην ασφαλή ναυσιπλοΐα και στο εμπόριο, πράγμα πολύ επωφελές για τις οικονομίες των κρατών.
Έτσι το 1842 τέθηκε ο θεμέλιος λίθος του Αστεροσκοπείου στον Λόφο των Νυμφών, σε μια περίοδο που οι προτεραιότητες της Ελλάδας ήταν οι πλέον θεμελιώδεις, αφού προσπαθούσε μετά κόπων ακόμα να στήσει και να οργανώσει τις βασικές λειτουργίες της ως κράτος. Τα σχέδια του οικοδομήματος ήταν του ∆ανού αρχιτέκτονα Θεόφιλου Χάνσεν. Το οικοδόμημα αποπερατώθηκε το 1845, μετά από μικρή διακοπή μερικών μηνών εξαιτίας της επανάστασης της 3ης Σεπτεμβρίου του 1843, που θορύβησε ελαφρώς τον χρηματοδότη. Ο Γεώργιος Σίνας ανέλαβε όχι μόνο τη δαπάνη για την ανέγερση του κτιρίου, αλλά φρόντισε και να το εφοδιάσει με όλα τα απαραίτητα μετεωρολογικά και αστρονομικά όργανα που απαιτούνταν ώστε να θεωρείται ένα πλήρως εξοπλισμένο ερευνητικό κέντρο. Πρώτος διευθυντής του ιδρύματος έγινε ο Γεώργιος Βούρης, που κατάφερε με τις επιστημονικές του ανακοινώσεις να εντάξει το ίδρυμα στη διεθνή επιστημονική κοινότητα σε μια εποχή που η ελληνική κοινωνία θεωρούνταν ανέτοιμη να στηρίξει ένα τέτοιο ίδρυμα.
Το Αστεροσκοπείο περιήλθε μετά το 1855 σε μια περίοδο αδράνειας και πλημμελούς επιστημονικής δράσης. Αυτό οφειλόταν στην πρόωρη αποχώρηση του πρώτου διευθυντή, λόγω προβλημάτων υγείας. Επίσης τα όργανα με τα οποία ήταν εξοπλισμένο είχαν υποστεί φθορές και βλάβες τις οποίες δεν υπήρχε η δυνατότητα να επιδιορθώσουν στην Ελλάδα. Στο μεταξύ είχε μεσολαβήσει και ο θάνατος του Γεωργίου Σίνα, που εκ των πραγμάτων θα μπορούσε να μεριμνήσει οικονομικά για όλα αυτά.
Το Αστεροσκοπείο Αθηνών, χάρη στις ευεργεσίες της οικογένειας Σίνα, κατάφερε να χαρακτηριστεί ως ένα από τα επισημότερα αστεροσκοπεία της Ευρώπης.
Εκείνη την πολύ κρίσιμη στιγμή για τη λειτουργία του Αστεροσκοπείου, ο Σίμων Σίνας ανταποκρίθηκε θετικά στο κάλεσμα του τότε υπουργού Παιδείας Χαράλαμπου Χριστόπουλου και κατάφερε να συνεχίσει το έργο του πατέρα του με την ίδια παραγωγική διάθεση.

Αρχικά το 1857 εξόπλισε το Αστεροσκοπείο με υπερσύγχρονα όργανα, ανέλαβε την επισκευή των ήδη υπαρχόντων και ανακοίνωσε ότι προτίθεται να καλύψει τα έξοδα μετεκπαίδευσης σε ευρωπαϊκά αστεροσκοπεία του τότε διευθυντή Ιωάννη Παπαδάκη. Επίσης ανέλαβε τα έξοδα σπουδών σε πανεπιστήμια του εξωτερικού δύο νέων που θα μπορούσαν αρχικά να αποτελέσουν συνεργάτες και μελλοντικά να διαδεχθούν τον Ιω. Παπαδάκη.
Έτσι, τον Σεπτέμβριο του 1858 έγινε η ανακοίνωση του διαγωνισμού για τις δύο υποτροφίες. Την πρώτη πήρε ο ∆ημήτριος Κοκκίδης, που πήγε στο Βερολίνο, και τη δεύτερη ο Αντώνιος ∆αμασκηνός, που πήγε στο Παρίσι για εξαετές πρόγραμμα σπουδών. Ο Σίμων προσέφερε επιπλέον και μηνιαία αποζημίωση της τάξεως των 250 γαλλικών φράγκων για τα προσωπικά τους έξοδα. Ταυτόχρονα έκανε έρευνα μεταξύ των διακεκριμένων αστρονόμων και κατέληξε στον καταξιωμένο αυτοδίδακτο Γερμανό αστρονόμο Ιούλιο Σμιτ (1825-1884), στον οποίο πρότεινε να έρθει στην Αθήνα και να αναλάβει τη διεύθυνση του Αστεροσκοπείου. Ανέλαβε να τον μισθοδοτεί μέχρι τον θάνατό του και για μία ακόμη φορά αποδείχθηκε αρκετά γενναιόδωρος. Αφού αξιολόγησε τη δυναμική της επιστημονικής του υπόστασης, αποφάσισε να του χορηγεί μισθό που ανερχόταν σε 1.000 δραχμές, ποσό τρεις φορές μεγαλύτερο από τον μισθό των καθηγητών Πανεπιστημίου της Αθήνας. Στη διάρκεια της 25ετούς υπηρεσίας του στο Αστεροσκοπείο, ο Σμιτ κόστισε περί τις 300.000 δραχμές στον Σίνα, μη συμπεριλαμβανομένων των εξόδων για τις εκδόσεις των έργων του.
∆εν ήταν όμως μόνο αυτά τα έξοδα που ανέλαβε να καλύψει ο Σίνας. Το 1859, αγόγγυστα πλήρωσε τις δαπάνες για την επισκευή, τη διακόσμηση και την επίπλωση του Αστεροσκοπείου, οι οποίες ανήλθαν σε 22.034 δραχμές, ενώ πρότεινε στον Χάνσεν, που επέβλεπε τις εργασίες, να κατασκευαστεί παραπλεύρως κτίριο που να χρησιμεύσει ως οικία του Σμιτ. Τέλος, ο Σίμων ανέλαβε και τα έξοδα για την έκδοση των αποτελεσμάτων των ερευνών του που ακολούθησαν τα επόμενα έτη.
Στην εικοσιπενταετή θητεία του ως διευθυντής, ο Σμιτ απέθεσε ένα τεράστιο επιστημονικό έργο στον τομέα της αστρονομίας, της μετεωρολογίας και της σεισμολογίας και έθεσε το ίδρυμα στο διεθνές επιστημονικό προσκήνιο. Υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους μελετητές του σεληνιακού τοπίου, καταγράφοντας πάνω από 30.000 κρατήρες και ισάριθμα όρη. Μάλιστα, προς τιμήν του Σίμωνος Σίνα, στον οποίο οφείλεται και η ανάδειξη μεγάλου μέρους του αστρονομικού του έργου, δόθηκε το όνομά του σε έναν από τους κρατήρες της σελήνης.

Ο Σμιτ, κατά τη διάρκεια της βαριάς ασθένειας του Σίμωνος, εξέφρασε την ανησυχία για την τύχη του Αστεροσκοπείου, φοβούμενος ότι δεν θα εξασφαλιζόταν η εύρυθμη και απρόσκοπτη λειτουργία του αν το αναλάμβανε το ελληνικό κράτος. Γι’ αυτό, σε ένα ταξίδι του στο Βερολίνο πρότεινε στη γερμανική κυβέρνηση να αναλάβει τη συντήρηση και τη λειτουργία του, γεγονός με το οποίο διαφώνησε κάθετα η Ελλάδα.
Το Αστεροσκοπείο Αθηνών, χάρη στις ευεργεσίες της οικογένειας Σίνα, κατάφερε να χαρακτηριστεί ως ένα από τα επισημότερα αστεροσκοπεία της Ευρώπης, προσφέροντας υψηλού επιπέδου μόρφωση στις φυσικές και μαθηματικές επιστήμες σε πολλούς Έλληνες φοιτητές. Μετά την εικοσιπενταετή θητεία του Σμιτ και αφού οι κληρονόμοι της οικογένειας Σίνα έπαψαν να ενδιαφέρονται για τις εθνικές ευεργεσίες και τη στήριξη των ευεργετημάτων των προγόνων τους, το Αστεροσκοπείο δυστυχώς περιήλθε σε μια περίοδο ύφεσης και αδράνειας, χάνοντας την αίγλη και το διεθνές επιστημονικό ενδιαφέρον για τα αποτελέσματα των ερευνών του.
Η κληρονομική θέση στην πρεσβεία
Οι δυσκολίες, η ευνοϊκή μεταχείριση, οι αντιδράσεις.
Μετά την ίδρυση του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους, όταν πλέον και η Ελλάδα απέκτησε διπλωματικές σχέσεις με την Αυστρία, ο Όθων, κατόπιν σύστασης του τότε υπουργού των Εξωτερικών, Σπυρίδωνος Τρικούπη, έστειλε το 1833 στον Γεώργιο Σίνα επιστολή διορισμού του ως προξένου της Ελλάδας στη Βιέννη. Το γεγονός του διορισμού του ως απλού προξένου και όχι ως γενικού φαίνεται να τον ενόχλησε, γεγονός που καυτηρίασε στον πρίγκιπα Κωνσταντίνο Καρατζά, πρεσβευτή της Ελλάδας στο Μόναχο, γράφοντας του: «…διότι, ὡς γνωστόν τινες, εἰς μίαν πρωτεύουσαν ὃπου εἶναι ἡ Αὐτοκρατορικὴ ἤ Βασιλικὴ Ἀρχὴ στέλλονται τουλάχιστον Γενικοὶ Πρόξενοι…». Μετά την έκφραση των παραπόνων του, ο Γεώργιος Σίνας διορίστηκε αμισθί γενικός πρόξενος της Ελλάδας στη Βιέννη. Ο γιος του, Σίμων Σίνας, αποτέλεσε τον σπουδαιότερο συμπαραστάτη και συνεργάτη του στο νέο του αυτό εγχείρημα. Επέδειξε ιδιαίτερο ζήλο για την παρακολούθηση των πολιτικών εξελίξεων τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ευρώπη από ίδιον ενδιαφέρον, αλλά και προς ενημέρωση του πατέρα του. Και κάπως έτσι ξεκίνησε η σταδιοδρομία της οικογένειας Σίνα και στην πολιτική.
Μετά τον θάνατο του Γεωργίου Σίνα, το 1856, ο Σίμων υπήρξε ο γενικός κληρονόμος της κολοσσιαίας περιουσίας που είχαν κατορθώσει, μέσω των εμπορικών και τραπεζικών δραστηριοτήτων τους, να δημιουργήσουν οι πρόγονοί του. Απόλυτος διαχειριστής των επαγγελματικών υποθέσεων του πατέρα του, ο Σίμων επέδειξε ένα διαφορετικό προφίλ. Χαρακτηριζόταν για τους καλούς του τρόπους, τους ανιδιοτελείς σκοπούς του και τη μέριμνά του για το κοινωνικό σύνολο. Ο πλούτος, που την εποχή του πατέρα και του παππού του χαρακτηριζόταν ως κεντρομόλος, την περίοδο του Σίμωνος ήταν φυγόκεντρος, μέρος αυτού συνειδητά και συστηματικά διαχεόταν προς την κοινωνία.

Όταν πέθανε ο Γεώργιος, ο τότε υπουργός Εξωτερικών, Αλέξανδρος Ρίζος-Ραγκαβής, υπέδειξε ως αντικαταστάτη αυτού στο προξενείο της Βιέννης τον γιο του, Σίμωνα. Ο Όθων, αναγνωρίζοντας τα πατριωτικά αισθήματα και τις προσπάθειές του για στήριξη των Ελλήνων, πρότεινε στον Σίμωνα τον διορισμό του ως γενικού προξένου της Ελλάδας στη Βιέννη, κληρονομώντας έτσι μεταξύ άλλων και την αντίστοιχη θέση του πατέρα του.
Τη διετία που ακολούθησε τον θάνατο του Γεωργίου, ο Σίμων έλαβε αρκετά παράσημα, γαλλικά, βαυαρικά, ρωσικά, ουγγρικά, και εξίσου πολλές διακρίσεις. Στο μεταξύ υπήρξε η ιδέα να τον καταστήσουν πρεσβευτή της Ελλάδας, αλλά, για να γίνει κάτι τέτοιο, έπρεπε αρχικά να πολιτογραφηθεί. Αυτό μπορούσε να επιτευχθεί βάσει της ισχύουσας νομοθεσίας μόνο αν διέμενε κάποια χρόνια στην Ελλάδα, πράγμα ανέφικτο, λόγω επαγγελματικών και λοιπών υποχρεώσεών του. Έτσι, κατόπιν εισηγήσεως στη Βουλή, πέρασε ειδική τροποποίηση του νόμου υπέρ όλων όσοι προσέφεραν εκδουλεύσεις στο ελληνικό κράτος ή συμμετείχαν στην ίδρυση κοινωφελών ιδρυμάτων που θα είχαν πλέον το δικαίωμα απαίτησης της ελληνικής ιθαγένειας. Αρχές του 1858 ο Σίμων πολιτογραφήθηκε και διορίστηκε πρεσβευτής της Ελλάδας στη Βιέννη, στο Μόναχο και στο Βερολίνο.

Η ευνοϊκή μεταχείριση που φάνηκε να είχε χάρη στον πατέρα του και την οικονομική του δύναμη, σε σημείο εφαρμογής μέχρι και ειδικών διατάξεων υπέρ της προώθησής του ως πρεσβευτή της Ελλάδας, προκάλεσε αντιδράσεις, ποικίλα σχόλια και έντονη αμφισβήτηση για τις κυβερνητικές πρακτικές της απόλυτης αναξιοκρατίας. Ο Τιμολέων Φιλήμων ήταν ένας από αυτούς που εκφράστηκαν δημοσίως γι’ αυτό το θέμα μέσω της εφημερίδας Αιών με άρθρο υπό τον τίτλο «Ἡ παράδοξος Πρεσβεία» (αρ. φύλ. 1.603, 3.3.1858). Εκεί σχολίασε με δριμύ ύφος διάφορα απορρέοντα από την εκλογή του Σίμωνος ως πρεσβευτή «…Ἡ φιλογένεια, ἡ ἐμπορικὴ ἱκανότης καὶ ἡ ἀγαθὴ καρδία, προσόντα, ἃτινα ἀναγνωρίζομεν ἐν τῷ Κ. Σίνᾳ, δὲν ἀρκοῦσιν, ὃπως μορφώσωσι τὸν ἀγαθὸν διπλωμάτην καὶ τὸν ἄξιον πρόμαχον τῶν συμφερόντων μιᾶς Ἐπικρατείας… ∆ιὰ τῆς πράξεως ταύτης ἡ Κυβέρνησις ἀπελπίζει παντελῶς τὴν νέαν γενεὰν τῆς πατρίδος. Ὃταν ὁ νέος γινώσκη, ὃτι ὑπηρετεῖ Κυβέρνησιν, ἣτις οὑδόλως λαμβάνει ὑπ’ ὃψιν τὴν ὑπηρεσίαν καὶ τὰ δι’ αὐτῆς κεκτημένα δικαιώματα· ὃταν ὑπάρχῃ ἐκ προκαταβολῆς πεπεισμένος, ὃτι, μεθ’ ὄσον ἄν δείξῃ ζῆλον καὶ τιμιότητα ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, προαγωγήν δὲν ἔχει, διότι τὰ δικαιώματα αὑτοῦ καὶ ἡ ἱκανότης δύνανται, ἳνα περιφρονήθῶσι καὶ καταπατηθῶσιν αὔριον, χάριν ἐνὸς ἄλλου εὐτυχήσαντος, ὃπως κληρονομήσῃ περιουσίαν σημαντικὴν καὶ δυναμένου, ἳνα διαθέσῃ ποσόν τι αὐτῆς πρὸς ἀγορὰν τῆς θέσεως, ἤτις ὑπάρχει τὸ ὄνειρον τῆς φιλοτιμίας τοῦ ὑπαλλήλου· ὃταν ἀπελπίζηται ὁ Ἓλλην διὰ τούτων, πιστεύει ἆρα γε ἡ Κυβέρνησις, ὃτι δύναται, ὃπως ἀποκτήσῃ ποτέ ὑπαλληλίαν σπουδαίαν;…». Το επόμενο διάστημα ακολούθησε ένας έντονος διάλογος μέσω του Τύπου της εποχής, όπου κάθε έντυπο, ανάλογα με την πολιτική του τοποθέτηση, επιχειρηματολογούσε υπέρ ή κατά της εν λόγω εκλογής και κατ’ επέκταση και της κυβέρνησης. Οι καταδικάσαντες την απόφαση της εκλογής του Σίμωνος Σίνα ως πρεσβευτή της Ελλάδας μεταξύ άλλων κατεδείκνυαν και τη στάση αδιαφορίας που έδειξε όλη η οικογένεια κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού Αγώνα. Τότε, η οικογένεια Σίνα δεν προσέφερε κανενός είδους βοήθεια και στήριξη στους Έλληνες που τόσο ανάγκη την είχαν ακολουθώντας εμμέσως την ανθελληνική στάση της πατρίδας τους, της Αυστρίας. Απεναντίας, τους κατηγόρησαν ότι εκ των υστέρων επιδόθηκαν σε μια σειρά ευεργεσιών ελιτίστικης αξίας, που σε καμία περίπτωση δεν κάλυπταν υπαρκτές και βασικές ανάγκες του νεοσύστατου ελληνικού κράτους.
Έτσι, τα μέλη της οικογένειας Σίνα δέχτηκαν δριμύ κατηγορώ από τους Έλληνες πολίτες για την αδράνεια και την αδιαφορία τους την κρίσιμη περίοδο διεκδίκησης της ελευθερίας τους και η κυβέρνηση δέχτηκε έντονη αντιπολίτευση για τη δουλοπρεπή στάση της απέναντι σε ευεργεσίες που έγιναν σύμφωνα με τους επικριτές της, κυρίως για την προβολή και το θεαθήναι.
Η ίδρυση της Σιναίας Ακαδημίας
Η αρχική σύλληψη και μετά θάνατον ολοκλήρωση.
Μετά την έναρξη λειτουργίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, του ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος της Ελλάδας, το 1837, προτάθηκε η δημιουργία ανώτατου πνευματικού ιδρύματος. Ο Σίμων Σίνας αναφέρει σε επιστολή του μέσα από την εφημερίδα Ήλιος, στις 13 Ιουλίου 1856, ότι η σύλληψη της ιδέας έγινε στη Βιέννη: «Ἡ περὶ τοιούτου καθιδρύματος ἰδέα συνελήφθη ἐνταῦθα ἐν Βιέννῃ, καὶ πρὸς καταβολὴν χρημάτων ὑπέρ Ἑλλάδος ἤμην αὐθόρμητος». Έτσι ξεκίνησε η υλοποίηση της ιδέας της ίδρυσης της Σιναίας Ακαδημίας, όπως τιμητικά αποκαλείται.

Πολλές προτάσεις και υποδείξεις έγιναν τόσο για τον χώρο ανέγερσής της όσο και για τη διαχείριση των προσφερόμενων οικονομικών πόρων. Χαρακτηριστικά, ο τότε υπουργός Εξωτερικών, Αλέξανδρος Ρίζος-Ραγκαβής, πρότεινε να δαπανήσει ο Σίνας μόνο 300.000 δραχμές για το οικοδόμημα και τις υπόλοιπες 500.000 να τις τοποθετήσουν στην Εθνική Τράπεζα με σκοπό να αξιοποιηθούν για τη συντήρηση της Ακαδημίας, μιας και οι ετήσιοι μισθοί των ακαδημαϊκών θα ανέβαζαν πολύ το κόστος λειτουργίας της στο οποίο το ελληνικό κράτος δεν θα μπορούσε να ανταποκριθεί.
Ο Σίνας όμως δεν ήθελε να αφήσει τίποτα που θα αφορούσε το νέο του εγχείρημα στην τύχη του. Επεδίωξε και πέτυχε να συνεργαστεί με καταξιωμένους επαγγελματίες και επιστήμονες. Αρχικά απευθύνθηκε στον Γερμανό ακαδημαϊκό και ένθερμο φιλέλληνα Ειρηναίο Θείρσιο από τον οποίο έλαβε συμβουλές και οδηγίες για την οργάνωση και τη λειτουργία της Ακαδημίας. Έπειτα απευθύνθηκε στον ∆ανό αρχιτέκτονα, Θεόφιλο Χάνσεν, ο οποίος συνέλαβε αμέσως το σχέδιο του νεοκλασικού μεγάρου της Ακαδημίας, και αφού το αποτύπωσε με κάθε δυνατή λεπτομέρεια, το έστειλε στον φίλο του, τον Γερμανό αρχιτέκτονα Έντουαρτ Σάουμπερτ, που είχε διαμείνει και δραστηριοποιηθεί στην Αθήνα για μία εικοσαετία κατά την έντονη ανοικοδόμησή της, ο οποίος και το ενέκρινε.

Το επόμενο θέμα που έπρεπε να διευθετηθεί ήταν ο χώρος ανοικοδόμησης, όπου και εκεί υπήρξαν ποικίλες απόψεις και διχογνωμίες. Ο βασιλιάς και η κυβέρνηση αρχικά αποφάσισαν ότι κατάλληλος χώρος ήταν η περιοχή βόρεια του λόφου των Νυμφών, κοντά στο Θησείο. Μέσω όμως της εφημερίδας Φιλόπατρις (αρ. φύλ. 86/12-1-1857), εκφράστηκε η άποψη ότι έπρεπε πλέον να σταματήσει η ανοικοδόμηση και αντίθετα να χαίρει ειδικής προστασίας η περιοχή των Αθηνών όπου έβριθαν αρχαία κατάλοιπα. Επίσης υποστηρίχθηκε ότι ένα τέτοιο κτήριο πιθανότατα να έχανε από την αίγλη του αν ανεγειρόταν ανάμεσα σε αρχαιότητες και ότι θα ήταν περισσότερο εξυπηρετικό και για τους ακαδημαϊκούς η Ακαδημία να βρίσκεται κοντά στο πανεπιστήμιο και στη βιβλιοθήκη. Εν τέλει, την άποψη αυτή φαίνεται να ενστερνίστηκε και ο Χάνσεν, τον οποίο ο Σίνας συμβουλεύει να ζητήσει ακρόαση από τον βασιλιά για το θέμα της τοποθεσίας και να του κοινοποιήσει τηλεγραφικώς το αποτέλεσμα της ακροάσεως.
Εν τέλει αποφασίστηκε η Ακαδημία να ανεγερθεί κοντά στο πανεπιστήμιο, σε οικόπεδο έκτασης 9.900 τ.μ., δωρεά του ∆ήμου Αθηναίων και της Μονής Πετράκη. Η τελετή θεμελιώσεως στις 2 Αυγούστου του 1859 υπήρξε πανηγυρική, παρουσία του Όθωνα, της Αμαλίας, της κυβέρνησης και της Ιεράς Συνόδου. ∆υστυχώς ο Σίνας δεν κατέστη δυνατό να παρευρεθεί, παρά την υπόσχεση που αρχικά είχε δώσει. Η απουσία του οφειλόταν στην πολύμηνη ασθένεια της κόρης του, Ειρήνης. Παρ’ όλα αυτά είχε ήδη ορίσει για το τρέχον έτος το ποσό των 100.000 δραχμών για τις εναρκτήριες εργασίες, από το οποίο δαπανήθηκε μέχρι τέλος του χρόνου το ένα τέταρτο. Ο Όθων στον εναρκτήριο λόγο του εγκωμίασε τον Σίνα και του απένειμε παράσημο για τη συνεισφορά του στο ελληνικό κράτος, ενώ στους παρευρισκομένους προσφέρθηκε έντυπο με σχετική ωδή του Γεωργίου Τερτσέτη. Ο Τύπος αναφέρθηκε εκτενώς στο γεγονός: «Χθὲς τῇ ὣρα 8 και ½ τῆς πρωίας, ἐτέθη ὁ θεμέλιος λίθος τῆς Ἀκαδημίας… Τοιαύτη ἐγένετο ἡ τελετή τῆς Ἀκαδημίας. Ἐτελέσθη θορυβώδης καὶ πανηγυρική. ∆ιανεμήθησαν δὲ καὶ στοίχοι μετ’ αὐτήν, εἰς ἐπισφράγισιν τῆς εὐφημείας…» (Αιών, αρ. φύλ. 1.767, 5.8.1859).
O Τσίλλερ ενθουσιασμένος λέγεται ότι απολάμβανε να κρυφακούει τις εντυπώσεις που άφηνε στους διερχόμενους το μεγαλειώδες αυτό κτίσμα.
Ο Χάνσεν ανέθεσε την επίβλεψη της οικοδομής στον μαθητή του, Ερνέστο Τσίλλερ, πρόταση με την οποία ήταν απόλυτα σύμφωνος και ο Σίνας. Έτσι, το 1861 κατέφτασαν στην Αθήνα ο Χάνσεν με τον Τσίλλερ. Ο δεύτερος συνήθιζε να τηρεί λεπτομερέστατους προϋπολογισμούς και καταγραφή των εξόδων και της προόδου των εργασιών, τα οποία και έστελνε στη Βιέννη προς ενημέρωση του Σίνα. Ο Σίνας, με τη σειρά του, πρότεινε να αξιοποιηθεί ο ταλαντούχος προστατευόμενός του γλύπτης, Λεωνίδας ∆ρόσης, που μετά τις οδηγίες και τις συμβουλές του Χάνσεν ανέλαβε αρκετό όγκο του γλυπτικού διακόσμου των αετωμάτων της Ακαδημίας.
Ο Τσίλλερ το 1861 έγραφε υπεραισιόδοξος στον Χάνσεν ότι, σύμφωνα με τα χρονοδιαγράμματά του, θα μπορούσε να αποπερατωθεί η οικοδομή μέσα σε οκτώ χρόνια. ∆εν φανταζόταν όμως ότι οι κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα έχουν τη δύναμη να προκαλούν ντόμινο εξελίξεων και ανατροπών και θα καθυστερούσαν αρκετά τις οικοδομικές εργασίες. Τα κινήματα κατά του Όθωνα και η έξωσή του το 1862 πάγωσαν τη μέχρι πρότινος γρήγορη ανοικοδόμηση της Ακαδημίας. Ο Σίνας, θορυβούμενος, σταμάτησε τη χρηματοδότηση για να τη συνεχίσει αρκετά χρόνια αργότερα. Το 1868 κατόπιν εντολής του Σίνα, επανήλθαν στην Αθήνα τόσο ο Τσίλλερ που παράλληλα ανέλαβε και άλλες οικοδομές όσο και ο ∆ρόσης για να εργαστούν για την ολοκλήρωση της Ακαδημίας. O Τσίλλερ ενθουσιασμένος λέγεται ότι απολάμβανε να κρυφακούει τις εντυπώσεις που άφηνε στους διερχόμενους το μεγαλειώδες αυτό κτίσμα. Συχνά όμως τύγχανε και να απογοητεύεται, πότε από τη ραθυμία του ∆ρόση που καθυστερούσε τη ροή των εργασιών, ενώ ο χορηγός ένθερμος υποστηρικτής του δεν συναινούσε στην αντικατάστασή του, και πότε από τους περιορισμούς και τα όρια που του έθετε ο Σίνας στις δαπάνες, με τη δικαιολογία ότι δεν υπήρχε ρευστότητα στην Ευρώπη λόγω οικονομικής κρίσης. Στο μεταξύ ο Αυστριακός ζωγράφος Καρλ Ραλ που είχε αναλάβει τη ζωγραφική διακόσμηση του εσωτερικού της Ακαδημίας πέθανε και έπρεπε να βρεθεί αντάξιος συνεχιστής του. Τη λύση της αντικατάστασης έδωσε τελικά ο Σίνας προτείνοντας τον μαθητή του Ραλ, Κρίστιαν Γκρίπενκερ.
Το 1871, ο ∆ήμος Αθηναίων, αναγνωρίζοντας την προσφορά του Σίνα, έδωσε το όνομά του στην οδό που διέρχεται ανατολικά της Ακαδημίας, υπενθυμίζοντας μέχρι σήμερα σε ποιον οφείλεται ένα από το σπουδαιότερα οικοδομήματα της Αθήνας, αντάξιο των μνημείων της κλασικής αρχαιότητας. Ο Τσίλλερ έγραφε το 1872 προς τον Χάνσεν: «Τώρα ἔχομεν μίαν ὁδόν Ἀκαδημίας καὶ μίαν ὁδόν Σίνα».

∆υστυχώς ο Σίμων Σίνας πέθανε το 1876, μετά από μια παρατεταμένη περίοδο ασθένειας και πολύ πριν ολοκληρωθούν οι εργασίες. Τη συνέχιση των εργασιών, σύμφωνα με τις επιθυμίες του εκλιπόντος, ανέλαβε η σύζυγος του, Ιφιγένεια Γκίκα, η οποία επωμίστηκε μεγάλο μέρος του κοινωνικού του έργου.
Έφτασε το 1887, τριάντα σχεδόν χρόνια από την έναρξη της ανοικοδόμησης, οπότε οι κληρονόμοι του Σίνα έθεσαν πληρεξούσιο τον Ερνέστο Τσίλλερ για την παράδοση της Σιναίας Ακαδημίας στον τότε πρωθυπουργό της Ελλάδας, Χαρίλαο Τρικούπη. Η παράδοση πραγματοποιήθηκε στις 20 Μαρτίου 1887 χωρίς καμία επισημότητα και χωρίς τις απαιτούμενες τιμές, γεγονός που πίκρανε βαθιά τον Τσίλλερ που λίγο αργότερα έγραφε στον Χάνσεν: «Ὁ Τρικούπης δὲν εἶπε οὔτε μίαν λέξιν, ὁμοίως καὶ ἐγώ. Οὓτω ἡ Ἀκαδημία παρῆλθεν ἐν σιγῇ». Ίσως η ελληνική κυβέρνηση να περίμενε και οικονομική ενίσχυση για τη λειτουργία της, αλλά κάτι τέτοιο ήταν ανέφικτο λόγω των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζαν οι κληρονόμοι του Σίνα. Έτσι, το κτίριο περιήλθε στο ελληνικό κράτος εν σιγή, και σε σιγή έμεινε και για αρκετές δεκαετίες μετά.

Η Ακαδημία δεν είχε την τύχη του Αστεροσκοπείου, που λειτούργησε αμέσως μετά την ολοκλήρωσή του. Η Ακαδημία αν και ολοκληρώθηκε μετά από πολλές και μακροχρόνιες βραδυπορίες, μεσολάβησαν σχεδόν άλλα σαράντα χρόνια για να αποκτήσει περιεχόμενο. Το γεγονός ότι για πολλά χρόνια υπήρχε κτήριο αλλά όχι ο θεσμός της Ακαδημίας, σχολιάστηκε με καυστικότητα και ίσως όχι άδικα. Έφτασε το 1926 για να ιδρυθεί η Ακαδημία. Αποδείχθηκε τελικά ότι δεν αποτελούσε προτεραιότητα της Ελλάδας η απόκτηση ενός τέτοιου κτιρίου εκείνη την περίοδο όπου ακόμα προσπαθούσε να οργανωθεί το κράτος και οι βασικοί θεσμοί λειτουργίας του. Ωστόσο θα ήταν άδικο να μην παραδεχτούμε ότι σήμερα το κτήριο αυτό αποτελεί ένα από τα ωραιότερα νεοκλασικά οικοδομήματα της Αθήνας αποπνέοντας αίγλη και αέρα μιας πολυτελούς εποχής που μάλλον η Ελλάδα ποτέ δεν κατάφερε να ζήσει αλλά το οφείλει ξεκάθαρα σε έναν μεγάλο εθνικό ευεργέτη.
Η ιδιοκτησία του στην Ελλάδα
Εκτάσεις και κτίσματα που δεν ευτύχησε να δει ποτέ.
Οι περισσότεροι, αν όχι όλοι οι Έλληνες της διασποράς πάντα έτρεφαν αγνά αισθήματα και πλημμύριζαν νοσταλγία για την Ελλάδα. Έτσι και ο Σίμων Σίνας ήδη από το 1859 είχε εκφράσει την επιθυμία να επισκέπτεται σε τακτικότερη βάση και να διαμένει στην Ελλάδα για αρκετά μεγάλα χρονικά διαστήματα. ∆εν ήθελε όμως να αισθάνεται απλός επισκέπτης, ήθελε να αποκτήσει τη δική του περιουσία και στη γενέτειρα των προγόνων του. Γι’ αυτόν τον λόγο ανέθεσε στον Χάνσεν τη διαπραγμάτευση αγοράς οικοπέδου προκειμένου να χτίσει την κατοικία που θα τον φιλοξενούσε κατά την παραμονή του εδώ. Στόχος του δεν ήταν να δημιουργήσει μια μεγάλη και πολυτελή έπαυλη αλλά μια κομψή κατοικία με κήπο που θα ικανοποιούσε τις ανάγκες της σύντομης παραμονής του στην Ελλάδα.
Αρχικά ο Χάνσεν έτυχε να δει για λογαριασμό του Σίνα ένα οικόπεδο που βρισκόταν απέναντι από τα βασιλικά ανάκτορα. Η τιμή που ζητούσε ο πωλητής τού φάνηκε εξωφρενική και γι’ αυτό δεν προχώρησαν οι διαπραγματεύσεις. Μάλιστα ενημέρωσε για τα σχετικά τον Σίνα και τον συμβούλεψε να μην υποκύψουν στις παράλογες απαιτήσεις του πωλητή, αλλά αντ’ αυτού πρότεινε να αναζητήσουν κάτι οικονομικότερο. Ωστόσο, λόγω της οικονομικής κρίσης, η αγορά ακινήτου αναβλήθηκε για κάποια άλλη καταλληλότερη στιγμή. Ακολούθησε η έξωση του Όθωνα το 1862 που έκανε το ενδιαφέρον του Σίνα να ατονήσει για επενδύσεις στην Ελλάδα. Αυτό οφειλόταν στο ότι έτρεφε βαθιά φιλοοθωνικά αισθήματα και η απομάκρυνση του Όθωνα του προκάλεσε βαθιά θλίψη και απογοήτευση. Ενδεικτικό είναι ότι διατήρησε τις επαφές μαζί του και μετά την έξωσή του, ενημερώνοντάς τον για πολλά ζητήματα που αφορούσαν την Ελλάδα. Το ενδιαφέρον του Σίνα για επενδύσεις στη γενέτειρα των προγόνων του αναζωπυρώθηκε μετά τον θάνατο του Όθωνα, όταν πλέον είχε συνάψει στενές οικογενειακές σχέσεις με τις οικογένειες Υψηλάντη και Μαυροκορδάτου, αφού δύο από τις κόρες του παντρεύτηκαν με γόνους αυτών των οικογενειών.

Το 1868 ήταν τελικά η χρονιά που ο Σίμων Σίνας επένδυσε σε τρία ακίνητα στην Αθήνα. Αρχικά έλαβε από πλειστηριασμό δύο ακίνητα επί της συμβολής των οδών Λυκαβηττού και Ακαδημίας που ανήκαν στους κληρονόμους του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου. Το πρώτο ήταν μια οικία με κήπο έκτασης περίπου δύο στρεμμάτων που περιλάμβανε υπόγειο με πέντε χώρους και δύο δεξαμενές για λάδι, πρώτο και δεύτερο όροφο με δέκα χώρους ο κάθε όροφος και σοφίτα με τρεις χώρους, λιθόστρωτη αυλή, δεξαμενή και υδραγωγείο. Και το δεύτερο ακίνητο ήταν ένα συνεχόμενο οικόπεδο έκτασης περί τα 425 τ.μ. Και για τα δύο μαζί ο Σίνας κατέβαλε το ποσό των 125.146 δραχμών.
Την ίδια χρονιά αγόρασε και τη βασιλική γαιοκτησία που βρισκόταν στα Νέα Λιόσια και ήταν γνωστή ως «Πύργος της Βασιλίσσης» ή «Επτάλοφος». Αυτό το ακίνητο υπήρξε αρχικά ιδιοκτησία του βασιλικού ζεύγους, που το είχαν αποκτήσει εξαγοράζοντας τμηματικά διάφορες παρακείμενες μικρότερες ιδιοκτησίες. Λόγω της έπαυλης γοτθικού ρυθμού που ανεγέρθηκε από τον Γάλλο αρχιτέκτονα Φρανσουά Μπουλανζέ, έλαβε και την πρώτη ονομασία του ως «Πύργος της Βασιλίσσης». Το συνολικό του εμβαδόν ανερχόταν στα 2.500 στρέμματα και εντός αυτού υπήρχαν έξι φυσικοί λόφοι που κατ’ επιθυμία της Αμαλίας έγιναν επτά, αφού κατασκευάστηκε και ένας έβδομος τεχνητός. Από τους επτά λόφους προήλθε και η ονομασία «Επτάλοφος», όπως ονομαζόταν η Κωνσταντινούπολη. Σε αυτούς τους λόφους η Αμαλία απέδωσε ονόματα Αργοναυτών, όπως Ορφέας, Πηλέας, Θησέας, Πολυδεύκης, Ιάσονας, Κάστορας και Ηρακλής. Αυτό το κτήμα που μάλλον ο Όθων φαίνεται να μην εκτιμούσε ιδιαίτερα, η βασίλισσα Αμαλία με ιδιαίτερο ζήλο και επισταμένη φροντίδα κατάφερε να το καταστήσει πρότυπη κτηνοτροφική και γεωργική μονάδα ενώ πάντα αποτελούσε το τέρμα των έφιππων διαδρομών της. Φύτεψε μουριές και αμπέλια, από την Ιταλία έφερε διάφορα ποώδη φυτά, από την Ελβετία, την Αγγλία και το Ολδεμβούργο, τόπο καταγωγής της έφερε αγελάδες που φημίζονταν για το κάλλος τους και από την Ινδία και την Αφρική έφερε πτηνά και όρνιθες δαπανώντας υπέρογκα χρηματικά ποσά.

Μετά τον θάνατο του Όθωνα, η μεγάλη αυτή γαιοκτησία περιήλθε στην κυριότητα του ελληνικού κράτους και το 1868 αγοράστηκε από τον Σίνα έναντι του ποσού των 240.000 δραχμών διά του αντιπροσώπου του, Ερνέστου Τσίλλερ. Ο Σίνας εν τέλει κατάφερε να πραγματοποιήσει την επιθυμία του έστω και με καθυστέρηση, αποκτώντας ακίνητη περιουσία μεγάλης αξίας στην Αθήνα.
Ο Σίνας έτρεφε μεγάλο και αδιάκοπο ενδιαφέρον για την εν Αθήναις περιουσία του, παρόλο που ποτέ του δεν κατόρθωσε να τη δει από κοντά. Η επιθυμία του για τακτικές επισκέψεις στην Ελλάδα δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ, παρ’ όλα αυτά πάντα μεριμνούσε έστω και εξ αποστάσεως για την εξέλιξη του κτήματός του. Συχνά έστελνε ο ίδιος γεωπονικές οδηγίες, σπόρους και φυτά για να δοκιμάσουν την καλλιέργειά τους στο αγρόκτημά του. Ο νέος ιδιοκτήτης του Πύργου της Βασιλίσσης φάνηκε αντάξιος διάδοχος της προκατόχου του, βασίλισσας Αμαλίας. Η συγκεκριμένη έκταση, από την εποχή του μεσοπολέμου, έχει περιέλθει στο ∆ημόσιο, αφού στο μεταξύ είχε πουληθεί στην οικογένεια Σερπιέρη, πιθανότατα από τους κληρονόμους του Σίμωνος Σίνα προς αντιμετώπιση των τεράστιων οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζαν μετά τον θάνατό του.
Η βαρώνη Ιφιγένεια Γκίκα (1815-1884) μετά τον θάνατο του συζύγου της επιδίωξε να συνεχίσει το ευεργετικό του έργο. Οκτώ χρόνια όμως μετά, το 1884, όταν πεθαίνει κι αυτή, κανένα από τα παιδιά τους δεν ενδιαφέρθηκε να στηρίξει όσα ο Σίμων Σίνας είχε δημιουργήσει.


