Ο Ναπολέων Ζέρβας γεννήθηκε την Πρωτοχρονιά του 1891 στην Άρτα, με καταγωγή από ηρωική ηπειρώτικη φατρία αγωνιστών του 1821. Όταν αποφοίτησε από το Γυμνάσιο, ο Ζέρβας γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Η Επανάσταση στου Γουδή το 1909 και η ορμητική είσοδος του Ελευθέριου Βενιζέλου στην πολιτική σκηνή ενθουσίασαν τη νεολαία της εποχής και έστρεψαν πολλούς προς τον στρατό. Έτσι και ο Ζέρβας κατατάχθηκε εθελοντής στον στρατό στις 25 Ιουλίου 1910 και έλαβε μέρος στους δύο Βαλκανικούς Πολέμους ως λοχίας, ενώ τραυματίστηκε στον θώρακα στη μάχη του Κιλκίς, στις 21 Ιουνίου 1913 (Ιωάννης Β. Αθανασόπουλος, Στρατηγός Ναπολέων Ζέρβας: ιστορική βιογραφία (1891-1957), Πελασγός, Αθήνα 2020, σ. 26). Στις 30 Νοεμβρίου 1913 προήχθη σε ανθυπασπιστή και εισήλθε στη σχολή υπαξιωματικών, από όπου αποφοίτησε στις 27 ∆εκεμβρίου 1914 ως ανθυπολοχαγός. Κατά τον Εθνικό ∆ιχασμό, ο Ναπολέων Ζέρβας τάχθηκε με την πλευρά του Βενιζέλου και ήταν από τους πρώτους αξιωματικούς που προσχώρησε στο Κίνημα της Εθνικής Άμυνας, το 1916. Μετά την έξωση του βασιλιά και την ενοποίηση του κράτους υπό τον Βενιζέλο, ο Ζέρβας συμπεριλήφθηκε στους αξιωματικούς της Άμυνας που έλαβαν το πλασματικό εξάμηνο υπηρεσίας. Προήχθη σε λοχαγό στις 13 ∆εκεμβρίου 1917 αναλαμβάνοντας τη διοίκηση του 5ου Συντάγματος Πεζικού στη Γευγελή, ενώ παρασημοφορήθηκε από τους Γάλλους για τη γενναιότητα που επέδειξε στο πεδίο της μάχης. Ακολούθως, ο Ζέρβας προήχθη σε ταγματάρχη στις 14 Φεβρουαρίου 1920, για ανδραγαθία στο πεδίο της μάχης. Ο ίδιος παρέμεινε φανατικός υποστηρικτής της εξωτερικής πολιτικής του Βενιζέλου και ως επόπτης εκλογών στη Χαλκιδική διαβεβαίωσε το βενιζελικό του ακροατήριο ότι ο στρατός δεν θα ανεχόταν την απομάκρυνση του Βενιζέλου από την εξουσία, ακόμη και αν έχανε τις εκλογές (Πολιτεία, 31.10.1920).
Στο κίνημα του Πάγκαλου
Η πρωταγωνιστική συμμετοχή και η ανάληψη της διοίκησης του Β΄ Δημοκρατικού Τάγματος.
Μετά την εκλογική ήττα του Βενιζέλου στις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920, ο Ζέρβας μαζί με άλλους φανατικούς Αμυνήτες αξιωματικούς εγκατέλειψαν τις θέσεις τους στον στρατό χωρίς να υποβάλουν παραίτηση και κατέφυγαν στην Κωνσταντινούπολη, και για τον λόγο αυτόν αποτάχθηκε. Ο Ζέρβας επανήλθε στην Ελλάδα μετά την Επανάσταση του 1922, η οποία και τον επανέφερε στο στράτευμα με το Βασιλικό ∆ιάταγμα της 17ης Οκτωβρίου 1922, μαζί με άλλους βενιζελικούς αξιωματικούς.

Ο ίδιος προήχθη σε αντισυνταγματάρχη τον ∆εκέμβριο του 1923, ανήκοντας στη στρατιωτική φατρία του Θεόδωρου Πάγκαλου. Το 1925, ο Ζέρβας είχε πρωταγωνιστικό ρόλο στη συνωμοσία του Πάγκαλου για την οργάνωση του στρατιωτικού κινήματος που τον έφερε στην εξουσία. Το απόγευμα της 25ης Ιουνίου 1925, όταν όλα ακόμη κρέμονταν από μια κλωστή, ο Πάγκαλος όρισε τον Ζέρβα στη νευραλγική θέση του φρούραρχου Αθηνών. Ο Ζέρβας αποκατέστησε την τάξη στην Αθήνα, που είχε διασαλευτεί, και με ανακοίνωσή του διαβεβαίωσε την κοινή γνώμη ότι κανείς δεν είχε να φοβηθεί τίποτε, προτρέποντας τους πολίτες να επανέλθουν στις συνηθισμένες τους ασχολίες.
Μετά την άνοδο του Πάγκαλου στην εξουσία, ο Ζέρβας εξελίχθηκε μαζί με τον Βασίλειο Ντερτιλή σε βασικούς πυλώνες του νέου καθεστώτος, αναλαμβάνοντας διοικητές των ∆ημοκρατικών Ταγμάτων που στρατωνίζονταν στα στρατιωτικά παραπήγματα των Αμπελοκήπων. Οι δύο αντισυνταγματάρχες πρωταγωνίστησαν στην τελική επιβολή της δικτατορίας στις 4 Ιανουαρίου 1926, με τον περίφημο πρώτο περίπατο της Αγίας Παρασκευής, ενώ στη συνέχεια ανέλαβαν την ασφάλεια του καθεστώτος έναντι οποιασδήποτε εσωτερικής επιβουλής. Ο Ζέρβας πρωτοστάτησε στην καταστολή του κινήματος Καρακούφα – Μπακιρτζή στη Θεσσαλονίκη, αλλά μετά τον Μάιο του 1926 άρχισε να προβληματίζεται για τις χαμηλές κυβερνητικές επιδόσεις της δικτατορίας στον τομέα της οικονομίας, την πτώση της δημοτικότητάς της αλλά και την επικείμενη υπογραφή συμφωνίας με τη Σερβία, που της έδινε εκτεταμένα κυριαρχικά δικαιώματα στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης.
Την εποχή αυτή παραιτήθηκε από υπασπιστής του Πάγκαλου, παραμένοντας μόνο διοικητής του Β΄ ∆ημοκρατικού Τάγματος, επιβεβαιώνοντας ότι δεν είχε πλέον καλές σχέσεις με τον δικτάτορα. Καθώς η πτώση της δικτατορίας ήταν θέμα χρόνου, ο Ζέρβας προσπαθούσε όλο τον Ιούνιο να έρθει σε συμφωνία με τους βενιζελικούς πολιτικούς αρχηγούς, προσφέροντάς τους την πτώση του Πάγκαλου έναντι μιας άφεσης αμαρτιών για τη στήριξη που παρείχε στον δικτάτορα το προηγούμενο διάστημα, αλλά τόσο ο Καφαντάρης όσο και ο Παπαναστασίου απέρριψαν κάθε συνδιαλλαγή.
Οι βαθμοφόροι των Δημοκρατικών Ταγμάτων φέρονταν να μοιράστηκαν σχεδόν επτά εκατομμύρια δραχμές, προερχόμενα κυρίως από τον βενιζελικό επιχειρηματία Μποδοσάκη-Αθανασιάδη.
Αφού οι πολιτικοί αρνούνταν να συνεργαστούν, ο Ζέρβας αναγκάστηκε να στραφεί προς τον πάντα έτοιμο κινηματία Γεώργιο Κονδύλη, που ήταν πρόσκαιρα πρόθυμος να ικανοποιήσει κάθε του επιθυμία ή απαίτηση, ώστε να του παραδοθεί η εξουσία. Τις επαφές μεταξύ των δύο παραγόντων συντόνισε ο Παυσανίας Κατσώτας, καθώς οι τρεις τους συνδέονταν με φιλία από την εποχή της κοινής τους αυτομόλησης στην Κωνσταντινούπολη, το 1921.

Σύμφωνα με την κατάθεση του συνταγματάρχη Μπακόπουλου στη δίκη των ∆ημοκρατικών Ταγμάτων αλλά και όπως αναφέρει ο Σαράφης, οι αρχηγοί τους Ζέρβας και Ντερτιλής προσχώρησαν στο κίνημα αποδεχόμενοι χρήματα. Οι βαθμοφόροι των ∆ημοκρατικών Ταγμάτων φέρονταν να μοιράστηκαν σχεδόν επτά εκατομμύρια δραχμές, προερχόμενα κυρίως από τον βενιζελικό επιχειρηματία Μποδοσάκη-Αθανασιάδη, ο οποίος ήταν αντίπαλος του Πάγκαλου και υποστηρικτής-χρηματοδότης του Κονδύλη. Υπάρχει επίσης η μαρτυρία του Χριστόδουλου Τσιγάντε, σε πολύ μεταγενέστερο χρόνο (το 1965), ότι ο Μποδοσάκης τού είχε εκμυστηρευτεί ότι όντως δωροδόκησε τους διοικητές των ∆ημοκρατικών Ταγμάτων για να ανατρέψουν τον Πάγκαλο (Αρχείο Θεόδωρου Πάγκαλου, τόμος Β΄, σ. 181).
Σύμφωνα με τον Γεώργιο Χριστόπουλο, που ήταν σε θέση να γνωρίζει το ζήτημα αφού προσεγγίστηκε και ο ίδιος, ως διοικητής του ∆΄ ∆ημοκρατικού Τάγματος, τη διανομή των χρημάτων που μοιράστηκαν είχε αναλάβει ο Ηλίας Αποσκίτης, στενός συνεργάτης του Κονδύλη, που είχε έναν σχετικό κατάλογο ονομάτων (Γεώργιος Χριστόπουλος, Κάποιες άλλες εποχές, Αθήνα 1980, σ. 189). Ίσως ο χρηματισμός είχε και τον χαρακτήρα ενός επιπλέον κινήτρου για τους διοικητές των ∆ημοκρατικών Ταγμάτων, τους οποίους πολύ λογικά δεν εμπιστευόταν ο Κονδύλης.
Τα ξημερώματα της 22ας Αυγούστου 1926 επήλθε τελικά η πτώση της δικτατορίας του Πάγκαλου, μετά από στρατιωτικό κίνημα του Κονδύλη με κύριο στήριγμα τα ∆ημοκρατικά Τάγματα και τους διοικητές τους Ζέρβα και Ντερτιλή (∆ασκαρόλης, ∆ημοκρατικά Τάγματα: Οι πραιτωριανοί της Β΄ Ελληνικής ∆ημοκρατίας, Παπαζήσης, Αθήνα 2019, σσ. 505-515). Ήταν όμως σαφές τόσο στην κοινή γνώμη όσο και στα πολιτικά κόμματα ότι, επειδή η νέα κυβέρνηση Κονδύλη χρωστούσε την άνοδο στην εξουσία στα ∆ημοκρατικά Τάγματα, ουσιαστικά ήταν δέσμιά τους. Όπως άλλωστε παραδέχθηκε ο ίδιος ο Ζέρβας αργότερα, οι δύο διοικητές των ∆ημοκρατικών Ταγμάτων αντλούσαν το δικαίωμα να ελέγχουν την κυβέρνηση και τον Κονδύλη από το πρωτόκολλο που είχαν υπογράψει πριν από την ανατροπή του Πάγκαλου (Πολιτεία, 22.9.1926).

Επίσης, υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι οι διοικητές των Ταγμάτων είχαν ενεργό ρόλο ακόμη και στην επιλογή των πολιτικών προσώπων που συμμετείχαν στην κυβέρνηση. Σύμφωνα με την κατάθεση Τσαγγαρίδη στη δίκη των ∆ημοκρατικών Ταγμάτων, ο ίδιος ήταν αυτόπτης μάρτυρας όταν οι Ζέρβας, Ντερτιλής, Ζουμπουλάκης και Κατσώτας είχαν επιβάλει τουλάχιστον έναν υπουργό (τον Ηλία Αποσκίτη) στον Κονδύλη, ενώ είχαν εκφράσει γνώμη και για τους υπόλοιπους (Εμπρός, 22.9.1926). Ο Καφαντάρης κατήγγειλε από τον Τύπο την ατιμωρησία των πρώην παγκαλικών στρατιωτικών παραγόντων υπονοώντας ευθέως τους Ζέρβα και Ντερτιλή, ενώ ο Πλαστήρας από τη Θεσσαλονίκη απειλούσε με νέο στρατιωτικό κίνημα για την τιμωρία όλων των παλαιών παγκαλικών παραγόντων, εννοώντας τους Ζέρβα και Ντερτιλή, χωρίς όμως να τους κατονομάζει.
Η αιματηρή 9η Σεπτεμβρίου 1926
Ο αιφνιδιασμός, η δίκη των Δημοκρατικών Ταγμάτων, η αποφυλάκιση και το κίνημα του 1935.
Καθώς το κλίμα στον στρατό βάραινε επικίνδυνα για τους Ζέρβα και Ντερτιλή, οι δύο αξιωματικοί έσπευσαν να υποβάλουν αιτήσεις αποστρατείας στον Κονδύλη σε κοινό γεύμα των τριών, ώστε να αποχωρήσουν όσο ακόμη προλάβαιναν. Σύμφωνα με τον Αποσκίτη, που ήταν παρών στο επίμαχο γεύμα και ήταν πρόσωπο-κλειδί μεταξύ των δύο πλευρών, οι δύο διοικητές των ∆ημοκρατικών Ταγμάτων πρότειναν οι ίδιοι τη διάλυση των μονάδων τους για λόγους κοινωνικής ειρήνης (Καθημερινή, 17.9.1926, κατάθεση Αποσκίτη στην ανακριτική επιτροπή).
Ήδη από την επομένη της ανατροπής του Πάγκαλου, ο Ζέρβας είχε δώσει συνέντευξη στον Τύπο υπογραμμίζοντας την πρόθεσή του να παραιτηθεί (Αθηναϊκή, 27.8.1926) αλλά και ιδιαίτερα είχε καλέσει τον Κονδύλη να τον αποστρατεύσει, καθώς γνώριζε ότι όλοι οι ανώτατοι αξιωματικοί ήταν εναντίον του μέχρι παραφοράς (Αρχείο Γεωργίου Κονδύλη, φάκ. 3, 1347, επιστολή Ζέρβα σε Κονδύλη, 11ης Νοεμβρίου 1926). Ο Κονδύλης όμως αρνήθηκε να κάνει δεκτή την παραίτηση, ζητώντας από τον Ζέρβα να τον στηρίξει έναντι του Πλαστήρα και των αξιωματικών του που τον πίεζαν, ενώ και σε δημόσιες δηλώσεις του στήριξε τους δύο διοικητές, πιστώνοντας σε αυτούς την πτώση του Πάγκαλου (Απογευματινή, 30.8.1926). Η στάση Κονδύλη καθησύχασε προσωρινά τους Ζέρβα και Ντερτιλή και οι σχέσεις των τριών έγιναν εκ νέου περισσότερο εγκάρδιες από ποτέ.

Στην πράξη, όμως, συνέβαινε το ακριβώς αντίθετο. Πολύ σύντομα ο Κονδύλης κατέστρωσε μυστικό σχέδιο μάχης που προέβλεπε τη συντονισμένη συμμετοχή όλων των διαθέσιμων αξιόμαχων μονάδων της Αττικής, προκειμένου να συντριβούν τα Τάγματα σε περίπτωση που δεν θα πειθαρχούσαν στη διαταγή της διάλυσής τους. Το πρωί της 9ης Σεπτεμβρίου, ο Ζέρβας αιφνιδιασμένος βρήκε τη μονάδα του κυκλωμένη, επηρεάστηκε από τους υφιστάμενους αξιωματικούς του Β΄ ∆ημοκρατικού Τάγματος και πήρε τη μοιραία απόφαση να οδηγήσει τη μονάδα του προς το υπουργείο Στρατιωτικών. Οι μονάδες που είχαν κυκλώσει τα στρατιωτικά παραπήγματα άνοιξαν πυρ και επήλθε η σφαγή των ∆ημοκρατικών Ταγμάτων που είχαν πάνω από 300 νεκρούς και τραυματίες.
Οι Ζέρβας, Ντερτιλής και άλλοι αξιωματικοί των Ταγμάτων συνελήφθησαν και παραπέμφθηκαν σε δίκη επί εσχάτη προδοσία, που επέσυρε ακόμη και την ποινή του θανάτου. Η περίφημη δίκη των ∆ημοκρατικών Ταγμάτων ξεκίνησε στις 20 Σεπτεμβρίου 1926 και έτυχε ευρείας δημοσιότητας από τον Τύπο, που δημοσίευε καθημερινά πολυσέλιδα ρεπορτάζ από τη διαδικασία. Αναμφίβολα ο πρωταγωνιστής της υπεράσπισης, και ίσως όλης της δίκης, ήταν ο Ζέρβας, ο οποίος συμμετείχε ιδιαίτερα ενεργά στη διαδικασία (περισσότερο και από τον συνήγορό του) απευθύνοντας συνεχώς εύστοχες και καίριες ερωτήσεις στους μάρτυρες κατηγορίας, με τους οποίους πολλές φορές ερχόταν και σε προσωπική αντιπαράθεση. Ο Ζέρβας προσπάθησε, στο μέτρο των δυνάμεών του και στο πλαίσιο της δικαστικής διαδικασίας, να υπερασπιστεί την τιμή των ∆ημοκρατικών Ταγμάτων ως θεσμού και να αναδείξει τις υπηρεσίες τους υπέρ της Αβασίλευτης ∆ημοκρατίας. Επίσης, στην αρχή της δίκης ζήτησε από την έδρα να αποδοθούν όλες οι ευθύνες στους δύο διοικητές των ∆ημοκρατικών Ταγμάτων αθωώνοντας τους υπόλοιπους κατηγορουμένους ως απλώς εκτελούντες διαταγές (Από τα πρακτικά της δεύτερης ημέρας δίκης, Πολιτεία, 22.9.1926).
Η απόφαση του δικαστηρίου γνωστοποιήθηκε στις 2 Οκτωβρίου 1926, στις 22.00, επιβεβαιώνοντας τη φήμη ότι δεν θα επιβάλλονταν θανατικές καταδίκες. Οι Ζέρβας και Ντερτιλής καταδικάστηκαν σε ισόβια δεσμά, ο λοχαγός Παπαδόπουλος σε φυλάκιση τριών ετών, ενώ οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι αθωώθηκαν συλλήβδην λόγω αμφιβολιών. Ο Κονδύλης αρνήθηκε να απονείμει χάρη στους τρεις καταδικασθέντες, ενώ είχε αποφασίσει και τη μεταφορά τους στις φυλακές του Ιτζεδίν, καθώς υπήρχαν φήμες ότι φίλοι τους θα οργάνωναν την απόδρασή τους. Τελικά δεν πραγματοποιήθηκε η μεταφορά τους λόγω προβλημάτων λειτουργίας των φυλακών, αλλά κρατούνταν υπό αυστηρές συνθήκες ασφαλείας στην Αίγινα.
Στις 16 Φεβρουαρίου 1927 συζητήθηκε στο αναθεωρητικό στρατοδικείο η αίτηση των δύο αξιωματικών για την αναθεώρηση της απόφασης του Α΄ ∆ιαρκούς Στρατοδικείου, η οποία και απορρίφθηκε παμψηφεί. Τελικά η απόφαση για την απονομή χάριτος στους καταδικασθέντες υπογράφτηκε από τον αντιβενιζελικό υπουργό ∆ικαιοσύνης Κωνσταντίνο Αγγελόπουλο στις 16 Ιουνίου 1927. Στο σκεπτικό της απονομής χάριτος αναφερόταν ότι τα αδικήματά τους είχαν τελεστεί σε περίοδο που χαρακτηριζόταν επαναστατική, τους αναγνωριζόταν το ελαφρυντικό ότι οι διαταγές τους δεν είχαν σκοπό να προκαλέσουν θύματα στα κυβερνητικά στρατεύματα, ενώ υπήρχε και το ελαφρυντικό ότι είχαν συντελέσει και στην ανατροπή της δικτατορίας του Πάγκαλου. Η οριστική ρύθμιση του θέματος έγινε αρκετούς μήνες μετά, στις 22 Απριλίου 1928, όταν και υπογράφτηκε η απονομή χάριτος από τον Παύλο Κουντουριώτη και δόθηκε για δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (Σκριπ, 27.4.1927).

Ο Ζέρβας πολιτικοποιήθηκε εκ νέου υποστηρίζοντας τον Πάγκαλο και αναμείχθηκε σε συνωμοσίες για ένα κίνημα κατά του Βενιζέλου. Μετά το 1932 εντάχθηκε στη ∆ημοκρατική Άμυνα, υποστηρίζοντας τον Βενιζέλο και τους Φιλελεύθερους (Ελεύθερον Βήμα, 20.7.1933), καθώς ο αντιβενιζελισμός είχε ανανήψει και διεκδικούσε την εξουσία. Ήταν τέτοια η φήμη των Ζέρβα – Ντερτιλή, ώστε οι (αντιβενιζελικές πλέον) Αρχές να τους αποπέμψουν από τη Θεσσαλονίκη πριν από τις επαναληπτικές εκλογές του 1933, με τη δικαιολογία ότι ήταν επικίνδυνοι για τη δημόσια ασφάλεια (Ελεύθερον Βήμα, 29.6.1933). Κατά το βενιζελικό κίνημα της 1ης Μαρτίου 1935, ο Ζέρβας ανέλαβε να κινητοποιήσει τα τεθωρακισμένα αυτοκίνητα υπέρ των στασιαστών, χωρίς πάντως το βράδυ της εκδήλωσής του να προβεί σε οποιαδήποτε κίνηση, πιθανόν λόγω κακού σχεδιασμού.
Το 1937, ο Ζέρβας συμμετείχε σε μια κρυφή βενιζελική οργάνωση προπομπό του Ε∆ΕΣ, με σκοπό την ανατροπή της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου. Στο πλαίσιο αυτό δράσης, ο Ζέρβας βρισκόταν σε επαφή με εκπροσώπους των Άγγλων, προσπαθώντας να τους πείσει ότι όφειλαν να πάψουν να στηρίζουν τον Μεταξά. Η ανατρεπτική του δραστηριότητα εναντίον του καθεστώτος επισημάνθηκε από τις Αρχές και ο υφυπουργός Ασφαλείας Κωνσταντίνος Μανιαδάκης διέταξε τη φυλάκισή του στις 14 Απριλίου 1941, ενώ η τελική ελληνική κατάρρευση ήταν πλέον θέμα ημερών.
H ίδρυση του ΕΔΕΣ και η ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοποτάμου
Η επαφή με τους Άγγλους, η μετακίνηση του αρχηγείου, οι πρώτες επιτυχίες, και η πρόσκαιρη συνεργασία με τον ΕΛΑΣ.
Ο Ναπολέων Ζέρβας κατάφερε να αποφυλακιστεί από τις φυλακές Μακρυγιάννη χάρη στη βοήθεια του δεσμοφύλακά του Αλέξανδρου Πίττα, ο οποίος έναντι αμοιβής παραποίησε τα έγγραφα αποφυλάκισης (∆ιονύσης Μπερερής, Ναπολέων Ζέρβας – Η ζωή και η δράση του, Αθήνα 2007, σ. 58). Καθώς πλέον βρισκόταν σε καθεστώς ημιπαρανομίας, ο Ζέρβας είχε την πρόθεση να δημιουργήσει μία ακόμη πολιτική συνωμοτική οργάνωση μεσοπολεμικού στρατιωτικού χαρακτήρα. Με τη συνεργασία του δικηγόρου Ηλία Σταματόπουλου και του απότακτου βενιζελικού συνταγματάρχη Λεωνίδα Σπαή, ίδρυσε στις 9 Σεπτεμβρίου 1941 τον Ε∆ΕΣ (Εθνικός ∆ημοκρατικός Ελληνικός Σύνδεσμος), μια αντιστασιακή οργάνωση που έμελλε να διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο κατά τη διάρκεια της Κατοχής.
Η ιδρυτική διακήρυξη του Ε∆ΕΣ είχε έντονα αντιμεταξικά, αντιβασιλικά, σοσιαλιστικά και βενιζελικά χαρακτηριστικά, καθώς αποκαλούσε «προδότη» τον Γεώργιο Β΄, «στυγνούς εγκληματίες» τους υποστηρικτές και τους αξιωματούχους της 4ης Αυγούστου, για τους οποίους ζητούσε την επιβολή αυστηρών ποινών. Επίσης η διακήρυξη υποσχόταν κοινωνική δικαιοσύνη μέσω της επιβολής ενός σοσιαλιστικού κοινωνικού συστήματος, ενώ ως αρχηγό του και ανώτατη αρχή ανέφερε τον Νικόλαο Πλαστήρα, που βρισκόταν στη Γαλλία.
Στο κείμενο αυτό δεν υπήρχε αναφορά για ανάγκη αντίστασης κατά του κατακτητή, ενώ χρησιμοποιούσε το όνομα του Πλαστήρα για προπαγανδιστικούς σκοπούς, χωρίς τη συγκατάθεσή του. Πάντως ήδη ο Ζέρβας από τον Οκτώβριο του 1941 είχε δηλώσει τον σκοπό του για ένοπλη αντίσταση στα βουνά, στο πρότυπο του κλεφτοπολέμου επί Τουρκοκρατίας (Χάγκεν Φλάισερ, Στέμμα και σβάστικα (τόμος 1), Παπαζήσης, Αθήνα χ.χ., σ. 237). Αρχικά οι μυήσεις στην οργάνωση ήταν περιορισμένες μεταξύ παλαιών βενιζελικών αξιωματούχων των Αθηνών που έφτασαν τα 400 μέλη. Στον πυρήνα του Ε∆ΕΣ εντάχθηκαν και παλαιοί απότακτοι βενιζελικοί αξιωματικοί κρητικής καταγωγής, όπως οι Μιχάλης Μυριδάκης και Μάρκος Κλαδάκης, ενώ αποκλείστηκαν όσοι ήταν βασιλικοί.

Η τύχη της οργάνωσης άλλαξε καθοριστικά όταν τον Μάρτιο του 1942 ο Ζέρβας ήρθε σε επαφή με τους Άγγλους μέσω της αντιστασιακής οργάνωσης «Προμηθέας II» που δρούσε στην Αθήνα για λογαριασμό τους. Οι Άγγλοι συμφώνησαν να υποστηρίξουν το εγχείρημα του Ζέρβα για τη δημιουργία αντάρτικου, τόσο οικονομικά όσο και με στρατιωτικό υλικό. Όμως η τελική έξοδος του Ζέρβα στο βουνό καθυστέρησε αρκετά και έγινε μόλις στις 24 Ιουλίου 1942, μετά από απανωτές παρεξηγήσεις, επικίνδυνες συνεννοήσεις και περιπέτειες. Ο Ζέρβας έφτασε στην περιοχή του Βάλτου Αιτωλοακαρνανίας, συνοδευόμενος μόνο από πέντε συντρόφους του: τον υπαρχηγό του Ε∆ΕΣ Κομνηνό Πυρομάγλου, τον Μιχάλη Μυριδάκη, τον Παντελή Κωτσάκη και τον Ιωάννη Παπαδάκη.
Οι πρώτοι μήνες δραστηριότητας του Ζέρβα στην περιοχή του Βάλτου υπήρξαν άκαρποι, γεμάτοι αποτυχίες και απογοητεύσεις, καθώς ξεκίνησε κυριολεκτικά από το μηδέν. Ο τοπικός πληθυσμός εμφανίστηκε απρόθυμος να βοηθήσει την υπόθεση της αντίστασης, φοβούμενοι αντίποινα από τους Ιταλούς. Οι βασιλόφρονες, που ήταν ισχυροί οικονομικά και προύχοντες της περιοχής, αντιμετώπισαν εχθρικά τον Ζέρβα λόγω του βενιζελικού παρελθόντος του. Ο Ζέρβας δεν έβρισκε εθελοντές, οι ντόπιοι τού χρέωναν σε υπερβολικές τιμές τις προμήθειες που αγόραζε, ενώ σχεδόν όλοι όσοι τον πλησίασαν σε πρώτο χρόνο είχαν σκοπό να του αποσπάσουν χρήματα (Ημερολόγιο στρατηγού Ναπολέοντος Ζέρβα (1942-1944), Ωκεανίδα, Αθήνα 2013, σσ. 37-72), καθώς και ο ίδιος έκανε τη λανθασμένη αρχή να προτάξει τις αμοιβές αντί για τον πατριωτικό εθελοντισμό.
Ακόμη χειρότερα, τους πρώτους τρεις μήνες έγιναν μόνο δύο ρίψεις στρατιωτικού υλικού χαμηλής ποιότητας από τους Άγγλους. Ο Ζέρβας με τους συντρόφους του άναβαν φωτιές και περίμεναν στην ύπαιθρο για πολλές μέρες χωρίς αποτέλεσμα, ενώ το μεγαλύτερο μέρος όσων τελικά έριξαν τα αεροπλάνα κλάπηκε από χωρικούς. Επί της ουσίας, ο Ζέρβας παρέμενε πολιτικά απομονωμένος και κυριολεκτικά αβοήθητος (Στρατηγού Ναπολέοντος Ζέρβα, Απομνημονεύματα, Μέτρον, σσ. 22-23). Οι αγγλικές υπηρεσίες τον είχαν ξεχάσει, οι γερμανικές Αρχές στην Αθήνα συνέλαβαν τη σύζυγό του Λουκία και τον αδερφό του Τάσο, ενώ και στην Αθήνα κυκλοφορούσαν (ψευδείς) συκοφαντικές φήμες εις βάρος του.
Αν και σε ηλικία 50 ετών, ο Ζέρβας εξοικειώθηκε πολύ σύντομα με τη δύσκολη ζωή της υπαίθρου, το τσουχτερό κρύο, τις πορείες σε κακοτράχαλα ορεινά μονοπάτια και τη διανυκτέρευση στο ύπαιθρο.
Όλες αυτές οι δυσκολίες θα ήταν αρκετές για να κάμψουν οποιονδήποτε, αλλά όχι τον Ζέρβα. Αν και σε ηλικία 50 ετών, ο Ζέρβας εξοικειώθηκε πολύ σύντομα με τη δύσκολη ζωή της υπαίθρου, το τσουχτερό κρύο, τις πορείες σε κακοτράχαλα ορεινά μονοπάτια και τη διανυκτέρευση στο ύπαιθρο. Έχοντας μεγάλη εμπειρία από τους ανθρώπους και τις συνωμοσίες από το μεσοπολεμικό του παρελθόν, πολύ γρήγορα ο Ζέρβας επεσήμανε και απομάκρυνε τους εκμεταλλευτές και τους απατεώνες που τον είχαν περικυκλώσει, προωθώντας τους ικανούς και τους πατριώτες. Ήταν γλυκομίλητος, εύστροφος και ικανότατος στις διαπραγματεύσεις, δεν απογοήτευε ποτέ τον συνομιλητή του, επιχειρηματολογούσε έξυπνα και πειστικά, ενώ κατάφερε (προσωρινά) να δημιουργήσει καλό κλίμα ακόμη και με τους εκπροσώπους του ΕΑΜ στην περιοχή.
Η μεγάλη απόφαση του Ζέρβα στις 23 Σεπτεμβρίου 1942, που έβαλε στέρεες βάσεις για τη δημιουργία του Ε∆ΕΣ, ήταν η μετακίνηση του αρχηγείου του από τον Βάλτο στην περιοχή του Μεσόπυργου κοντά στην Άρτα, με νέο του λημέρι στη Μεγαλόχαρη. Εκεί οι προσπάθειες του Ζέρβα βρήκαν υποστηρικτές ανάμεσα στους χωρικούς και στις σημαίνουσες προσωπικότητες της περιοχής. Το τελετουργικό μύησης που ακολουθούσε ο Ζέρβας για την ένταξη ενός νέου μέλους στον Ε∆ΕΣ ήταν η ορκωμοσία στο ιερό Ευαγγέλιο με παρουσία και άλλων μελών της οργάνωσης αλλά και ενός παπά. Έτσι, στις 6 Οκτωβρίου 1942 είχε καταφέρει να συγκροτήσει ένα αξιόπιστο σώμα 120 οπλοφόρων υπό τον οπλαρχηγό Σπύρο Κολονίκη (Καραμπίνα), που έδωσε την πρώτη επιτυχημένη μάχη της οργάνωσης κατά των Ιταλών στη Σκουληκαριά, στα τέλη του ίδιου μήνα.
Η πρώτη αυτή μικρή τοπική επιτυχία ανύψωσε το ηθικό του Ζέρβα και τον χαλύβδωσε ενόψει της συνέχειας. Εν όψει της μάχης του Ελ Αλαμέιν, το συμμαχικό στρατηγείο αποφάσισε την ανατίναξη της σιδηροδρομικής γέφυρας στον Γοργοπόταμο, ώστε να εμποδιστεί ο ανεφοδιασμός του Ρόμελ. Για τον σκοπό αυτόν, δύο ομάδες των Άγγλων σαμποτέρ, με επικεφαλής τον συνταγματάρχη Μάιερς και τον ταγματάρχη Κρις Γουντχάουζ, έπεσαν με αλεξίπτωτα στα βουνά της Γκιώνας τη νύχτα της 28ης προς 29η Σεπτεμβρίου 1942.

Οι δύο ομάδες, μετά από μια μεγάλη καθυστέρηση και άσκοπες περιπλανήσεις στα βουνά της Ρούμελης, ήρθαν σε επαφή με τον Ζέρβα μόλις στις 11 Νοεμβρίου 1942. Ο Ζέρβας δέχθηκε αμέσως και χωρίς δισταγμό να βοηθήσει την αγγλική αποστολή, ανεξάρτητα από το αν θα συμμετείχε και ο ΕΛΑΣ. Έξι ημέρες μετά, συναντήθηκαν στη Βίνιανη Αγράφων με την αγγλική αποστολή ο Ζέρβας (64 αντάρτες) και ο Άρης Βελουχιώτης (120 αντάρτες) και σχεδιάστηκε η ανατίναξη της γέφυρας με πέντε ομάδες κρούσης. Το σχέδιο καταρτίστηκε από τον Ζέρβα, ήταν περίπλοκο και απαιτούσε τέλειο συγχρονισμό, όμως οι Έλληνες αντάρτες τα κατάφεραν με τον ενθουσιασμό τους και την καλή συνεργασία μεταξύ τους.
Τη νύχτα της 25ης Νοεμβρίου 1942, οι ομάδες των ανταρτών εξουδετέρωσαν τις φρουρές στα φυλάκια στα δύο άκρα της γέφυρας, τα οποία και κατέλαβαν αποκόπτοντας τις τηλεφωνικές γραμμές, ενώ μία ακόμη ομάδα 12 ανταρτών βοήθησαν τους Άγγλους να τοποθετήσουν τα εκρηκτικά. Την κρίσιμη στιγμή εμφανίστηκε επιτόπου ένα τρένο με ενισχύσεις από Γερμανούς και Ιταλούς, αλλά οι Έλληνες αντάρτες κράτησαν μέχρι να γίνει η ανατίναξη της γέφυρας με δύο διαδοχικές εκρήξεις στη 01.30 και στις 03.21. Μετά την επιτυχή ανατίναξη, ο Ζέρβας από τον σταθμό διοίκησης έριξε μια πράσινη φωτοβολίδα για να απαγκιστρωθούν οι ελληνικές δυνάμεις από το πεδίο.
Η ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοποτάμου έβγαλε τον Ζέρβα από την απομόνωσή του, του προσέδωσε πανελλήνιο γόητρο, οι κατοχικές αρχές τον επικήρυξαν με 100.000.000 δρχ. και τον καθιέρωσε ως επικεφαλής της Εθνικής Αντίστασης στην Ήπειρο. Επίσης ο Ζέρβας απέσπασε την ευμένεια και του συμμαχικού στρατηγείου, που τον παρασημοφόρησε με πολεμικό σταυρό, του εγκατέστησε μόνιμο σύνδεσμο (Γουντχάουζ) και τον ενίσχυσε οικονομικά και με ρίψεις πολεμικού υλικού.
Ο ΕΔΕΣ και το κρίσιμο πρώτο οκτάμηνο του 1943
«Τέτοιο φόρτο εργασίας ποτέ μου δεν είχα. Επί 18 ώρες την ημέρα δουλεύω».
Ο Ζέρβας, επιστρέφοντας στην Άρτα, ακολουθούμενος από την αγγλική αποστολή, συνάντησε θριαμβευτική υποδοχή από τους χωρικούς της περιοχής, ενώ ευθυγράμμισε απολύτως την οργάνωσή του με τις προθέσεις των εκπροσώπων των Άγγλων (Ζέρβας, Απομνημονεύματα, σσ. 45-52). Τον ∆εκέμβριο, τα τμήματα του Ζέρβα αμύνθηκαν αρκετά καλά στις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις των Ιταλών στον Ξηροπόταμο. Εντός του ∆εκεμβρίου, ο Ζέρβας όρκισε επιτροπές του Ε∆ΕΣ σχεδόν σε όλα τα χωριά γύρω από την Άρτα, μόνιμοι αξιωματικοί με αντικομμουνιστικό προσανατολισμό προσέρχονταν και εντάσσονταν στην οργάνωση ενισχύοντας τις μονάδες της (οπλαρχηγός Αλέκος Παπαδόπουλος, ίλαρχος Γεώργιος Αγόρος, λοχαγός Γεώργιος Καλαμπόκης), ενώ οι ρίψεις στρατιωτικού υλικού από τους Άγγλους έγιναν πλέον τακτικές, αλλά και πολύ συχνές.
Ο Ζέρβας διέθεσε έξυπνα τους οικονομικούς του πόρους που λάμβανε από τους Άγγλους, ενώ απέφυγε τις αρχικές παγίδες του ΕΑΜ και του Άρη Βελουχιώτη, που στην περίφημη συνάντηση της Ροβέλιστας στις 28 ∆εκεμβρίου 1942 προσπάθησαν με δελεαστικές προτάσεις να τον εντάξουν στο ΕΑΜ ώστε να τον εξουδετερώσουν (Ζέρβας, Απομνημονεύματα, σσ. 160-167). Με την υποστήριξη του ιατρού Στυλιανού Χούτα, ο Ζέρβας τον Ιανουάριο του 1943 επεξέτεινε την επιρροή του και στον Βάλτο Αιτωλοακαρνανίας, παρά την αντίδραση του ΕΛΑΣ.

Σε όλο το πρώτο πεντάμηνο του 1943, ο Ζέρβας περιόδευε σε όλα τα χωριά της περιοχής του γύρω από την Άρτα, οργάνωνε και ενίσχυε νέες ομάδες ανταρτών με οπλαρχηγούς, διευθετούσε επεισόδια και διαφορές που ανέκυπταν μεταξύ των κατά τόπους μελών της οργάνωσης, ενημέρωνε συνεχώς τους Άγγλους για τις εξελίξεις, διατηρούσε αλληλογραφία με υποστηρικτές του στην Αθήνα, ενώ συνεχώς προσπαθούσε να επεκτείνει την επιρροή του Ε∆ΕΣ βόρεια προς την Ήπειρο, ανατολικά προς τη Θεσσαλία και δυτικά προς Ναύπακτο και Πελοπόννησο.
Σε όλη αυτή την αέναη κίνησή του, ο Ζέρβας ζούσε υπό σκληρές συνθήκες, οι μετακινήσεις του γίνονταν συχνά υπό κρύο, βροχή και κακοκαιρία, ενώ αρκετές φορές αρρώσταινε με υψηλό πυρετό. Είχε συνεχείς επαφές με τους οπλαρχηγούς του, κανόνιζε τις προμήθειες των ανταρτών του που τις πλήρωνε τοις μετρητοίς, πρόσφερε ποσά για την ανακούφιση των φτωχών χωρικών και όσων τα σπίτια και οι περιουσίες καταστρέφονταν από τους Ιταλούς, ενώ έδινε συνεχώς εντολές στα τμήματά του να καταπολεμούνται οι Ιταλοί. Σύμφωνα με τον ίδιο, «τέτοιο φόρτο εργασίας ποτέ μου δεν είχα. Επί 18 ώρες την ημέρα δουλεύω. Έρχονται στιγμές που πραγματικά παραλύω από την κούραση» (Ημερολόγιο Ζέρβα, εγγραφή 16ης Ιουλίου 1943, σ. 292).
Είναι πάντως σαφές ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα της οργάνωσης και της διοίκησης του Ε∆ΕΣ ήταν οι πληροφορίες που έφταναν στον Ζέρβα για τις κινήσεις των Ιταλών και του ΕΛΑΣ και που ήταν είτε λανθασμένες, είτε έρχονταν με μεγάλη καθυστέρηση. Ομοίως οι εντολές του Ζέρβα έφταναν στις κατά τόπους ομάδες του με μεγάλη καθυστέρηση και πολλές φορές όταν αυτές λαμβάνονταν είχαν ξεπεραστεί από τις εξελίξεις. Αναμφίβολα, ο Ε∆ΕΣ διέθετε κατά τόπους επικεφαλής με ικανότητες και πατριωτισμό που πρόσφεραν πολύτιμες υπηρεσίες στην εξάπλωση της επιρροής του, όμως παρέμεινε έως το τέλος μια αντιστασιακή οργάνωση προσωποπαγής γύρω από τον αρχηγό της και γι’ αυτό με μεγάλα μειονεκτήματα σε ζητήματα επιμελητείας, ταχύτητας και ακρίβειας στην εκτέλεση διαταγών.
Καθώς ο ΕΛΑΣ αύξανε σε δύναμη και σε πανελλήνια εμβέλεια, υπήρχε πλέον μια διάχυτη αγωνία στον αστικό κόσμο των Αθηνών, αλλά και στους Άγγλους, για τη μεταπολεμική πολιτική τύχη της Ελλάδας. Ο Ζέρβας δεν άργησε να αντιληφθεί πώς διαμορφωνόταν η κατάσταση, και έτσι με ραδιοτηλεγράφημά του στις 9 Μαρτίου 1943 προς την εξόριστη κυβέρνηση και τον Γεώργιο Β΄ τον διαβεβαίωνε ότι θα συνεργαζόταν με τους βασιλόφρονες και θα αποδεχόταν την επιστροφή του ακόμη και χωρίς δημοψήφισμα. Πρακτικά, ο Ε∆ΕΣ αποτέλεσε τον πόλο έλξης όσων ήταν αντίθετοι με τον ΕΛΑΣ και σταδιακά εξελίχθηκε σε μια αντιστασιακή οργάνωση με σαφή αντικομμουνιστικό και φιλοβασιλικό προσανατολισμό, αν και ο Ζέρβας είχε πάντοτε επιφυλάξεις για την υποδοχή βασιλοφρόνων αξιωματικών.
Το καλοκαίρι του 1943, ο Ε∆ΕΣ είχε πλέον μια δύναμη 5.000 ανταρτών οργανωμένων σε πέντε αρχηγεία (Τζουμέρκων, Βάλτου, Τριχωνίδος, Ξηροβουνίου, Ξηρομέρου), αρκετά καλά εξοπλισμένων και εφοδιασμένων (Ναπολέων Ζέρβας, Έκθεσις ∆ράσης του Ε∆ΕΣ προς το Υπουργείο Στρατιωτικών, 22ας Ιουνίου 1949). Κατά την περίοδο αυτή συνεχώς παρουσιάζονταν στον Ζέρβα μεμονωμένοι αντικομμουνιστές βασιλόφρονες αξιωματικοί και οπλοφόροι για κατάταξη.
Με αυτή τη δύναμη, ο Ε∆ΕΣ συμμετείχε σε επιχειρήσεις εναντίον των Ιταλών στο πλαίσιο του συμμαχικού σχεδίου Animals με πολύ μεγάλη επιτυχία. Οι επιχειρήσεις είχαν ως στόχο να πείσουν τους Γερμανούς ότι προετοιμαζόταν απόβαση στην Ελλάδα, ενώ αυτή προοριζόταν να γίνει στη Σικελία. Τις πρώτες δύο εβδομάδες του Ιουλίου του 1943, οι δυνάμεις του Ε∆ΕΣ επιτέθηκαν εναντίον ιταλικών σχηματισμών σε όλη την Ήπειρο, ενώ διεξήγαγαν ανατινάξεις σε γέφυρες και εκτεταμένες δολιοφθορές σε στρατηγικά σημεία και οδικούς κόμβους της ευρύτερης περιοχής (Χρήστος Παπαδάτος, Εθνική Αντίσταση 1942-1945, Αθήνα 1991, σσ. 165-172). Αναμφίβολα, η μεγαλύτερη επιτυχία του Ε∆ΕΣ ήταν η πολυήμερη μάχη του Μακρυνόρους, όπου οι εκεί δυνάμεις του υπό τον Στυλιανό Χούτα προκάλεσαν μεγάλες απώλειες στην ιταλική μηχανοκίνητη μεραρχία Brenero και την εξανάγκασαν να επιστρέψει στην Άρτα. Οι επιχειρήσεις αυτές είχαν ως αποτέλεσμα την άφιξη στην περιοχή δύο γερμανικών μεραρχιών (Εντελβάις, 104 Μεραρχία Κυνηγών) που μετέβαλλε δραστικά τις στρατιωτικές ισορροπίες εις βάρος του Ε∆ΕΣ.

Ο Ζέρβας είχε ως δεδηλωμένο σκοπό να αποφύγει πάση θυσία μια ένοπλη σύγκρουση με τον ΕΛΑΣ, που ήταν αρκετά ισχυρότερος, και για τον λόγο αυτόν ήταν πάντοτε διαλλακτικός έναντι κάθε αγγλικής συμβιβαστικής προσπάθειας υπογράφοντας και τη σχετική συμφωνία για τη δημιουργία ενιαίου στρατηγείου των ανταρτών υπό την ηγεσία των Άγγλων, που ξεκίνησε τις εργασίες της στις 23 Ιουλίου 1943. Αλλά η κεντρική πολιτική του ΚΚΕ παρέμενε η μονοπώληση του αντιστασιακού αγώνα, και έτσι τον Αύγουστο του 1943 ο ΕΛΑΣ διέλυσε όχι μόνο τον Ε.Σ. αλλά και τα τμήματα του Ε∆ΕΣ στην Πελοπόννησο [Φλάισερ, Στέμμα και Σβάστικα (τόμος 2), σελ. 189].
Επίσης η δραστηριότητα δημιουργίας ομάδων του Ε∆ΕΣ στη Στερεά και στη Θεσσαλία εξόργιζαν την πολιτική ηγεσία του ΚΚΕ/ΕΑΜ. Ήδη από τον Ιανουάριο του 1943 είχαν αρχίσει οι προστριβές μεταξύ των ομάδων του Ε∆ΕΣ και του ΕΛΑΣ στις παραμεθόριες μεταξύ τους περιοχές, οι οποίες εντάθηκαν το καλοκαίρι στις Φιλιάτες και στο Μέτσοβο (Στέφανος Σαράφης, Ο ΕΛΑΣ, Επικαιρότητα, Αθήνα 1982, σσ. 122-124) και προμήνυαν την αδυσώπητη σύγκρουση που ακολούθησε. Η οριστική απόφαση για τη διάλυση του Ε∆ΕΣ πάρθηκε από την ηγεσία του ΚΚΕ με τη σύμφωνη γνώμη της τρόικας του ΕΛΑΣ στα τέλη Αυγούστου με αρχές Σεπτεμβρίου 1943, υπό το βάρος της επιδείνωσης των σχέσεών τους με τους Άγγλους [Φλάισερ, Στέμμα και Σβάστικα (τόμος 2), σσ. 202-212].
Η εμφύλια σύγκρουση με τον ΕΛΑΣ
Από τον πρώτο στον δεύτερο γύρο του εμφυλίου.
Στις 9 Οκτωβρίου 1943, το Στρατηγείο του ΕΛΑΣ (Τζήμας και Άρης Βελουχιώτης) εξέδωσε διαταγή στην VIII Μεραρχία Ηπείρου για επίθεση στις δυνάμεις του Ε∆ΕΣ στα Τζουμέρκα, η οποία όφειλε να είναι άνευ οίκτου [Αλέξανδρος Λ. Ζαούσης, Οι δύο όχθες (1939-1945), Ωκεανίδα, Αθήνα 2015, σ. 560]. Αφορμή της επίθεσης αποτέλεσαν προστριβές μεταξύ των δύο οργανώσεων στα χωριά Τσεπέλοβο και Ζαγόρια με αλληλοκατηγορίες των δύο οργανώσεων για αυτόν που τις προκάλεσε. Προφανώς αυτές ήταν η αφορμή και όχι η βαθύτερη αιτία που ήταν πολιτική, έχοντας και την (μεταγενέστερη) έγκριση της ηγεσίας του ΚΚΕ (Σιάντος).
Έτσι ξεκίνησε ο πρώτος γύρος του ελληνικού εμφυλίου με την ολομέτωπη επίθεση του ΕΛΑΣ εναντίον του Ε∆ΕΣ που αρχικά εκκαθάρισε εύκολα όλες τις νησίδες του Ε∆ΕΣ στην Καλαμπάκα, στη Ναύπακτο, στην Τριχωνίδα και στην Ευρυτανία, ενώ συνέλαβε τους εκπροσώπους του στο Περτούλι. Στη συνέχεια, ένα εκστρατευτικό σώμα 8.000 ανταρτών του ΕΛΑΣ υπό τον Άρη Βελουχιώτη (Ι και ΧΙΙΙ Μεραρχίες) επιτέθηκαν στον Βάλτο και στα Τζουμέρκα από τον νότο με κατεύθυνση προς το αρχηγείο του Ζέρβα. Από Βορρά επιτέθηκε η VIII Μεραρχία του ΕΛΑΣ με αιχμή του δόρατος το 3/40 Σύνταγμα που προέβη σε βιαιότητες κατά αμάχων οπαδών του Ε∆ΕΣ, αλλά και ο Ζέρβας έδωσε διαταγή να συλλαμβάνονται και να εκτελούνται δύο στελέχη του ΕΑΜ σε κάθε χωριό που αποκόπτονται τηλεφωνικά σύρματα του Ε∆ΕΣ [Ιωάννης Β. Αθανασόπουλος, Η μάχη της Νεράιδας (31 Οκτωβρίου 1943), Eurobooks, σσ. 104-105].

Η επίθεση του 3/40 Συντάγματος ήταν κεραυνοβόλα και αιφνιδίασε τον Ζέρβα, που λίγο έλλειψε να συλληφθεί ο ίδιος και το στρατηγείο του. Ο Ζέρβας αντέδρασε ακαριαία και με διαταγές του σε όλες του τις μονάδες κατάφερε να τις συντονίσει ώστε να κυκλώσουν και να διαλύσουν την εχθρική μονάδα στις 16 Οκτωβρίου, την οποία και αιχμαλώτισαν. Από τον νότο, όμως, το εκστρατευτικό σώμα του ΕΛΑΣ υπό τον Άρη Βελουχιώτη ανέτρεψε σχετικά εύκολα τα τμήματα του Ε∆ΕΣ στον Βάλτο στις 17 Οκτωβρίου και κινήθηκε προς τους Καλαρρύτες και τα Πράμαντα. Ο Ζέρβας στο αρχηγείο του λάμβανε ενθαρρυντικά μηνύματα από τους επικεφαλής του για νίκες εναντίον του ΕΛΑΣ, αλλά η πραγματικότητα ήταν διαφορετική, καθώς ισχυρά τμήματα του Ε∆ΕΣ είτε υποχωρούσαν άτακτα είτε διαλύθηκαν λόγω πτώσης του ηθικού τους.
Τον εμφύλιο πόλεμο των δύο παρατάξεων εκμεταλλεύτηκαν οι Γερμανοί, που χτύπησαν σκληρά και τους δύο σχηματισμούς, προκαλώντας τους βαριές απώλειες και καταγράφοντας τις μεγαλύτερες επιτυχίες τους κατά των Ελλήνων ανταρτών. Στις 22 Οκτωβρίου, οι Γερμανοί ανέτρεψαν με αιφνιδιαστική επίθεση τα επίλεκτα τμήματα του Ε∆ΕΣ στα Πράμαντα και στο Βουλγαρέλι, τα οποία μετά από άνιση μάχη αναγκάστηκαν να αναδιπλωθούν άτακτα. Ο Ζέρβας πανικοβλήθηκε και προωθήθηκε ο ίδιος στην πρώτη γραμμή ώστε να ανασυντάξει τις δυνάμεις του και να τους δώσει θάρρος. Οι Γερμανοί με νέα σαρωτική επίθεση στις 30 Οκτωβρίου στο Βουλγαρέλι σχεδόν διέλυσαν ολοσχερώς τους σχηματισμούς του Ε∆ΕΣ, ο Ζέρβας παραλίγο να αιχμαλωτιστεί ή και να σκοτωθεί, καθώς οι σφαίρες σφύριζαν γύρω του (ημερολόγιο Ζέρβα, εγγραφή 30ής Οκτωβρίου 1943, σσ. 357-358).
Οι Γερμανοί χτύπησαν ανελέητα και τον ΕΛΑΣ, καταλαμβάνοντας το στρατηγείο του στο Περτούλι, και ο Σαράφης διέταξε να συνεργαστούν οι δύο οργανώσεις. Όμως ο Άρης Βελουχιώτης επί του πεδίου αρνήθηκε οποιαδήποτε εκεχειρία με τον Ε∆ΕΣ ενώπιον του κοινού εχθρού (Πυρομάγλου, Η Εθνική Αντίστασις, σ. 321). Ο Ζέρβας υποχωρούσε άτακτα με όσες δυνάμεις του είχαν απομείνει προς τη Νεράιδα, όπου έφτασε στις 30 Οκτωβρίου 1943.

Την επομένη, στη μάχη της Νεράιδας, εν μέσω διασταυρωμένων γερμανικών και κομμουνιστικών πυρών, ο Ε∆ΕΣ συνετρίβη και τα υπολείμματά του με εκατοντάδες αμάχους υποχωρούσαν προς το χωριό Μελισσουργούς, σε ελεεινή κατάσταση, από ένα σχεδόν ανύπαρκτο μονοπάτι. Η κάθοδος της φάλαγγας από το βουνό υπήρξε ομοίως μαρτυρική, οι αντάρτες και οι άμαχοι ήταν αληθινά ανθρώπινα ράκη, ενώ το ηθικό του Ζέρβα, που είχε πυρετό, είχε κλονιστεί σοβαρά. Ο Ζέρβας, με 150 ενόπλους και εκατοντάδες αμάχους περιδεείς και νηστικούς, γυρνούσε μαρτυρικά στα διάφορα χωριά των Τζουμέρκων αναζητώντας καταφύγιο, αλλά όμως τα έβρισκε όλα κατεστραμμένα και χωρίς κατοίκους, που είχαν τραπεί προς τα όρη για να σωθούν από τις γερμανικές ωμότητες.
Όλα κρέμονταν σε μια κλωστή και φαινόταν θέμα χρόνου η οριστική συντριβή του Ε∆ΕΣ, αν και ο ΕΛΑΣ είχε επίσης μεγάλες απώλειες (πάνω από 500 νεκροί και τραυματίες) από τις συγκρούσεις με τους Γερμανούς (Στέφανος Σαράφης, Ο ΕΛΑΣ, Επικαιρότητα, Αθήνα 1982, σ. 192). Σε ένα δραματικό γύρισμα της τύχης, οι Άγγλοι αποφάσισαν να ενισχύσουν τον Ζέρβα με ρίψεις πολεμικού υλικού, ώστε να αποσοβήσουν μια συνολική επικράτηση του ΕΛΑΣ στην ελληνική ύπαιθρο (Παπαδάτος, Εθνική Αντίσταση, σσ. 319-343). Ο Ζέρβας κατάφερε σταδιακά να συγκεντρώσει τους αποδιοργανωμένους αντάρτες του στη βορειοδυτική Ήπειρο και τους προωθούσε εκ νέου στα Τζουμέρκα, αλλά οι μάχες με τον ΕΛΑΣ ήταν αμφιρρέπουσες. Ο Ζέρβας είχε αποσπασματική εικόνα για την πορεία των επιχειρήσεων, είχε χτυπήσει πέφτοντας από το άλογό του, ενώ είχε εκνευριστεί από τις συνεχείς οικονομικές απαιτήσεις των υφισταμένων του, αλλά και από την αδυναμία τους να επιφέρουν στον ΕΛΑΣ ένα αποφασιστικό χτύπημα (Ημερολόγιο Ζέρβα, εγγραφές 2ας – 24ης ∆εκεμβρίου 1943).
Τις τελευταίες ημέρες του 1943 προέκυψε μια άτυπη εκεχειρία μεταξύ των δύο οργανώσεων για τα Χριστούγεννα και η ηγεσία του ΕΛΑΣ επιζήτησε κάποιου είδους συμβιβασμό με τον Ζέρβα ζητώντας από τον Γουντχάουζ να αναλάβει μεσολαβητικό ρόλο. Και αυτό γιατί η επίθεση του ΕΛΑΣ είχε ξεσηκώσει την κατακραυγή των Άγγλων, της εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης, αλλά και της σοβιετικής κυβέρνησης, που με δήλωσή της από τη Μόσχα παρότρυνε τους εμπλεκομένους να συμπτύξουν ενιαίο μέτωπο κατά του Άξονα.

Ο Ζέρβας εκμεταλλεύτηκε την εκεχειρία για να ανασυντάξει τα τμήματά του και να οργανώσει μια ισχυρή αντεπίθεση με 1.000 αντάρτες κατανεμημένους σε πέντε φάλαγγες, που εκδηλώθηκε αιφνιδιαστικά στις 4 Ιανουαρίου 1944 στον Βάλτο και στα Τζουμέρκα. Ο ΕΛΑΣ αιφνιδιάστηκε και ηττήθηκε υποχωρώντας, αφήνοντας επιτόπου όλο του το στρατιωτικό υλικό, όμως ο Βελουχιώτης κατάφερε με σκληρές μάχες να διατηρήσει ένα προγεφύρωμα στη γέφυρα του Μυρόφυλλου στον Αχελώο, που αποδείχθηκε πολύτιμο. Ο ΕΛΑΣ έστειλε δυνάμεις και όσες εφεδρείες είχε από την Στερεά Ελλάδα και την Θεσσαλία (Σαράφης, ΕΛΑΣ, σσ. 213-214) εξαπολύοντας νέα αντεπίθεση με 4.000 αντάρτες στις 14 Ιανουαρίου, που ανέτρεψε ξανά τα τμήματα του Ε∆ΕΣ που δεν είχαν πλέον πυρομαχικά, καθώς εν τω μεταξύ είχαν σταματήσει οι αγγλικές ρίψεις. Ενώ αρχικά οι Άγγλοι είχαν ζητήσει από τον Ζέρβα να ανακαταλάβει τις περιοχές του, τώρα του τηλεγραφούσαν ότι τα πυρομαχικά τους στέλνονται για να χρησιμοποιούνται κατά των Γερμανών (ημερολόγιο Ζέρβα, εγγραφή 9ης Ιανουαρίου 1944).
Ο Ζέρβας αναγκάστηκε να υποχωρήσει στις αρχικές του θέσεις, ενώ απείλησε το Συμμαχικό Στρατηγείο ότι, αν δεν του έριχναν πυρομαχικά και χρήματα, θα διέλυε τον Ε∆ΕΣ. Η απειλή λειτούργησε και οι Άγγλοι έκαναν αμέσως 10 ρίψεις πολεμικού υλικού στις 29 και 30 Ιανουαρίου 1944 (Ζέρβας, εγγραφή 30ής Ιανουαρίου 1944). Ο Ζέρβας προώθησε το πολεμικό υλικό στις μονάδες του, ζήτησε από τους αντάρτες του μια ύστατη προσπάθεια και προσπάθησε να αντεπιτεθεί προς τα Τζουμέρκα. Η επίθεση όμως απέτυχε λόγω κακού σχεδιασμού, αλλά και επειδή ο Ε∆ΕΣ είχε αποδιοργανωθεί, είχε απώλειες και πολλούς τραυματίες, τα τμήματά του είχαν πλέον χαμηλό ηθικό και υποχωρούσαν εύκολα ενώπιον του εχθρού.

Τη νύχτα της 3ης Φεβρουαρίου 1944 κηρύχθηκε οριστική ανακωχή που αποτέλεσε και την εκκίνηση των διαπραγματεύσεων μεταξύ των δύο οργανώσεων, αρχικώς στο χωριό Μυρόφυλλο Τρικάλων, χωρίς την παρουσία του Ζέρβα, και εν συνεχεία στο χωριό Πλάκα του Αράχθου, όπου υπογράφτηκε και η τελική συμφωνία στις 29 Φεβρουαρίου 1944. Η συμφωνία προέβλεπε κατάπαυση εχθροπραξιών ΕΛΑΣ-Ε∆ΕΣ, διατήρηση των εδαφών που κατείχαν και αμοιβαία απελευθέρωση αιχμαλώτων. Η συμφωνία αποτέλεσε μια προσωπική επιτυχία του Ζέρβα που πέτυχε τον σκοπό του διασώζοντας τον Ε∆ΕΣ από την πλήρη εξόντωσή του από τον ισχυρότερο ΕΛΑΣ, ενώ κατοχύρωσε για τον ίδιο τον ρόλο του κορυφαίου ηγέτη των μη εαμικών αντιστασιακών οργανώσεων.
* * *
Μετά τη διαταγή διάλυσης του Ε∆ΕΣ, στις 15 Φεβρουαρίου 1945, ο Ζέρβας εισήλθε στην πολιτική ιδρύοντας το Εθνικόν Κόμμα Ελλάδος (ΕΚΕ) με στελέχη που προέρχονταν κυρίως από τον Ε∆ΕΣ. Το κόμμα είχε δυναμική κυρίως στην Ήπειρο και την Αιτωλοακαρνανία, ανέπτυξε προεκλογικά μια σφοδρή αντικομμουνιστική ρητορεία και στις εκλογές του 1946 εξέλεξε 22 βουλευτές (ανάμεσα τους ήταν και οι Στυλιανός Χούτας και Αλέξανδρος Παπαδόπουλος). Ο Ζέρβας ορίστηκε υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου στην κυβέρνηση ∆ημητρίου Μάξιμου το 1947 και στη συνέχεια υπουργός ∆ημοσίας Τάξεως, όπου δέχθηκε κριτική για τη σκληρή του στάση έναντι των κομμουνιστών λίγο πριν την κλιμάκωση του Εμφυλίου. Το ΕΚΕ συμμετείχε και στις εκλογές του 1950 εκλέγοντας 7 βουλευτές, ενώ ο Βασίλειος Ντερτιλής ενίσχυσε τον επιστήθιο φίλο του στην Αχαΐα. Ο Ζέρβας ανέλαβε υπουργός ∆ημοσίων Έργων στην κυβέρνηση Σοφοκλή Βενιζέλου και στη συνέχεια υπουργός Εμπορικής Ναυτιλίας. Στις εκλογές του 1952 εκτέθηκε ως ανεξάρτητος υποψήφιος στην Άρτα, αλλά απέτυχε να εκλεγεί βουλευτής και αποσύρθηκε από την πολιτική. Πέθανε στην Αθήνα στις 10 ∆εκεμβρίου 1957.
Σημείωση
*Κατά την τελευταία περίοδο που εξιστορήθηκε, τοποθετούνται οι πρώτες συνεννοήσεις του Ζέρβα με τους Γερμανούς για moratorium μεταξύ τους, ένα ακανθώδες και περίπλοκο ιστορικό ζήτημα που λόγω έκτασης εκφεύγει των ορίων της παρούσης εργασίας. [Ενδεικτικά: Σπύρος Γ. Γασπαρινάτος, Η Κατοχή (τόμος Β΄), Ι. Σιδέρης, Αθήνα 1998, σσ. 23-40, Φλάισερ, Στέμμα και σβάστικα (τόμος 2), σσ. 249-257]. Επί του θέματος θα ήθελα να αναφέρω πολύ συνοπτικά τα εξής: Τυχόν συνεννοήσεις δεν είχαν χαρακτήρα ιδεολογικής προσχώρησης, αλλά προσωρινού ελιγμού του Ζέρβα, με σαφή αντικομμουνιστικό χαρακτήρα, για την αποφυγή ενός διμέτωπου αγώνα. Επίσης, είναι βέβαιο ότι οι Γερμανοί δεν τήρησαν την υποτιθέμενη συμφωνία, καθώς δύο τουλάχιστον φορές κατά την επίμαχη περίοδο επιτέθηκαν με το σύνολο των δυνάμεών τους στον ΕΔΕΣ, τον οποίο και σχεδόν διέλυσαν, ενώ και ο ίδιος ο Ζέρβας λίγο έλειψε να σκοτωθεί. Οι αναφορές του Φλάισερ και της εαμικής βιβλιογραφίας για αψιμαχίες ή για κατά λάθος επιθέσεις των Γερμανών, επειδή οι απεσταλμένοι του ΕΔΕΣ δεν φανέρωναν τις θέσεις των μονάδων τους, ανατρέπονται από τη ροή των γεγονότων όπως εξιστορήθηκαν, αλλά και τις προθέσεις των Γερμανών που γνώριζαν ανά πάσα στιγμή ποιους είχαν απέναντί τους.
*Επίσης η σχετική λεπτομερής αφήγηση του Μάγερ για τις συνεννοήσεις Ζέρβα – Γερμανών έχει ένα κενό μεταξύ 22 Οκτωβρίου και 18 Δεκεμβρίου 1943, όταν και οι Γερμανοί διέλυσαν τον Ζέρβα με συνεχείς επιθέσεις, με αποκορύφωμα τη μάχη της Νεράιδας (Χέρμαν Φρανκ Μάγερ, Αιματοβαμμένο εντελβάις, Λαβύρινθος, Αθήνα 2022, σσ. 737-745). Τέλος, υπάρχει έγγραφο από τα γερμανικά αρχεία με ημερομηνία 27 Οκτωβρίου 1943, που αναφέρει ότι ο Ζέρβας έως τότε δεν είχε διαπραγματευτεί σοβαρά με τους Γερμανούς, αλλά έμενε προσκολλημένος στους Άγγλους (Christoph U. Gustavus, Μνήμες Κατοχής ΙΙΙ – Οι Λυγκιάδες στις φλόγες, σ. 39). Βάσει των ιστορικών πειστηρίων που έχουν ανακαλυφθεί έως τώρα, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι υπήρξαν συνεννοήσεις, αλλά αυτές δεν επέφεραν κάποιο απτό αποτέλεσμα υπέρ του ΕΔΕΣ.


