Τουρκικό πολιτικό πραξικόπημα στην Κύπρο

Η μονομερής ανακήρυξη του τουρκοκυπριακού ψευδοκράτους προκαλεί την έντονη διπλωματική αντίδραση της ελληνικής πλευράς

7' 46" χρόνος ανάγνωσης

Η μονομερής ανακήρυξη της «Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου» [«ΤΔΒΚ»] εκδηλώθηκε σε μια περίοδο που ο γενικός γραμματέας του ΟΗΕ Χαβιέρ Πέρες ντε Κουέγιαρ (1982-1991) είχε εγκαινιάσει προσπάθεια επίλυσης του Κυπριακού μέσω διακοινοτικού διαλόγου, καταθέτοντας προτάσεις («δείχτες») επί διαφόρων πτυχών του ζητήματος. Ο πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας Σπύρος Κυπριανού εξέφρασε τότε πολλές επιφυλάξεις σε σχέση με τις προτάσεις Κουέγιαρ. Ενόψει νέου αδιεξόδου στις συνομιλίες, η τουρκική πλευρά προέβη στην ενέργεια που χαρακτηρίστηκε από την πολιτική ηγεσία και τον ελληνοκυπριακό Τύπο πολιτικό πραξικόπημα.

Οι βάσεις είχαν τεθεί λίγους μήνες μετά την τουρκική εισβολή καθώς, ήδη από τον Φεβρουάριο του 1975, η ηγεσία των Τουρκοκυπρίων είχε μονομερώς προχωρήσει σε ανακήρυξη «Ομόσπονδου Τουρκικού Κράτους». Επιχειρώντας περαιτέρω αναβάθμιση του καθεστώτος, το βράδυ της 14ης Νοεμβρίου 1983 ο πολιτικός ηγέτης των Τουρκοκυπρίων Ραούφ Ντενκτάς ανακοίνωσε στους Τουρκοκύπριους «βουλευτές» την απόφαση για ανακήρυξη της «ΤΔΒΚ». Αφού τα μέλη της «Βουλής» τάχθηκαν υπέρ της απόφασης, το πρωί της επομένης υπεγράφη ψήφισμα, το οποίο κατέληγε με την έγκριση της εγκαθίδρυσης και της ανεξαρτησίας της «ΤΔΒΚ». Στο ψήφισμα γινόταν αναφορά σε δύο λαούς, με δικαίωμα να αυτοδιοικούνται. Ακολούθησε διακήρυξη εκ μέρους του Ντενκτάς, ο οποίος υπογράμμισε ότι η συγκεκριμένη ενέργεια δεν θα παρεμπόδιζε την εγκαθίδρυση μιας «γνήσιας ομοσπονδίας».

Πρώτες αντιδράσεις Αθηνών – Λευκωσίας

Οι εξελίξεις αιφνιδίασαν την κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ενδεικτικές είναι αναφορές του Τύπου, βάσει των οποίων ο πρόεδρος Κυπριανού εμφανίστηκε «χλωμός και καταβεβλημένος» ενώπιον μαθητών και φοιτητών που έσπευσαν να διαδηλώσουν, στοιχείο ενδεικτικό της έκπληξης και της διάχυτης αγωνίας που επικρατούσε ακόμη και στις τάξεις της πολιτικής ηγεσίας. Πάντως ξεκαθαρίστηκε εξαρχής ότι δεν επρόκειτο να υπάρξει αντίδραση με στρατιωτικά μέσα, ενώ οι αντιδράσεις που παρατηρήθηκαν αφορούσαν σε δύο επίπεδα: λαϊκό και πολιτικό – διπλωματικό.

Τουρκικό πολιτικό πραξικόπημα στην Κύπρο-1
14 Νοεμβρίου 1983. Κατόπιν εισήγησης του Ραούφ Ντενκτάς, τα μέλη της «Βουλής» των Τουρκοκυπρίων ψηφίζουν υπέρ της ανεξαρτησίας της «Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου».

Διαδηλώσεις διεξήχθησαν από τις 15 Νοεμβρίου, κυρίως εκ μέρους της μαθητικής νεολαίας. Παρατηρήθηκε, όπως ήταν φυσικό, έντονη κινητοποίηση σε πολιτικό επίπεδο. Στο εσωτερικό, η Βουλή των Αντιπροσώπων συνήλθε σε ειδική συνεδρία τη 17η Νοεμβρίου εγκρίνοντας καταδικαστικό ψήφισμα, στο οποίο η ανακήρυξη της «ΤΔΒΚ» ερμηνευόταν ως ενέργεια που απέβλεπε στη διχοτόμηση και ως πλήγμα «εναντίον ολόκληρου του κυπριακού λαού, Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων». Περαιτέρω γινόταν αναφορά στις ευθύνες της Τουρκίας καθώς θεωρήθηκε ότι χωρίς την ενθάρρυνσή της και την παρουσία 40.000 Τούρκων στρατιωτών στο νησί, η τουρκοκυπριακή ηγεσία δεν θα προέβαινε στη συγκεκριμένη πράξη.

Τα κράτη-μέλη της ΕΟΚ σε κοινή δήλωση επαναβεβαίωσαν την υποστήριξή τους στην ανεξαρτησία, στην κυριαρχία και στην εδαφική ακεραιότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Ως προς το διεθνές επίπεδο, από τις πρώτες ώρες μετά την τουρκοκυπριακή ενέργεια ο πρόεδρος Κυπριανού απηύθυνε κάλεσμα για άσκηση πιέσεων επί της Τουρκίας προς άρση της παρανομίας. Επικοινωνία είχε με την ελληνική ηγεσία, την πρωθυπουργό της Βρετανίας, τους γενικούς γραμματείς ΟΗΕ και Κοινοπολιτείας κ.ά. Την ίδια ημέρα, σε δήλωση προς την Ευρωπαϊκή Ενωση Ραδιοφωνίας προειδοποιούσε: «Αν επιτραπεί μια τέτοια κατάσταση, θα δημιουργηθεί ένα φοβερό προηγούμενο για ολόκληρο τον κόσμο».

Καταδικαστικά ψηφίσματα

Καταπραϋντικά λειτούργησαν οι καταδικαστικές αποφάσεις κρατών και οργανισμών. Η προσήλωση της Βρετανίας (εγγυήτριας δύναμης του κράτους) στη νομιμότητα διασφαλίστηκε μέσω δήλωσης του υπουργείου Εξωτερικών περί αναγνώρισης «μόνο της Κυπριακής Δημοκρατίας». Εξίσου προβλήθηκε η έγκριση καταδικαστικών ψηφισμάτων εκ μέρους της Βουλής και της Γερουσίας των ΗΠΑ. Σημαντική θεωρήθηκε, επίσης, η τοποθέτηση των κρατών-μελών της ΕΟΚ, τα οποία σε κοινή δήλωση επαναβεβαίωσαν την υποστήριξή τους στην ανεξαρτησία, στην κυριαρχία και στην εδαφική ακεραιότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Στην Ελλάδα εκφράστηκαν εξαρχής επίσημες καταδικαστικές δηλώσεις της ηγεσίας σε ανώτατο επίπεδο. Ο Πρόεδρος Κωνσταντίνος Καραμανλής σχολίασε ότι η τουρκική πλευρά προωθούσε τη διχοτόμηση παραβιάζοντας το Διεθνές Δίκαιο, τις διεθνείς συνθήκες και τις αποφάσεις του ΟΗΕ. Από την πλευρά του, ο πρωθυπουργός Ανδρέας Παπανδρέου επισήμανε ότι δημιουργούνταν κίνδυνοι για την ειρήνη στην περιοχή, υπογραμμίζοντας ότι η Ελλάδα, ως εγγυήτρια δύναμη, θα λάμβανε όλα τα μέτρα και θα προέβαινε σε όλες τις απαιτούμενες ενέργειες για τη διασφάλιση της κυπριακής ανεξαρτησίας και κυριαρχίας.

Τουρκικό πολιτικό πραξικόπημα στην Κύπρο-2
16.11.1983. Την απορριπτική στάση των κύριων πρωτευουσών της Δύσης απέναντι στην ανακήρυξη του ψευδοκράτους, καθώς και την καταδίκη από σύσσωμο τον ελληνικό πολιτικό κόσμο προβάλλει στην πρώτη σελίδα της η «Κ».

Η κυπριακή κυβέρνηση προσέβλεπε στην αντίστοιχη ελληνική για ενεργή βοήθεια στον διπλωματικό αγώνα που αναλάμβανε. Σε μια προσπάθεια συντονισμού, ήδη από τις 17 Νοεμβρίου πραγματοποιήθηκαν ξεχωριστές συσκέψεις του Κύπριου προέδρου με τον Ελληνα πρωθυπουργό και τον Ελληνα Πρόεδρο. Επειτα από τις διαβουλεύσεις, η κυπριακή ηγεσία εγκαινίασε εκστρατεία στο εξωτερικό για εξασφάλιση της υποστήριξης της διεθνούς διπλωματίας. Χωριστές συναντήσεις είχε ο Κυπριανού με τον πρόεδρο και τον υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ, Ρόναλντ Ρέιγκαν και Τζορτζ Σουλτς, στα τέλη Νοεμβρίου. Την ίδια περίοδο, ο Κύπριος πρόεδρος είχε επαφές και με τον γ.γ. του ΟΗΕ και με την πρόεδρο του Κινήματος των Αδεσμεύτων, Ιντιρα Γκάντι. Ο γ.γ. του ΟΗΕ, μάλιστα, προέβη σε δήλωση βάσει της οποίας υποστήριζε ότι η ενέργεια των Τουρκοκυπρίων αντίκειτο στις αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας του Οργανισμού, θα επηρέαζε δυσμενώς την κατάσταση στην Κύπρο και θα περιέπλεκε τις προσπάθειες για προώθηση διακανονισμού.

Σημείο αναφοράς των εξελίξεων θεωρείται η συζήτηση του θέματος στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ στις 17 Νοεμβρίου. Απότοκο της συζήτησης ήταν το ψήφισμα 541 [18 Νοεμβρίου 1983, 13 ψήφοι υπέρ – 1 κατά (Πακιστάν) – 1 αποχή (Ιορδανία)], στο οποίο η ανακήρυξη της «ΤΔΒΚ» χαρακτηρίστηκε παράνομη. Γινόταν, παράλληλα, κάλεσμα προς όλα τα κράτη να σεβαστούν «την κυριαρχία, ανεξαρτησία, εδαφική ακεραιότητα και ουδετερότητα [non-alignment]» και να μην αναγνωρίσουν άλλο κράτος στο νησί από την Κυπριακή Δημοκρατία. Το ψήφισμα χαρακτήρισε ο πρόεδρος Κυπριανού «μια καλή αφετηρία» για τις προσπάθειες ανατροπής των δεδομένων. Στον αντίποδα, ο Ντενκτάς αντέδρασε και με έντονο ύφος σχολίασε: «Τι περιμένατε να πράξουμε; […] Να αποποιηθούμε όλα τα δικαιώματά μας και να υποκλιθούμε [στους Ελληνοκυπρίους];».

Ενδοελληνικές διχογνωμίες και ζυμώσεις

Λίγες ημέρες μετά την υιοθέτηση του εν λόγω ψηφίσματος, στις 23 Νοεμβρίου, ο πρόεδρος Κυπριανού είχε την ευκαιρία να απευθυνθεί στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ. Αφού ξεκαθάρισε ότι η κυπριακή κυβέρνηση δεν επρόκειτο να δεχθεί ως τετελεσμένη τη διαμορφωθείσα κατάσταση, απηύθυνε έκκληση στα μέλη να επιβάλουν τις αρχές του Οργανισμού και να σταθούν «παρά το πλευρό της ελευθερίας και της δικαιοσύνης σ’ αυτή την πιο κρίσιμη περίοδο σ’ ολόκληρη την Ιστορία της Κύπρου». Επιπλέον επιχείρησε εκ νέου να αξιοποιήσει την απειλή δημιουργίας «προηγουμένου», προειδοποιώντας τους εκπροσώπους για τις συνέπειες που μπορεί να δημιουργούσε στα δικά τους κράτη η τουρκοκυπριακή πρωτοβουλία.

Αξίζει να σημειωθεί ότι κατά τη συγκεκριμένη περίοδο οι σχέσεις Αθηνών – Λευκωσίας φάνηκαν να κλυδωνίζονται. Αφορμή στάθηκε η προσπάθεια διαβουλεύσεων μεταξύ των τριών εγγυητριών δυνάμεων στο Λονδίνο, κατόπιν βρετανικής πρωτοβουλίας. Ο Ελληνας πρωθυπουργός θεώρησε την προτροπή της κυπριακής κυβέρνησης για συμμετοχή της Ελλάδας στις διαβουλεύσεις αντιφατική με τη διακηρυγμένη θέση ότι η χώρα δεν θα συμμετείχε σε διαπραγματεύσεις με την Τουρκία αν δεν αποχωρούσαν τα κατοχικά στρατεύματα. Ενόψει της διχογνωμίας παρενέβη ο Πρόεδρος Καραμανλής καλώντας τον Κύπριο πρόεδρο να μεταβεί στην Αθήνα για συνάντηση με τον Ελληνα πρωθυπουργό, προκειμένου να επιλυθεί το ζήτημα. Η σύσκεψη των τριών ανδρών έλαβε χώρα την 30ή Νοεμβρίου. Εντέλει διευκρινίστηκε πως επρόκειτο για ασυνεννοησία εξαιτίας λανθασμένης απόδοσης δηλώσεων του Κυπριανού, ο οποίος υποστήριξε ότι θα μπορούσαν να διεξαχθούν διμερείς διαβουλεύσεις με τη Βρετανία, η οποία θα διαβουλευόταν παράλληλα με την Τουρκία. Ο Κύπριος πρόεδρος εξέφρασε τότε την ευγνωμοσύνη του προς την ελληνική κυβέρνηση για την προσπάθεια που κατέβαλε προς κινητοποίηση της διεθνούς κοινής γνώμης.

Ευκαιρία για επίτευξη ομοψυχίας

Η ανακήρυξη του ψευδοκράτους προκάλεσε ποικίλες αντιδράσεις στο εσωτερικό της ελληνοκυπριακής κοινότητας. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι, παρά την περιρρέουσα ατμόσφαιρα που μπορούσε να προϊδεάσει, η ανακήρυξη «κράτους» λειτούργησε αιφνιδιαστικά και προκάλεσε αμηχανία. Το κλίμα αποτυπώνεται ευκρινώς σε σχόλιο του «Φιλελευθέρου» της 16ης Νοεμβρίου: «Κεραυνός εν αιθρία ήταν η ανακήρυξη ανεξάρτητου κράτους στα Κατεχόμενα. Ηταν κάτι που όλοι φοβόμασταν, αλλά που, προς το παρόν τουλάχιστον, δεν περιμέναμε». Αποτέλεσμα τούτου ήταν να εκφραστούν μομφές εκ μέρους μερίδας του ελληνοκυπριακού Τύπου και οργανωμένων φορέων για την ανετοιμότητα της κυπριακής κυβέρνησης και την αδυναμία της να προλάβει (αλλά και να προβλέψει) τις εξελίξεις.

Τουρκικό πολιτικό πραξικόπημα στην Κύπρο-3
30 Νοεμβρίου 1983. Κυπριανού και Καραμανλής συζητούν στο Προεδρικό Μέγαρο στην Αθήνα για την κατάσταση που είχε διαμορφωθεί και τις περαιτέρω ενέργειες στο Κυπριακό.

Πέραν τούτου, όμως, οι εξελίξεις αντιμετωπίστηκαν ως ευκαιρία για επίτευξη ομοψυχίας σε εσωτερικό επίπεδο για πανεθνική συστράτευση, καθώς και για επανακαθορισμό της φύσης του Κυπριακού. Την ίδια ώρα φάνηκε να εμπεδώνεται, σε επίπεδο πολιτικής ηγεσίας αλλά και κοινωνίας, η πεποίθηση ότι παρά τη βαρύτητα που είχαν τα ψηφίσματα του ΟΗΕ, απαιτείτο ουσιαστικότερη πολιτική δράση για επίλυση του εθνικού θέματος. Πάντως, η καταδικαστική στάση της διεθνούς κοινότητας εκλήφθηκε ως επαναβεβαίωση της νόμιμης υπόστασης της Κυπριακής Δημοκρατίας και ως ευκαιρία για διεθνή απομόνωση της Τουρκίας.

Φάνηκε να εμπεδώνεται, σε επίπεδο πολιτικής ηγεσίας και κοινωνίας, η πεποίθηση ότι παρά τη βαρύτητα που είχαν τα ψηφίσματα του ΟΗΕ, απαιτείτο ουσιαστικότερη πολιτική δράση για επίλυση του εθνικού θέματος.    

Τέλος αξίζει να επισημανθεί η προσπάθεια της κυπριακής κυβέρνησης να προβάλει τη συνεχιζόμενη κατοχή και, κατά προέκταση, τη νέα πρόκληση ως καταπάτηση των δικαιωμάτων του συνόλου του λαού, περιλαμβανομένων και των Τουρκοκυπρίων. Στο πλαίσιο αυτό, το σχετικό ψήφισμα της Βουλής των Αντιπροσώπων είχε τον χαρακτήρα έμμεσης απάντησης στις αναφορές του ψηφίσματος της τουρκοκυπριακής «Βουλής» περί δύο λαών, από τα ίσα δικαιώματα των οποίων πήγαζε η ανάγκη γειτονικής συνύπαρξης σε δύο κράτη. Καταδικάζοντας την ανακήρυξη της «ΤΔΒΚ», το ψήφισμα της κυπριακής Βουλής κατέληγε «στιγματίζοντας αυτή την πράξη σαν επιδρομική ενέργεια […] και πλήγμα εναντίον των συμφερόντων ολόκληρου του κυπριακού λαού, Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων».

*Ο κ. Μιχάλης Σταυρή είναι διδάκτωρ Ιστορίας του Πανεπιστημίου Κύπρου.

*Επιμέλεια: Ευάνθης Χατζηβασιλείου

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT