λάμπρος-κατσώνης-ο-θρυλικός-θαλασσο-563487013
Πορτρέτο του Λάμπρου Κατσώνη (Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα).

Λάμπρος Κατσώνης – Ο θρυλικός θαλασσομάχος

«Αυτός ήταν ο κύριος του αρχιπελάγους, και ο Οθωμανικός στόλος εφοβείτο να απαντήση εκείνον του Λάμπρου μ’ ὅλον ὁποῦ ἐκεῖνος ἦτον ἀσυγκρίτως ἀνώτερος ἀπὸ τοῦτον καὶ κατὰ τὴν ποσότητα καὶ κατὰ τὴν ποιότητα…» (γράφει ο Κατσώνης και οι σύντροφοί του στην προκήρυξή τους Φανέρωσις)

Πορτρέτο του Λάμπρου Κατσώνη (Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα).
Άννα Κάνδια

Ο Λάμπρος Κατσώνης γεννήθηκε το 1752 στη Λιβαδειά Βοιωτίας. Σε νεαρή ηλικία έμεινε ορφανός από πατέρα και στερημένος από πατρική περιουσία, γι’ αυτό αναγκάστηκε για βιοποριστικούς λόγους να εξασκήσει το επάγγελμα του τεχνίτη στη Ζάκυνθο για περίπου δύο χρόνια. Έπειτα αναζήτησε την τύχη του στην Ανκόνα όπου ελλιμενιζόταν ο ρωσικός στόλος και, αφού έπεισε για τον ζήλο που έτρεφε για πολεμική δράση, κατάφερε να καταταχθεί σε αυτόν το 1770. Έλαβε μέρος με μεγάλη επιτυχία στα Ορλωφικά και μετά τη Συνθήκη του Κιουτσούκ-Καϊναρτζή (1774) εγκαταστάθηκε στην Κριμαία. Κατάφερε να κερδίσει την εμπιστοσύνη της Αικατερίνης Β΄, γι’ αυτό και κατετάγη στον ρωσικό στρατό. Όταν ξέσπασε ο Ρωσοτουρκικός Πόλεμος, το 1787, παρέλαβε από την αυτοκράτειρα καταδρομική άδεια και αναχώρησε για την Ευρώπη με σκοπό να πλήξει τον οθωμανικό στόλο. Στην Τεργέστη, με τη συνδρομή Ελλήνων ομογενών κατάφερε να συστήσει στόλο, να τον επανδρώσει και να ξεκινήσει την επιτυχημένη δράση του κατά των πειρατών και των οθωμανικών πλοίων. Η Αικατερίνη Β΄, λαμβάνοντας υπόψη τις επιτυχίες του, τον προβίβασε και του απένειμε παράσημα και τίτλους. Πολλές φορές όμως, για να εξασφαλίσει πόρους, ο Κατσώνης αναγκαζόταν να ασκεί και πειρατεία. Η Γαλλία και η Βενετία συχνά διαμαρτύρονταν για τις ενέργειές του, αφού ετύγχανε να αιχμαλωτίζονται και δικά τους πλοία. Ο Κατσώνης υπήρξε το μεγαλύτερο φόβητρο των Οθωμανών στη Μεσόγειο Θάλασσα και ο πολυθρύλητος θαλασσομάχος που ξεχώρισε για την απαράμιλλη τόλμη του, τη γενναιότητα και το θάρρος του. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του είχε εγκατασταθεί με την οικογένειά του στην Κριμαία, όπου και πέθανε το 1804.

Πώς εγκατέλειψε τη Λιβαδειά

Ενα γλέντι κι ένας φόνος

Ο Λάμπρος Κατσώνης γεννήθηκε το 1752 στη Λιβαδειά Βοιωτίας. Η Λιβαδειά εκείνη την εποχή βρισκόταν σε αρκετά πλεονεκτικότερη θέση έναντι πολλών άλλων υπό οθωμανική κυριαρχία περιοχών. Αρκετοί συγκρίνουν το προνομιακό καθεστώς που έχαιρε η Λιβαδειά με αυτό της Χίου. Οι πρόκριτοι της Λιβαδειάς ετύγχανε να είναι άνθρωποι λόγιοι, συνετοί, που επιδίωκαν να κυβερνούν υπέρ του γενικού συμφέροντος, θέτοντας σε δεύτερη μοίρα τα προσωπικά τους κέρδη και οφέλη. Μεταξύ των προκρίτων υπήρχε πάντα ομοψυχία και ταύτιση απόψεων, η διχόνοια και τα πάθη σπάνιζαν σε αυτή την επαρχία, γεγονός που συντελούσε θετικά στην εσωτερική διοικητική διαδικασία.

Λάμπρος Κατσώνης – Ο θρυλικός θαλασσομάχος-1
Νεότερο αντίγραφο σημαίας του Λάμπρου Κατσώνη που ύψωσε μετά την εγκατάστασή του στη Μάνη (έκδ. Σημαίες Ελευθερίας – Συλλογή Εθνικού Ιστορικού Μουσείου, Αθήνα 1996).

Μέσα σε αυτό το προνομιακό περιβάλλον ευμάρειας γεννήθηκε, έζησε τα νεανικά του χρόνια και γαλουχήθηκε ο Λάμπρος Κατσώνης. Ο πατέρας του ∆ημήτριος ήταν από τους οικονομικά ισχυρότερους προύχοντες της περιοχής, που κατάφερε όμως να του μεταλαμπαδεύσει τις κατάλληλες αρετές και αρχές ώστε να τον καταστήσει τολμηρό και γενναίο μαχητή υπέρ του δικαίου και της ελευθερίας της πατρίδας του.

Ο Λάμπρος Κατσώνης θα παραμείνει μέχρι τα δεκαεπτά του χρόνια στη Λιβαδειά. Αργότερα θα αναγκαστεί λόγω ενός γεγονότος να εκπατριστεί μαζί με τον πατέρα του και να εγκατασταθεί στη Ζάκυνθο.

Σύμφωνα με την τοπική παράδοση, το γεγονός που τους ανάγκασε να φύγουν κακήν κακώς από τη Λιβαδειά ήταν ένας έντονος διαπληκτισμός που οδήγησε στον φόνο ενός Οθωμανού, φίλου του Λάμπρου Κατσώνη.

Ο Λάμπρος επρόκειτο να στεφανώσει έναν από τους κολίγους των κτημάτων του πατέρα του, με τους οποίους διατηρούσε στενές επαφές. Στον γάμο προσκάλεσε, όπως συνηθιζόταν άλλωστε, πέρα από τους δικούς του και έναν καλό του φίλο, γιο ενός Οθωμανού μπέη. Όλοι μαζί παρευρέθηκαν στη στεφάνωση, που πραγματοποιήθηκε σε ένα χωριό αρκετά χιλιόμετρα έξω από τη Λιβαδειά και έπειτα ακολούθησε το καθιερωμένο γλέντι. Κατά τη διάρκεια του γλεντιού ο Λάμπρος σήκωσε το ποτήρι του και ευχήθηκε στην υγεία των νεονύμφων. Κατά το έθιμο, που ακόμα και σήμερα διατηρείται, όλοι οι παρευρισκόμενοι πρέπει να πιουν στην υγειά τους, διαφορετικά εκλαμβάνεται σαν προσβολή.

Λάμπρος Κατσώνης – Ο θρυλικός θαλασσομάχος-2
Τοπίο στη Λιβαδειά, κοντά στον ποταμό Έρκυνα. Χαρακτικό του 1829, δημοσιευμένο στο: Hugh William Williams, Select Views in Greece with Classical Illustrations, vol. 1 (Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα).

Ο Οθωμανός, φίλος του Λάμπρου, αρνήθηκε να καταναλώσει το κρασί που του προσφέρθηκε, επισημαίνοντας ότι τους το απαγορεύει το Κοράνι. Ο Λάμπρος δεν φάνηκε να σέβεται την επιθυμία του φίλου του και εξακολούθησε να τον πιέζει. Τότε ο Οθωμανός, θιγμένος από την ασεβή συμπεριφορά του, αφού φαινόταν να μην καταλαβαίνει τη δύσκολη θέση στην οποία τον έφερνε, άρπαξε το ποτήρι από το χέρι του και βλασφημώντας άδειασε το περιεχόμενο στο πρόσωπό του. Ο Λάμπρος, θολωμένος από την προσβολή, έχοντας παράλληλα καταναλώσει και μεγάλη ποσότητα κρασιού, έβγαλε την πιστόλα του και τον πυροβόλησε στο στέρνο. Ο Οθωμανός, λαβωμένος, έπεσε κάτω. Το γλέντι χάλασε, το χωριό αναστατώθηκε και ο Λάμπρος μαζί με τον πατέρα του, με τη βοήθεια των Ρουμελιωτών, κατέφυγαν στην Αταλάντη και από εκεί λίγο αργότερα στην Ύδρα. Στην Ύδρα παρέμειναν κάποιο διάστημα, μέχρι να βεβαιωθούν ότι ήταν αδύνατο να γυρίσουν πίσω, γιατί ο γιος του μπέη εντέλει υπέκυψε στα τραύματά του και κατά συνέπεια το κλίμα δεν θα τους σήκωνε εκεί. Έτσι πήραν την απόφαση και επιβιβάστηκαν σε ένα γαλαξιδιώτικο πλοίο και έπλευσαν για τη Ζάκυνθο, όπου και εγκαταστάθηκαν.

Μετά από λίγο καιρό ο πατέρας του Λάμπρου πέθανε και ο ίδιος αναγκάστηκε να πιάσει δουλειά ως βοηθός τεχνίτη για να μπορεί να βιοπορίζεται. Η πατρική του περιουσία άλλωστε είχε δημευθεί, με αποτέλεσμα μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα να χάσει όλα τα προνόμια και την οικονομική άνεση που είχε μέχρι πρότινος.

Ο Λάμπρος πολύ σύντομα αναζήτησε διέξοδο διαφυγής από τα στενά όρια της Ζακύνθου. Άλλωστε, το να κάνει τον βοηθό τεχνίτη δεν θα τον ικανοποιούσε για πολύ. ∆εν ταίριαζε με το ανήσυχο πνεύμα του, τον γενναίο και ατρόμητο χαρακτήρα του και την επιθυμία του για περιπέτεια. Έτσι, μετά από σχεδόν δύο χρόνια παραμονής στη Ζάκυνθο, αφού έμαθε ότι ο ρωσικός στόλος ήταν συγκεντρωμένος στην Ιταλία και ετοιμαζόταν να εκπλεύσει κατά των Οθωμανών, επιδίωξε και βρέθηκε στο κέντρο των εξελίξεων. Ταξίδεψε εσπευσμένα στην Ιταλία και αφού κατάφερε να εμπνεύσει εμπιστοσύνη και να επιδείξει προθυμία και καλή διαγωγή στον Ρώσο ναύαρχο, ο οποίος διέκρινε την οξυδέρκεια και την έντονη επιθυμία του για θαλάσσιες περιπέτειες, του έδωσε την άδεια να καταταχθεί εθελοντικά στον ρωσικό στόλο. Αποτέλεσμα ήταν να συμμετάσχει με μεγάλη επιτυχία σε διάφορες επαναστατικές απόπειρες κατά τη διάρκεια των Ορλωφικών, με αποκορύφωμα την καταστροφή του οθωμανικού στόλου στο Τσεσμέ, τον Ιούνιο του 1770.

Λάμπρος Κατσώνης – Ο θρυλικός θαλασσομάχος-3
Η καταστροφή του τουρκικού στόλου στον κόλπο του Τσεσμέ. Ελαιογραφία σε μουσαμά του Jacob Philipp Hackert (1771, Μουσείο Ερμιτάζ, Αγία Πετρούπολη).

Η συμμετοχή του στην επανάσταση αυτή υπήρξε η κατάλληλη «πολεμική σχολή» για τον ίδιο, γιατί κατά τη διάρκειά της διδάχθηκε τη ναυτική πολεμική τέχνη κοντά στους Άγγλους ναυτικούς που υπηρετούσαν στη ρωσική μοίρα, αποκτώντας εμπειρία και γνώση που τον βοήθησαν στη μετέπειτα επιτυχημένη ναυτική του πορεία.

Κατηγορούμενος για πειρατεία

Οι περιπέτειες στην Τεργέστη

Η καταδρομική δράση ή κούρσος συχνά συγχεόταν στη συνείδηση των νησιωτών με την πειρατεία, αφού υπέφεραν εξίσου από τις λεηλασίες των πειρατών. Ωστόσο υπάρχει ουσιαστική διαφορά ανάμεσά τους, που προκύπτει από τα κίνητρα και τις προϋποθέσεις των ενεργειών τους. Πειρατεία μπορούσε να ασκήσει οποιοσδήποτε εναντίον οποιουδήποτε είτε σε καιρό ειρήνης είτε σε καιρό πολέμου. Τις λείες και τα λύτρα που εισέπρατταν από τις απελευθερώσεις αιχμαλώτων, τα καρπώνονταν οι ίδιοι οι πειρατές, αφού βιοπορίζονταν από αυτή τη δράση. Αντίθετα, η καταδρομή εφαρμοζόταν κατόπιν ειδικής άδειας που παρείχε η κυβέρνηση. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η Ρωσία ήταν αυτή που χορηγούσε καταδρομικές άδειες σε ιδιωτικά πλοία, με σκοπό να πλήττουν εχθρικά και εμπορικά πλοία σε περιόδους πολέμου, όπως ήταν οι περίοδοι των αλλεπάλληλων Ρωσοτουρκικών Πολέμων. Η καταδρομή υπέκειτο σε συγκεκριμένους κανόνες και αναγνωριζόταν από το διεθνές ναυτικό δίκαιο μέχρι το 1856. Ήταν εν ολίγοις μια νόμιμη μορφή πειρατείας με συγκεκριμένο στόχο. Συχνά όμως οι καταδρομείς μεταπηδούσαν στην παράνομη δράση, ασκώντας δηλαδή πειρατεία, γιατί σε περιόδους ειρήνης δεν είχαν αντικείμενο ενασχόλησης, άρα και οι απολαβές τους δεν επαρκούσαν για να καλύψουν τις ανάγκες τους.

Όταν κηρύχθηκε ο Ρωσοτουρκικός Πόλεμος του 1787, ο Κατσώνης κατείχε τον βαθμό του ταγματάρχη λόγω της πρόσφατης διάκρισής του σε μια επιχείρηση εναντίον ενός τουρκικού πλοίου στο λιμάνι του Οτσακώφ, κοντά στην Οδησσό.

Λάμπρος Κατσώνης – Ο θρυλικός θαλασσομάχος-4
Χαρακτικό που απεικονίζει την κατάληψη του Καστελλόριζου από τον Λάμπρο Κατσώνη, το 1788 (Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα).

Στις αρχές του 1788, με άδεια του Ποτέμκιν ο Κατσώνης έπλευσε προς την Τεργέστη, όπου αγόρασε μια φρεγάτα με συνεισφορές των Ελλήνων της εκεί παροικίας, την οποία μάλιστα ονόμασε «Αθηνά της Άρκτου» προς τιμήν της τσαρίνας Αικατερίνης. Με αυτήν, τον Απρίλιο του ίδιου έτους, κατέπλευσε στη Ζάκυνθο με σκοπό να ανασυγκροτήσει τις δυνάμεις του, να οργανωθεί και να εξασφαλίσει την απαραίτητη τροφοδοσία προκειμένου να συνεχίσει την καταδρομική του δράση. ∆ύο μήνες μετά, είχε στρατολογήσει συνολικά άλλα δέκα πλοία, τα έξι από τα οποία αποτελούσαν λεία από τις επιχειρήσεις του στο Ιόνιο και τα άλλα τέσσερα είχαν προσχωρήσει στον στόλο του, προερχόμενα από την Ύδρα. Σύμφωνα με τον Γάλλο πρόξενο της Κύπρου, ο Κατσώνης το καλοκαίρι του 1788 κατείχε στόλο δεκαοκτώ πλοίων που εκείνη την περίοδο επιχειρούσαν στο Αιγαίο, προκαλώντας τον φόβο και τον πανικό και παράλληλα μεγάλο πλήγμα στον τουρκικό στόλο.

Σε αυτόν τον πόλεμο η Γαλλία και η Βενετία είχαν επιλέξει να διατηρήσουν ουδέτερη στάση, με τη διαφορά όμως ότι η μεν πρώτη διατηρούσε όντως αυστηρά ουδέτερη στάση, ενώ η Βενετία, λόγω των εμπορικών σχέσεών της με τη Ρωσία και του ότι το μεγαλύτερο ποσοστό των πληρωμάτων του Κατσώνη ετύγχανε να είναι Βενετοί υπήκοοι (συνήθως Έλληνες από τα νησιά του Ιονίου), ήταν αρκετά ανεκτική απέναντι στη Ρωσία και στους Ρώσους κουρσάρους.

Εκείνη την περίοδο η Ρωσία έγινε αποδέκτης πολλών παραπόνων. Αρχικά οι Γάλλοι κατηγορούσαν τους Ρώσους κουρσάρους για αθέμιτη συμπεριφορά και κατάχρηση των κουρσάρικων αδειών τους, ζητώντας αποζημιώσεις. Ανάμεσα σε αυτούς που κατηγορούνταν, συγκαταλεγόταν φυσικά και ο Λάμπρος Κατσώνης.

Τον Οκτώβριο του 1788, με αφορμή αυτό το κλίμα δυσαρέσκειας από μέρους κυρίως των Γάλλων και των Βενετών, ο ναύαρχος των ναυτικών δυνάμεων της Βενετίας στην Ανατολή και επιφορτισμένος από την Αικατερίνη Β΄ με την επίβλεψη των ρωσικών καταδρομικών κάλεσε τον Κατσώνη στην Τεργέστη. Επελέγη η Τεργέστη με το πρόσχημα ότι εκεί υπήρχε λοιμοκαθαρτήριο, για να μπορέσουν αργότερα να οδηγηθούν στο λειοδικείο (δικαστήριο λειών) των Συρακουσών, προκειμένου να δικαστεί ο Κατσώνης για τις τυχόν παραβάσεις που αφορούσαν την καταδρομική του δράση και να χαρακτηριστούν εντέλει οι λείες των πλοίων του νόμιμες ή παράνομες.

Λάμπρος Κατσώνης – Ο θρυλικός θαλασσομάχος-5
Ο Λάμπρος Κατσώνης δεχόμενος την υποταγή Τούρκων αιχμαλώτων. Ελαιογραφία σε μουσαμά (19ος αι., Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα).

Για καλή του τύχη, ο Κατσώνης υποστηριζόταν τόσο από τον Ρώσο πρόξενο της Τεργέστης, Σπυρίδωνα Βαρούχα, όσο και από τη σύμμαχο των Ρώσων Αυστρία. Αυτοί προσπαθούσαν ναι μεν να τηρήσουν τα προσχήματα και να ακολουθήσουν το πρωτόκολλο που επιβαλλόταν σε τέτοιου είδους περιπτώσεις, ωστόσο καταδείκνυαν φιλικά διακείμενη στάση προς τον Κατσώνη προσπαθώντας να τον «ρίξουν στα μαλακά».

Ο Κατσώνης παρέμεινε στην Τεργέστη αδικαιολόγητα μεγάλο χρονικό διάστημα, κατά το οποίο κιόλας, κάτω από ασαφείς συνθήκες και αιτίες, φυλακίστηκε ενώ ετοιμαζόταν να καταπλεύσει προς τις Συρακούσες για να περάσει από το εκεί λειοδικείο. Η ρωσική πλευρά κατηγορήθηκε για εικονική και σχεδιασμένη φυλάκιση, ενώ την ίδια χρονική στιγμή Έλληνες έμποροι της Τεργέστης φαίνεται να απαιτούν από τον Κατσώνη μεγάλες αποζημιώσεις, γεγονός που τον οδήγησε στο εμποροδικείο για να αποφανθεί για τις αποζημιώσεις. Ο Βαρούχας, με τη διπλωματία που τον διέκρινε, προσπάθησε να τηρήσει φαινομενικά αυστηρή στάση, για να μην εξωθήσει τις αυστριακές αρχές στη λήψη πιο σκληρών μέτρων απέναντι στον Κατσώνη.

Χαρακτηριστικό της δυσαρέσκειας των Ελλήνων της Τεργέστης ήταν ότι, ενώ αρχικά είχαν φανεί πολύ γενναιόδωροι απέναντι στον Κατσώνη, ενισχύοντάς τον με πολύ μεγάλα χρηματικά ποσά, μετά τα γεγονότα του 1788-1789 παρουσιάζονται αρκετά φειδωλοί, αποδίδοντας ένα πολύ μικρό ποσό για τον εξοπλισμό του στόλου του.

Η κουρσάρικη δραστηριότητα ήταν ωφέλιμη για όλους: για το εμπόριο των συμμάχων αυτών που την ασκούσαν, για τους πλοιοκτήτες, το κράτος και τους ίδιους τους κουρσάρους. Άγνωστο παραμένει αν την κουρσάρικη δραστηριότητα τη χρηματοδοτούσε εξ ολοκλήρου και πάντα η Ρωσική Αυτοκρατορία ή αν πάντα βασιζόταν και στην ιδιωτική πρωτοβουλία, που και αυτή με τη σειρά της απέβλεπε σε άμεσα ή έμμεσα κέρδη αλλά και στο εθνικό συμφέρον. Στην προκειμένη περίπτωση, η ιδιωτική πρωτοβουλία κρινόταν πολύτιμη και αυτή την περίοδο φαίνεται απρόθυμη να βοηθήσει.

Λάμπρος Κατσώνης – Ο θρυλικός θαλασσομάχος-6
Η Τεργέστη και το λιμάνι της κατά τον 18ο αιώνα (Museo Di Storia E Arte E Orto Lapidario, Τεργέστη/DeAgostini/Getty Images/Ideal Image).

Αρχές Μαρτίου 1789, με παρέμβαση του στρατηγού Zaborovskij, υπευθύνου της ρωσικής δύναμης στη Μεσόγειο και αρμοδίου να οργανώσει το λειοδικείο των Συρακουσών, ο Κατσώνης απελευθερώθηκε χωρίς να γίνει άμεσα αντιληπτό από τις αυστριακές αρχές, που πιθανότατα θα αντιδρούσαν και δεν θα το επέτρεπαν. Παρασκηνιακά ο Βαρούχας και ο Zaborovskij κατάφεραν να πείσουν ότι ο Κατσώνης θα κατευθυνόταν στις Συρακούσες, πράγμα που εξ αρχής μάλλον δεν είχε σκοπό. Με εντολή του Zaborovskij, μάλιστα, παραδόθηκε λεία πλοίου στη διάθεση του Κατσώνη, ο οποίος το χρησιμοποίησε για να αποζημιώσει πιστωτές του. Στα τέλη Μαρτίου κατέφυγε και πάλι στην Τεργέστη, για να προετοιμάσει τον στόλο του. Οι Έλληνες της Τεργέστης φαίνεται να τον ενίσχυσαν για άλλη μία φορά, άγνωστο βέβαια σε ποιον βαθμό. Περίπου στα μέσα Απριλίου ο Κατσώνης είχε στη διάθεσή του δέκα πλοία υπό ρωσική σημαία, με ανανεωμένο πλήρωμα και καπετάνιους και αρκετά ενισχυμένα σε πολεμικό εξοπλισμό.

Το περιβάλλον στην Τεργέστη φαίνεται να ήταν αρκετά οικείο και προσφιλές στον Κατσώνη και πιθανότατα και σε άλλους Ρώσους κουρσάρους της εποχής. Σε αυτό συντελούσε η εκεί μεγάλη ελληνική παροικία, καθώς και η φιλική και ανεκτική στάση των Αρχών της Τεργέστης απέναντι στον Κατσώνη. Ο Κατσώνης κατέφευγε πολλές φορές στην Τεργέστη, αφού αποτελούσε τόπο οργάνωσής του και εύρεσης οικονομικών πόρων. Κάτι τέτοιο συνέβη και το 1794, όμως σύντομα αναγκάστηκε, κατόπιν προτροπής των τοπικών Αρχών, να εγκαταλείψει την πόλη επειδή άρχισε να απομυζά οικονομικά και πάλι τους παλιούς του γνώριμους. Οι απαιτήσεις των πιστωτών του, παρόλο που εγκατέλειψε την Τεργέστη, δεν έπαψαν να απασχολούν τις αρμόδιες Αρχές. Ο ίδιος μάλιστα απαίτησε αποζημίωση από τη Ρωσία 500.000 ρουβλίων για έξοδα και ζημιές που υπέστη κατά τις εκστρατευτικές του ενέργειες για λογαριασμό της. Σε μεγάλο βαθμό ο Κατσώνης αποζημιώθηκε, ενώ στην ίδια ρωσική επιτροπή που αποζημίωσε τον Κατσώνη απευθύνθηκαν και αρκετοί πιστωτές του, από τους οποίους εντέλει αποζημιώθηκαν μόνο όσοι διέθεταν τα κατάλληλα αποδεικτικά. Οι περισσότερες απαιτήσεις ικανοποιήθηκαν είτε στο σύνολο είτε εν μέρει από τη Ρωσία, πράγμα που αποδεικνύει ότι τις λείες δεν τις έλαβε ο Κατσώνης ως προσωπική ενίσχυση, αλλά στο πλαίσιο μιας ευρύτερης πρακτικής ενίσχυσης της ασφαλούς ναυσιπλοΐας και εξοικονόμησης κερδών μέσω των λειών που επέφερε η καταδρομική δράση.

Ναυμαχία της Ανδρου

Ηρωική μάχη κι ένα παράτολμο τέχνασμα

Πέντε μήνες πήρε στον Λάμπρο Κατσώνη να προετοιμάσει τον στόλο του και να εφορμήσει κατά του οθωμανικού στόλου, συμμετέχοντας στη γνωστή Ναυμαχία της Άνδρου.

Τον Φεβρουάριο του 1790, ο Κατσώνης παρέλαβε από την Ιθάκη τον καπετάν Ανδρούτσο, πατέρα του Οδυσσέα Ανδρούτσου και παράλληλα πολύ στενό του φίλο, και 500 παλικάρια για να επανδρώσει τα πλοία του, και ξεκίνησε για το Αιγαίο ψάχνοντας για τον οθωμανικό στόλο. Αφού περιέπλευσε όλο το Αιγαίο φτάνοντας μέχρι την Τένεδο, λαφυραγωγώντας παράλληλα για να εξοικονομήσουν την τροφοδοσία, γύρισαν πίσω στην Κέα και εκεί, περιμένοντας μέχρι να εμφανιστεί ο εχθρός, οχύρωσαν το λιμάνι της νήσου. Πολλοί ήταν αυτοί που μετά από πρόσκληση του Ανδρούτσου κατέφθασαν από τη Ρούμελη και τη Θεσσαλία, καθώς επίσης πολλοί κάτοικοι του νησιού προσήλθαν για να ενωθούν με τον στόλο του Κατσώνη.

Λάμπρος Κατσώνης – Ο θρυλικός θαλασσομάχος-7
Ο καπετάν Ανδρούτσος (Ανδρέας Βερούσης) το 1795. Έργο του Θεόφιλου Χατζημιχαήλ.

Στις 6 Μαΐου αναγγέλθηκε η εμφάνιση του οθωμανικού στόλου μεταξύ Καφηρέα και Άνδρου, αποτελούμενου από δεκαεννιά πλοία υπό την αρχηγία του Κιουτσούκ Χουσεΐν. Στις δύο το μεσημέρι, ο Κατσώνης έδωσε το σύνθημα έναρξης της επίθεσης στον εχθρό και γύρω στις πέντε το απόγευμα η κατάσταση διαφαινόταν ήδη υπέρ των Ελλήνων, γεγονός που οδήγησε τα εχθρικά πλοία σε φυγή. Κάποιοι εκ των αξιωματικών πρότειναν να συνεχιστεί η καταδίωξη των εχθρικών πλοίων στο Αιγαίο, γνώμη που ο Κατσώνης δεν συμμερίστηκε προκειμένου να βρεθεί ο χρόνος για τις απαιτούμενες επισκευές των πλοίων που είχαν βληθεί.

Με το πρώτο φως της ημέρας που οι Έλληνες με προσμονή ανέμεναν για να συνεχίσουν την καταδρομική τους δράση, προς έκπληξή τους αντίκρισαν συγκεντρωμένο και τον αλγερινό στόλο, εχθρικά διακείμενο προς αυτούς. Οι Αλγερινοί είχαν καταφτάσει εκεί μετά τις οδηγίες μέλους της σπετσιώτικης οικογένειας Αναργύρου, που είχε διαφορές με συμπατριώτη του που είχε καταταχθεί εξαρχής με τον Λάμπρο Κατσώνη.

Ο στόλος του Κατσώνη, περικυκλωμένος από τα εχθρικά πλοία, φαινόταν να πιέζεται και να αδυνατεί να δράσει. Οι Οθωμανοί τού πρότειναν να παραδοθεί, αλλά αρνήθηκε, και έτσι ξεκίνησε η μάχη. Οι Λαμπρινοί, όπως συνηθιζόταν να αποκαλούνται οι άνδρες του Λάμπρου Κατσώνη, ψύχραιμοι, άφησαν τους Οθωμανούς να πλησιάσουν κι όταν έφτασαν σε σημείο βολής, ξεκίνησαν να πυροβολούν. Ως πιο εύστοχοι και άξιοι πυροβολητές, ανάγκασαν τον εχθρό προς στιγμήν να υποχωρήσει και να ανασχεδιάσει τον τρόπο δράσης του, προσφεύγοντας αυτή τη φορά στην εφόρμηση δι’ εμβολής. Όταν αντιλήφθηκαν τις προθέσεις τους, οι Έλληνες άναψαν φωτιές στα καταστρώματα και περίμεναν τα οθωμανικά πλοία να προσεγγίσουν και να τους μεταδώσουν τις φωτιές. Οι Οθωμανοί φάνηκαν να οπισθοχωρούν και να κατευθύνονται προς έτερο ελληνικό πλοίο, το οποίο κατάφεραν εν τέλει και κυρίευσαν, ενώ έκαναν και ρεσάλτο στο πλοίο του Κατσώνη «Αθηνά της Άρκτου». Οι Λαμπρινοί, ψύχραιμοι και γενναιότατοι και έχοντας αντιληφθεί τις κινήσεις του εχθρού, πρόλαβαν και άλειψαν με λάδι και λίπος το κατάστρωμά τους, με αποτέλεσμα με το ρεσάλτο οι Αλγερινοί να γλιστρούν, να μην μπορούν να σταθούν όρθιοι και να φονεύονται από τους Έλληνες μέχρι και τον τελευταίο τολμήσαντα. Αυτή η εικόνα απέτρεψε πλήρωμα εχθρικού πλοίου να προσεγγίσει και να κάνει το ίδιο. Μετά βίας ο Κατσώνης συγκράτησε το πλήρωμά του για να μη μεταπηδήσουν στο εχθρικό και αποδυναμωθεί πλήρως σε τέτοια κρίσιμη στιγμή η ναυαρχίδα του.

Ωστόσο και οι ελληνικές απώλειες δεν ήταν λίγες. Στο σύνολο χάθηκαν πέντε ελληνικά πλοία. ∆ύο έπεσαν στα χέρια των εχθρών και τα άλλα τρία, για να αποφευχθεί η λεηλασία τους, είτε τα έριξαν στη στεριά και τα πυρπόλησαν οι ίδιοι αφού διέφυγαν είτε τα εγκατέλειψαν απλώς καταφεύγοντας στην ενδοχώρα του νησιού. Περί τους πεντακόσιους ναύτες σκοτώθηκαν και γύρω στους πενήντα έπεσαν αιχμάλωτοι. Οι απώλειες βέβαια των εχθρών ήταν πολλαπλάσιες τόσο σε έμψυχο όσο και σε άψυχο υλικό.

Λάμπρος Κατσώνης – Ο θρυλικός θαλασσομάχος-8
Χάρτης των Κυκλάδων, του 1790 (Antiqua Print Gallery/Alamy/Visualhellas.gr).

Μάλιστα υπάρχει η φήμη που λέει ότι οι σπογγαλιείς, χρόνια μετά από αυτή τη ναυμαχία, μάζευαν κομμάτια από τον ρουχισμό και την εξάρτυση των Οθωμανών που βρίσκονταν στον βυθό της θάλασσας.

Η ναυαρχίδα του Κατσώνη πολιορκήθηκε σθεναρά. Βαριά τραυματισμένη, κινδύνευσε να βυθιστεί, τη στιγμή μάλιστα που μετέφερε τραυματίες, μεταξύ αυτών και τον Κατσώνη. Ο Κατσώνης, αν και τραυματίστηκε στο κεφάλι κατά το ρεσάλτο των Αλγερινών, αρνούνταν πεισματικά, παρά τις παραινέσεις του πληρώματός του, να εγκαταλείψει το πλοίο του και να επιβιβαστεί μαζί με τους υπόλοιπους τραυματίες σε λέμβο που είχε προσεγγίσει για να τους μεταφέρει σε ασφαλές σημείο, προκειμένου να τους χορηγηθούν οι πρώτες βοήθειες.

Οι νησιώτες που είχαν ενσωματωθεί με τον οθωμανικό στόλο εναντιωμένοι στους Έλληνες λέγεται ότι εμπνεύστηκαν και το γνωστό δίστιχο για τον Λάμπρο Κατσώνη: «Σαν σ’ αρέσει, μπαρμπα-Λάμπρο, ξαναπέρνα από την Άνδρο».

Ο Κατσώνης έπλευσε τη νύχτα με όσους ναύτες επέζησαν, πιθανότατα προς την Κέα, για να παραλάβει και τη γυναίκα του, αλλά εκεί τον περίμενε και ο Οθωμανός στόλαρχος που, αφού τον περιόρισε εντός του λιμένος, περίμενε να ξημερώσει για να τον συλλάβει. Όμως ο Κατσώνης δεν επρόκειτο να καταδεχτεί να έχει τέτοια τύχη, γι’ αυτό συνέλαβε το εξαίρετο τέχνασμα που περιγράφει και ο ∆ημ. Λάκων, κατά το οποίο ο Κατσώνης πέρασε το μικρότερο πλοίο του από τον ισθμό που ενώνει το ακρωτήριο αριστερά του λιμένος της Κέας με το υπόλοιπο νησί, κάνοντας χρήση κυλίνδρων, τροχαλιών και κεκλιμένων επιπέδων, και, αφού παρέλαβε τη σύζυγό του, συγγενικά του πρόσωπα και πολλούς συντρόφους του, διέφυγε για τα Κύθηρα, αφήνοντας τον Οθωμανό ναύαρχο να φυλάει την είσοδο του λιμανιού. Για τον λόγο αυτό, το συγκεκριμένο σημείο φέρει σήμερα την ονομασία Πέρασμα του Λάμπρου Κατσώνη.

Λάμπρος Κατσώνης – Ο θρυλικός θαλασσομάχος-9
Πυρπόληση της «Αθηνάς της Άρκτου», ναυαρχίδας του στολίσκου του Λάμπρου Κατσώνη, κατά τη ναυμαχία της Άνδρου, τον Απρίλιο του 1790. Ελαιογραφία σε μουσαμά (19ος αι., Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα).

Όταν αντιλήφθηκαν οι Οθωμανοί την εξαπάτησή τους από τον Κατσώνη, οργισμένοι και θολωμένοι, κατέσφαξαν όσους κατοίκους είχαν πάρει μαζί τους για οδηγούς, ο αρχιερέας της νήσου για παραδειγματισμό βρέθηκε κρεμασμένος στο κατάρτι της ναυαρχίδας καθώς επίσης και λοιποί συλληφθέντες κρεμάστηκαν στα κατάρτια, οι πρόκριτοι και προεστοί του νησιού κλείστηκαν στη φυλακή του πλοίου, ενώ παράλληλα κατέστρεψαν και τα οχυρωματικά έργα του νησιού που με τόση επιμέλεια είχε κατασκευάσει ο Κατσώνης. Όσοι από τους πειρατές είχαν καταφύγει στα ενδότερα του νησιού ανέλαβε να τους συλλάβει ο κοτζαμπάσης της Άνδρου, Λορέτζος Καΐρης, και να τους στείλει στη Χίο, όπως και έπραξε, αλλά η έκβαση της επιχείρησης ανετράπη υπέρ τους όταν κατάφεραν να απαλλαγούν από την τουρκική φρουρά που τους συνόδευε για τη Χίο και να ελευθερωθούν.

Ο Κατσώνης, στα Κύθηρα όπου κατέφυγε μετά τη ναυμαχία, κατάφερε να ανασυγκροτήσει τον στόλο του και να τον επανδρώσει με όσους από τους συντρόφους του επέζησαν και να συνεχίσει με την ίδια και μεγαλύτερη ζέση την καταδρομική του δράση στα οθωμανικά παράλια.

Η προκήρυξη-διαμαρτυρία του Κατσώνη

Η διάρρηξη των σχέσεων με τη Ρωσία

Ο Κατσώνης χαρακτηριζόταν από υπέρμετρη τόλμη και ανδρεία ‒ πολλές φορές χυνόταν στη μάχη παρά τις αντίξοες και υπέρτερες δυνάμεις που είχε απέναντί του. ∆εν δείλιαζε ποτέ, δεν το επέτρεπε στον εαυτό του. Τον ατρόμητο αυτό χαρακτήρα του είχε εκτιμήσει και η Αικατερίνη Β΄ και του είχε παραχωρήσει καταδρομικές άδειες τόσο γι’ αυτόν όσο και για τους λοιπούς συντρόφους του. Έτσι, είχε το ελεύθερο να πλέει στη Μεσόγειο και να ασκεί με τις ευλογίες της καταδρομική δράση εναντίον του οθωμανικού στόλου, που κάποιες φορές βέβαια άγγιζε και τα όρια της πειρατείας.

Λάμπρος Κατσώνης – Ο θρυλικός θαλασσομάχος-10
Εικονογράφηση της ρωσο-οθωμανικής Συνθήκης του Ιασίου του 1792. Απεικονίζονται η Μεγάλη Αικατερίνη της Ρωσίας και ο σουλτάνος Σελίμ Γ΄ (Gem Archive/Alamy/Visualhellas.gr).

Ο Κατσώνης δεν υπήρξε ποτέ αιθεροβάμων, ήταν ρεαλιστής και μελετούσε καλά κάθε φορά τα δεδομένα του πριν πάρει μια απόφαση. Η αγάπη του για την Αικατερίνη Β΄ και την πατρίδα του, και η πίστη του στην ελευθερία της, τον έκαναν να συλλαμβάνει και να εκτελεί με μεγάλη μαεστρία ακόμα και τα πιο παράτολμα σχέδια, που για άλλους μπορεί να φάνταζαν ως αυτοκτονικές τάσεις. Βέβαια, γνώριζε πολύ καλά ότι θα μπορούσε να έρθει η στιγμή που δεν θα είχε πια τη στήριξη της Ρωσίας. Η πιθανότητα συνθηκολόγησης της Ρωσίας με την Πύλη σήμαινε αυτόματα και εγκατάλειψη των Γραικών, όπως είχε συμβεί τόσες φορές κατά το παρελθόν. Το ενδεχόμενο αυτό δεν το αγνοούσαν ο Κατσώνης και οι σύντροφοί του, όπως φαίνεται και στη Φανέρωσιν, που εξέδωσαν αργότερα. Σε αυτή την περίπτωση είχαν να διαλέξουν ανάμεσα σε δύο τινά: ή θα εγκατέλειπαν τον αγώνα για ελευθερία ή θα συνέχιζαν μόνοι τους. Και εννοείται ότι, όταν κλήθηκαν να επιλέξουν, επέλεξαν το δεύτερο. Γνώριζαν ότι αποτελούσαν αξιόλογη ναυτική δύναμη, ικανή να συνεχίσει τον αγώνα για ελευθερία. Πίστευαν ότι, ελευθερώνοντας αρχικά κάποια από τα νησιά που θα μπορούσαν να αποτελέσουν τον πυρήνα ενός ανεξάρτητου κράτους, θα κατάφερναν μετά να ξεσηκώσουν όλον τον υπόδουλο ελληνισμό κατά των Οθωμανών.

Οι φόβοι των Ελλήνων δυστυχώς επαληθεύτηκαν και η Ρωσία συνθηκολόγησε με την Οθωμανική Αυτοκρατορία το 1792 χωρίς να ληφθεί κάποια μέριμνα για τους Έλληνες. Ο Κατσώνης, στο άκουσμα της υπογραφής της εν λόγω συνθήκης στο Ιάσιο, πικραμένος με τη στάση της Ρωσίας, φαίνεται να είπε ότι, ακόμη και αν η Μεγάλη Αικατερίνη υπέγραψε συνθήκη ειρήνης με την Τουρκία, ο ίδιος δεν υπέγραψε τη δική του ακόμη. Τότε ήταν που οδηγήθηκε ο Κατσώνης στην περιοχή της Μάνης, όπου ήδη διατηρούσε στενές επαφές. Εκεί εγκατέστησε το ορμητήριό του, οχυρώνοντας το λιμάνι του Πόρτο Κάγιο, και συνέχισε την καταδρομική του δράση κατά των Οθωμανών και ενίοτε των πιστών τους φίλων, Γάλλων.

Τότε ήταν που οι Έλληνες αντιλήφθηκαν την ανάγκη να στηριχτούν αποκλειστικά και μόνο στις δικές τους δυνάμεις, απογοητευμένοι από τη στάση τόσο της ρωσικής όσο και της γαλλικής πολιτικής, και να διεκδικήσουν το δικαίωμα της ελευθερίας τους. Η ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας κάποια χρόνια αργότερα, που υπό τη σκέπη της οργανώθηκε όλη η Ελληνική Επανάσταση, αποτελεί τρανταχτή απόδειξη της κατάμονης δράσης τους έναντι των Οθωμανών.

Τον Μάιο του 1792, λίγους μήνες δηλαδή μετά την υπογραφή της συνθήκης ειρήνης μεταξύ Ρωσίας και Πύλης, ο Κατσώνης δημοσιεύει την περίφημη Φανέρωσιν, που απηύθυνε προς το ελληνικό έθνος και τους πρεσβευτές των Μεγάλων ∆υνάμεων στην Κωνσταντινούπολη. Εν ολίγοις πρόκειται αρχικά για μια προκήρυξη των θέσεών του σχετικά με τη συνέχιση του αγώνα για ελευθερία και πρόσκληση των Ελλήνων για σύμπραξη σε αυτόν τον αγώνα, έπειτα μια διαμαρτυρία κατά της ρωσικής πολιτικής η οποία δεν δίστασε για μία ακόμη φορά να εγκαταλείψει τους Έλληνες στην τύχη τους, όπως είχε γίνει και μετά τα Ορλωφικά το 1770, και τέλος έκφραση της πίκρας του κατά της Μεγάλης Αικατερίνης. Συγκεκριμένα, σε αυτή την προκήρυξη κάνει μνεία σε όλες τις φορές που οι Έλληνες συμμετείχαν σε επιχειρήσεις κατά των Οθωμανών υπερασπιζόμενοι τα συμφέροντα της Ρωσίας. Μεταξύ αυτών πρωτοστάτησε ο Κατσώνης, ο οποίος κατάφερε και κινητοποίησε αρκετούς ώστε να συμμετάσχουν στις μάχες κατά του εχθρού: «Τοῦ Κυρίου Κατσώνη ὅμως οἱ μεγάλοι σκοποί, ὁ ἔνθερμος του ζῆλος τόσον διὰ τὴν ὠφέλειαν τῆς Ἰμπερατορικῆς ἐκδουλεύσεως καθώς καὶ διὰ τὸ καλὸν τοῦ γένους του, καὶ ἐκεῖνο ὁποῦ εἶναι ἡ ψυχὴ τοῦ ὅλου ὁ γλυκύς του χαρακτῆρας καὶ ὁ δεξιός τρόπος εἰς τὸ νὰ ὑποχρεώνῃ τὰς καρδίας, συντροφιασμένα ἀπὸ μίαν ἀξιαγάπητον φιλαληθείαν, ἠδυνήθησαν νὰ ἐλκύσουν πολλούς ὁμογενεῖς του νὰ τὸν ἀκολουθήσουν. Ὅθεν καὶ κατέστησεν ἕναν στόλον ἀπὸ δεκαοκτὼ πλοῖα μὲ τὰ ὁποῖα αὐτὸς ὡς ἀρχηγὸς κατὰ τὰς δοθείσας αὐτῷ προσταγὰς ὥρμησεν εἰς τὸ Αἰγαῖον κατὰ τῶν Ὀθωμανῶν». Εξάρει τις ικανότητες, την τόλμη, τη ναυτική του υπεροχή, το σθένος, την ανδρεία και τη γενναιότητα του που υπήρξαν η κινητήριος δύναμη για όλες τις θαλάσσιες επιτυχίες του γράφοντας «Τὶ ἔκαμνεν ἄξιον τῆς μεγαλοψυχίας του, τὶ ἐνήργησε πρὸς βλάβην τοῦ ἐχθροῦ καὶ ὠφέλειαν τῆς Ρωσίας εἶναι γνωστὸν εἰς ὅλους καὶ μ’ ὅλον τοῦτο ἡ ἀλήθεια μὲ βιάζει νὰ εἰπῶ κάποιόν τι ἐν συντομίᾳ. Αὐτὸς ἦταν ὁ κύριος τοῦ ἀρχιπελάγους, καὶ ὁ Ὀθωμανικὸς στόλος ἐφοβεῖτο νὰ ἀναπντήσῃ ἐκεῖνον τοῦ Λάμπρου, μ’ ὅλον ὁποῦ ἐκεῖνος ἦτον ἀσυγκρίτως ἀνώτερος ἀπὸ τοῦτον καὶ κατὰ τὴν ποσότητα καὶ κατὰ τὴν ποιότητα…». Ακόμα και όταν τα πλήγματα που δεχόταν ήταν πολλά, κατάφερνε άμεσα να ανασυγκροτεί τις δυνάμεις του και να συνεχίζει με την ίδια ζέση το έργο του. «Ἀφοῦ μὲ τὴν φθορὰν τῶν ἰδίων πλοίων του ἐστεφάνωσε τὴν μεγαλοψυχία του καὶ ἔκαμε νὰ παγώσῃ τὸ αἷμα εἰς τὰς φλέβας τῶν ἐχθρῶν, δὲν ἄργησε νὰ συνθέσῃ πάλιν ἕναν δεύτερον στόλον… ἀνάπαυσε τὰς καρδίας τῶν ἀκολούθων του καὶ τὸ παράδειγμα τῆς ἀφοβίας του τους ἐνεψύχωσε». Συχνές είναι οι νύξεις που γίνονται στη Φανέρωση για την μη μέριμνα της Ρωσίας έναντι των Ελλήνων «Ἦτο χρεία διὰ ζωοτροφίαν καῖ ὅλων τῶν εἰς τὸν πόλεμον ἀναγκαίων, τὰ ὁποῖα δὲν γίνονται παρὰ μὲ χρήματα μὲ τὰ ὁποῖα ποτὲ οἱ Ρῶσοι ἐξουσιασταὶ δὲν τὸν εἶχαν προβλέψει… ἐπιστάται αὐτῆς τῆς φλοτόλιας ἀμέλησαν τὸ χρέος ὁποῦ τοὺς ἐδόθη νὰ βοηθοῦν καὶ νὰ ἀναπαύουν ἕνα γένος, τὸ ὁποῖον ἠξεύρει νὰ θυσιασθῇ καὶ πάντοτε ἐθυσιάσθη διὰ τὴν δόξαν τῆς Μεγάλης Αἰκατερίνης…».

Λάμπρος Κατσώνης – Ο θρυλικός θαλασσομάχος-11
Προβιβασμός του Λάμπρου Κατσώνη από την Αικατερίνη Β΄ σε υπολοχαγό. Αγία Πετρούπολη, 10 Οκτωβρίου 1784 (Έγγραφο υπ’ αρ. 16056/7, Αρχείο Ιστορικών Εγγράφων ΙΕΕΕ, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα).

Σε αυτό το κείμενο ο Κατσώνης και οι εταίροι του κατάφεραν να συμπυκνώσουν όλες τις σκέψεις τους για τον δίκαιο αγώνα τους, να εκφράσουν τα παράπονά τους για την εγκατάλειψη της Ρωσίας παρ’ όλη τη συμμετοχική προσπάθεια των Ελλήνων στη διεκδίκηση των συμφερόντων της και προσπάθησαν να κινητοποιήσουν τους υπόδουλους Έλληνες ώστε να λάβουν όλοι μέρος στον αγώνα για την ελευθερία τους. Η Φανέρωσις, αν μη τι άλλο, σηματοδότησε τη διάρρηξη των σχέσεων του Κατσώνη με τη Ρωσία. Χαρακτηριστικό είναι ότι, λίγους μήνες μετά τη δημοσίευσή της, η Αικατερίνη Β΄ αποκήρυξε τον Κατσώνη, χαρακτηρίζοντάς τον πειρατή και αποδοκιμάζοντας τις ενέργειές του. Με αυτόν τον τρόπο έληξε άδοξα αυτή η σχέση εμπιστοσύνης και συνεργασίας που υπήρχε και είχε γίνει αφορμή για σωρεία εκδουλεύσεων από μέρους των Ελλήνων προς τη Ρωσία.

Η σχέση του Κατσώνη με τη Μάνη

Πιστοί σύμμαχοι ακόμα και στα δύσκολα

Οι Μανιάτες κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας χαρακτηρίζονταν για το ανυπότακτο πνεύμα τους, τον σκληροτράχηλο χαρακτήρα τους, τη γενναιότητά τους, ενώ ήταν καλοί πολεμιστές στη ξηρά και παράλληλα καλοί καταδρομείς στη θάλασσα. Οι Μανιάτες πάντα υποστήριζαν τον Κατσώνη και προσέφεραν αφειδώς τη βοήθειά τους στις επιχειρήσεις του. Υπάρχουν άλλωστε πολλές μαρτυρίες για τις στενές σχέσεις τους που πάντα προβλημάτιζαν Οθωμανούς και Γάλλους. Ήδη από τα πρώτα χρόνια της καταδρομικής δράσης του Κατσώνη οι Μανιάτες υπήρξαν αξιόμαχο και έμπιστο πλήρωμα που τους προτιμούσε για την επάνδρωση των στόλων του. (Φωτό 2102)

Λάμπρος Κατσώνης – Ο θρυλικός θαλασσομάχος-12
Γιαταγάνι του Λάμπρου Κατσώνη (Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα).

Μετά τη συνθηκολόγηση της Ρωσίας με την Οθωμανική Αυτοκρατορία το 1792, ο Κατσώνης, πικραμένος από την εγκατάλειψη της Ρωσίας που δεν μερίμνησε για τους Έλληνες, εγκαταστάθηκε στη Μάνη, αποφασισμένος να συνεχίσει την ανεξάρτητη καταδρομική του δράση υψώνοντας πλέον τη δική του σημαία, αφού, λόγω της ρήξης των σχέσεών του με τη Ρωσία, του απαγορευόταν να φέρει τη ρωσική σημαία στα πλοία του. Συχνά οι καταδρομείς αναγκάζονταν, για την εξοικονόμηση πόρων που ήταν έτσι και αλλιώς δυσεύρετοι ενώ παράλληλα απαιτούνταν τεράστια χρηματικά ποσά για τη συντήρηση των πλοίων και των πληρωμάτων, να ασκούν πειρατεία ακόμα και σε ευρωπαϊκά πλοία. Για τον λόγο αυτόν οι επαφές του με τη Μάνη ανησυχούσαν τους Γάλλους, που φοβόντουσαν για την ασφάλεια των εμπορικών τους πλοίων, αφού ο Κατσώνης είχε καταφέρει να καταστεί το μέγα φόβητρο όλων στο Ιόνιο και στο Αιγαίο. Οι Γάλλοι αποτελούσαν στόχο γιατί διατηρούσαν στενές εμπορικές επαφές, και όχι μόνο, με τους Οθωμανούς.

Λάμπρος Κατσώνης – Ο θρυλικός θαλασσομάχος-13
Γαλλικά και τουρκικά πλοία πολιορκούν τον στολίσκο του Λάμπρου Κατσώνη στο Πόρτο Κάγιο της Μάνης, το 1792. Ελαιογραφία σε μουσαμά (19ος αι., Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα).

Ο Κατσώνης λοιπόν, αφού εγκαταστάθηκε στη Μάνη, οχύρωσε με τεχνικά έργα το λιμάνι του Πόρτο Κάγιο με τη βοήθεια των Μανιατών. Το λιμάνι του Πόρτο Κάγιο ήταν στρατηγικής σημασίας περιοχή λόγω της οχύρωσης, της γεωγραφικής θέσης του πάνω στο πέρασμα από το Ιόνιο στο Αιγαίο και μακριά από τις οθωμανικές βάσεις. Επίσης, το ότι ήταν απόρθητο διά ξηράς, σε συνδυασμό με την υποστήριξη των Μανιατών προς τον Κατσώνη, το καθιστούσε το πλέον κατάλληλο καταφύγιο και ορμητήριο για τις καταδρομές του. Εκεί κατέφτασε μαζί με παλικάρια από την Ήπειρο και τη Ρούμελη, με σκοπό να βοηθήσει στην οχύρωση της γύρω περιοχής του λιμανιού, και ο Ανδρέας Ανδρούτσος, πατέρας του Οδυσσέα και πιστός φίλος του Κατσώνη, που την περίοδο των ρωσοτουρκικών πολέμων τον συνόδευε συχνά στις επιχειρήσεις του, αναπτύσσοντας και ο ίδιος έντονη καταδρομική δράση στο πλάι του. Οι συνασπισμένες δυνάμεις Κατσώνη, Ανδρούτσου και Μανιατών τάραζαν τους Οθωμανούς και τους Γάλλους που τους θεωρούσαν αήττητους, ενώ έπλητταν καίρια τη διεξαγωγή του εμπορίου τους. Ο Κατσώνης είχε επίσης και τη διακριτική στήριξη των Βενετών οι οποίοι είχαν εμπορικές αντιζηλίες με τους Γάλλους και γι’ αυτό ευνοούσαν τις καταδρομές του κατά των γαλλικών πλοίων.

Ο Οθωμανός ναύαρχος ζήτησε τη βοήθεια του μπέη της Μάνης, Τζαννέτου Γρηγοράκη, για να συλλάβει τον Κατσώνη. Αναγνωρίζοντας τη δύσκολη θέση των Μανιατών, παρόλο που οι ίδιοι δεν επρόκειτο να τον εγκαταλείψουν ποτέ, ο Κατσώνης διέφυγε νύχτα διά θαλάσσης, πιθανότατα για την Ιθάκη.

Αγανακτισμένοι οι Γάλλοι και οι Οθωμανοί κινήθηκαν εναντίον του Κατσώνη, ώστε να ανακόψουν τη δράση του. Πρώτοι οι Γάλλοι τον Απρίλιο του 1792 αποφάσισαν να στείλουν στη Μάνη δύο φρεγάτες και τον Ιούνιο η Πύλη, για να ενισχύσει την προσπάθεια αυτή, έστειλε τριάντα πλοία με σκοπό την καταστροφή του στόλου του Κατσώνη. Επίσης η Πύλη μέσω του Πατριάρχη διεμήνυσε στους Μανιάτες ότι, αν δεν εγκαταλείψουν τον Κατσώνη, θα τους αφορίσει και θα τους τιμωρήσει. Χαρακτηριστικό λοιπόν σημείο των αγαστών σχέσεων μεταξύ Πύλης και Γάλλων και προς μεγάλη απογοήτευση των Γραικών ήταν η σύμπραξη των δύο αυτών στόλων κατά του Κατσώνη, το καλοκαίρι του 1792. Αυτή η επιχείρηση που διήρκεσε περί τις τρεις ημέρες, κανονιοβολώντας οι Γάλλοι τις οχυρώσεις του Πόρτο Κάγιο και τα παγιδευμένα εντός του λιμένος πλοία του Κατσώνη, οδήγησε τον Κατσώνη και τους Λαμπρινούς του στη νυχτερινή διά ξηράς φυγή τους.

Λάμπρος Κατσώνης – Ο θρυλικός θαλασσομάχος-14
Τηλεσκόπιο του Λάμπρου Κατσώνη (Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα).

Ο Κατσώνης όμως, όσο παρέμενε ζωντανός, εξακολουθούσε να αποτελεί απειλή για τον θαλάσσιο βίο των εχθρών του. Έτσι, ο Οθωμανός ναύαρχος ζήτησε τη βοήθεια του μπέη της Μάνης, Τζαννέτου Γρηγοράκη, για να τον συλλάβει. Ο μπέης ενήργησε με εξαιρετική διπλωματία: Ναι μεν ξεκίνησε τη στρατολόγηση Μανιατών αλλά ειδοποίησε τον Κατσώνη για τα σχέδια των Οθωμανών ώστε να απομακρυνθεί από την περιοχή. Ο ναύαρχος συνέλαβε και φυλάκισε σαράντα Μανιάτες προκρίτους, δηλώνοντας ότι, αν οι συμπολίτες τους δεν φέρουν τον Λάμπρο νεκρό ή ζωντανό μπροστά του, θα τους απαγχόνιζε. Ο Κατσώνης, αναγνωρίζοντας τη δύσκολη θέση των Μανιατών, παρόλο που οι ίδιοι δεν επρόκειτο να τον εγκαταλείψουν ποτέ και για να μην τους θέσει σε κίνδυνο καθώς και για να αποφύγει τη σύλληψη, διέφυγε νύχτα διά θαλάσσης, πιθανότατα για την Ιθάκη. Τα πλοία του πάλι, αν και απογυμνωμένα αφού είχαν προλάβει οι Λάκωνες να τους αφαιρέσουν τα πάντα, κυριεύτηκαν και οδηγήθηκαν στην Κωνσταντινούπολη ως λάφυρα.

Τους Λαμπρινούς φαίνεται να τους περιέθαλψαν οι Μανιάτες, με πρωτοστάτη την οικογένεια Μαυρομιχάλη, και να τους βοήθησαν να επιβιβαστούν στα διασωθέντα στο πέλαγος πλοία του Κατσώνη.

Λάμπρος Κατσώνης – Ο θρυλικός θαλασσομάχος-15
Προτομή του Λάμπρου Κατσώνη στην Κέα (Art Dicectors &TRIP / Alamy / Visualhellas.gr).

Με το τέλος των γεγονότων του 1792 ξεκινάει και η φθίνουσα πορεία του Κατσώνη, διωκόμενος πλέον από όλους. Αρχικά από τους Γάλλους και τους Οθωμανούς, που έπλευσαν προς το Ιόνιο για να τον εντοπίσουν και να τον συλλάβουν. Έπειτα, στους διώκτες του προστέθηκαν και οι άλλοτε φιλικοί Βενετοί, προκειμένου να αποφύγουν διπλωματικά επεισόδια με τη Ρωσία, που τον είχε ήδη αποκηρύξει, και την Πύλη. Και σε όλους αυτούς προστίθεται και η ανάλγητη Ρωσία, που δεν επέδειξε κανένα έλεος προς τους Γραικούς, επιδεικνύοντας εξαιρετική αχαριστία για όσα είχαν κάνει προς όφελός της.

Λάμπρος Κατσώνης – Ο θρυλικός θαλασσομάχος-16
Απεικόνιση του Λάμπρου Κατσώνη ως αξιωματικού του ρωσικού ναυτικού (Νεοελληνική Εικονιστική Προσωπογραφία, Ψηφιακός Θησαυρός Ελληνικής Ιστορίας και Πολιτισμού «Πανδέκτης», Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών).
comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT