Η ανάπτυξη των διμερών σχέσεων της Ελλάδας με τη Γαλλία και τη Δυτική Γερμανία κατά το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1950 συνετέλεσε, μεταξύ άλλων, στην ευόδωση των διαπραγματεύσεων για τη σύνδεση της χώρας με την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα. Αυτή η ενίσχυση των πολιτικών και οικονομικών δεσμών της Ελλάδας με τις χώρες της ΕΟΚ συνδυάστηκε με την τάση για σταδιακή αποδέσμευσή της από τη μονοδιάστατη συνεργασία της με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Στο πλαίσιο αυτό πραγματοποιήθηκε η προσπάθεια της Ελλάδας να συσφίξει τις σχέσεις της και με την Ιταλία.
Οι ελληνοϊταλικές σχέσεις ουδέποτε βρέθηκαν στο επίκεντρο της εξωτερικής πολιτικής του Κωνσταντίνου Καραμανλή και του στενού του συνεργάτη Ευάγγελου Αβέρωφ-Τοσίτσα. Μόλις τον Ιανουάριο του 1959 αποκαταστάθηκε οριστικά το κλίμα φιλίας και εγκάρδιας συνεργασίας ανάμεσα στις δύο χώρες, όταν ο Ιταλός πρωθυπουργός Αμιντόρε Φανφάνι πραγματοποίησε επίσημη επίσκεψη στην Αθήνα. Ρυθμίστηκαν τα εκκρεμή διμερή ζητήματα, τα οποία αφορούσαν, μεταξύ άλλων, την τελική εκκαθάριση του θέματος των πολεμικών αποζημιώσεων και τη διεύρυνση της οικονομικής συνεργασίας, και συζητήθηκαν ζητήματα όπως το Κυπριακό και το Μεσανατολικό.
Μέσα σε θετικό κλίμα, τον Μάιο του ίδιου έτους το βασιλικό ζεύγος της Ελλάδας, συνοδευόμενο από τον υπουργό Εξωτερικών Ευάγγελο Αβέρωφ-Τοσίτσα, ανταπέδωσε την επίσκεψη του Ιταλού πρωθυπουργού μεταβαίνοντας στην Ιταλία.
Στο φύλλο της 19ης Μαΐου 1959, η «Καθημερινή», σχολιάζοντας την επίσκεψη του Παύλου και της Φρειδερίκης στην Ιταλία, έγραψε για την προηγούμενη ημέρα: «Τα στενά της Μεσσήνης εδονήθησαν την εσπέραν από τας επευφημίας και τας 21 χαιρετιστηρίους βολάς των ιταλικών πολεμικών, τα οποία απέδιδον τιμάς εις το βασιλικόν ζεύγος της Ελλάδος. Οι Έλληνες Βασιλείς, επιβαίνοντες του “Αγαμέμνονος”, διήλθον τα στενά, κατευθυνόμενοι εις Νεάπολιν, προκειμένου να αρχίσουν αύριον από την πόλιν αυτήν την εβδομαδιαίαν επίσημον επίσκεψίν των εις Ιταλίαν».
Συνεχίζοντας, ανέφερε: «Η Ιταλία ετοιμάζεται να υποδεχθή αύριον τους Έλληνας Βασιλείς εις Νεάπολιν και Ρώμην. Σημειωτέον, ότι είναι η πρώτη επίσκεψις Έλληνος Βασιλέως εις Ιταλίαν από του 1902. Αι οδοί της ιταλικής πρωτευούσης έχουν σημαιοστολισθή με ελληνικάς και ιταλικάς σημαίας».
Η υποδοχή που επεφύλαξαν οι Ιταλοί της Νάπολης στο βασιλικό ζεύγος της Ελλάδας υπήρξε «μεγαλειώδης», όπως σημείωσε η «Καθημερινή» στο πρωτοσέλιδο της 20ής Μαΐου. «Ο Βασιλεύς Παύλος, αφού επεθεώρησε απόσπασμα Ιταλών πεζοναυτών, που έφερε την σημαίαν του, συνοδευόμενος από τον ναύαρχον Ρούτα, αρχηγόν των δυνάμεων της κεντρικής Μεσογείου, κατηυθύνθη εις τον σιδηροδρομικόν σταθμόν, ενώ η μουσική των καραμπινιέρων ανέκρουε τους εθνικούς ύμνους των δύο χωρών».
Στη συνέχεια, το βασιλικό ζεύγος κατευθύνθηκε προς τη Ρώμη, όπου το υποδέχθηκαν οι πολιτειακές και πολιτικές αρχές της χώρας και της πόλης. Στο δείπνο που ακολούθησε, ο Πρόεδρος της Ιταλικής Δημοκρατίας Τζιοβάνι Γκρόνκι δήλωσε: «Σήμερον ηνωμένοι δια της κοινής των τοποθετήσεως και υπό των αυτών ανθρωπίνων ιδανικών, οι δύο λαοί μας αντιμετωπίζουν μετ’ ηρεμωτέρας εμπιστοσύνης τας δυσκολίας της γενικής καταστάσεως και την δράσιν ην απαιτεί η σθεναρά άμυνα των ιδεωδών της ελευθερίας και της ανθρωπίνης αξιοπρεπείας και ταυτοχρόνως η ανάγκη της συμβολής των δι’ όλων των δυνάμεών των εις την κατοχύρωσιν της ειρήνης εν τω κόσμω».
Τις επόμενες ημέρες έλαβαν χώρα στην ιταλική πρωτεύουσα συνομιλίες ανάμεσα στους υπουργούς Εξωτερικών της Ελλάδας και της Ιταλίας, Ευάγγελο Αβέρωφ-Τοσίτσα και Τζουζέπε Πέλα, αντίστοιχα. Όπως επισήμανε η «Καθημερινή» στις 21 Μαΐου, οι συνομιλίες επικεντρώθηκαν στην περαιτέρω σύσφιξης των σχέσεων των δύο χωρών στο πλαίσιο μία ευρύτερης συνεργασίας των χωρών της Μεσογείου.
Η επίσκεψη του βασιλικού ζεύγους έληξε στις 22 Μαΐου. Ο Παύλος και η Φρειδερίκη, αφού μετέβησαν πρώτα στη Φλωρεντία, κατευθύνθηκαν στη Ζυρίχη της Ελβετίας. Εκεί ο Παύλος υποβλήθηκε σε εγχείρηση αφαίρεσης καταρράκτη. Επέστρεψαν στην Ελλάδα στις 30 Ιουνίου.
Επιμέλεια στήλης: Μυρτώ Κατσίγερα, Βασίλης Μηνακάκης, Αντιγόνη-Δέσποινα Ποιμενίδου, Θανάσης Συροπλάκης



