Το αποτέλεσμα των εκλογών της 29ης Οκτωβρίου 1961 προσέφερε στο κυβερνών κόμμα της Εθνικής Ριζοσπαστικής Ενώσεως (ΕΡΕ) την πλειοψηφία όχι μόνο στη Βουλή, καθότι εξέλεξε 176 βουλευτές, αλλά και στο εκλογικό σώμα λαμβάνοντας το 50,8% των ψήφων. Για πρώτη φορά μετά το 1928 ένα κόμμα λάμβανε ποσοστό άνω του 50% σε εκλογές, στις οποίες συμμετείχαν όλα τα μείζονα πολιτικά κόμματα. Τη δεύτερη θέση κατέλαβε ο συνασπισμός της Ενώσεως Κέντρου και του Κόμματος Προοδευτικών με αρχηγούς τον Γεώργιο Παπανδρέου και τον Σπύρο Μαρκεζίνη αντίστοιχα, λαμβάνοντας ποσοστό 33,7%.
Την επομένη των εκλογών κυριάρχησε στη δημόσια σφαίρα η συζήτηση σχετικά με τον βαθμό της εγκυρότητας των αποτελεσμάτων των εκλογών. Καταγγελίες για «βία και νοθεία» στις εκλογές κατά της ΕΡΕ εκτοξεύτηκαν τόσο εκ μέρους της Ενιαίας Δημοκρατικής Αριστεράς (ΕΔΑ) υπό τον Ιωάννη Πασαλίδη όσο και εκ μέρους της ΕΚ, δημιουργώντας ένα τεταμένο πολιτικό κλίμα. Η Κοινοβουλευτική Ομάδα της ΕΚ, μάλιστα, επέλεξε ομόφωνα τον Νοέμβριο του 1961 να ακολουθήσει την πολιτική της αμφισβήτησης του εκλογικού αποτελέσματος, τακτική η οποία έμεινε γνωστή ως «ανένδοτος αγώνας».
Κατά την πρώτη φάση του ανένδοτου αγώνα, η ΕΚ απείχε από τις εργασίες της νέας Βουλής και τη συζήτηση για τις προγραμματικές δηλώσεις της νέας κυβέρνησης του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Μέσα στο 1962 η ΕΚ και η ΕΔΑ κατέθεσαν προτάσεις δυσπιστίας της κυβέρνησης Καραμανλή ζητώντας παράλληλα την παραπομπή σε ειδικό δικαστήριο του υπηρεσιακού πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Δόβα.
Χαρακτηριστικό δείγμα της έντονα φορτισμένης πολιτικής ατμόσφαιρας υπήρξε η συνεδρίαση της Βουλής στις 17 Μαΐου 1962. «Την 7.30΄ μ.μ. χθες ήρχισεν εις την Βουλήν η συζήτησις επί της προτάσεως δυσπιστίας με πρώτον ομιλητήν τον αρχηγόν της Ε.Κ. κ. Γ. Παπανδρέου», έγραφε η «Καθημερινή» στο πρωτοσέλιδο της 18ης Μαΐου. Συνεχίζοντας, ανέφερε: «Η αγόρευσις του κ. Παπανδρέου διεκρίθη διά την ασυνήθη φραστικήν της οξύτητα. […] Εκάκισεν επίσης την Κυβέρνησιν διά την διαχείρισιν του ζητήματος του δημοσίου χρέους και την έλλειψιν αντιδράσεως εις την απόφασιν της Ουασιγκτώνος περί διακοπής από του 1963 της ξένης βοηθείας και τελικώς ησχολήθη δι’ ολίγων με το θέμα της εκλογικής “βίας και νοθείας” και εκτενέστερον με το συλλαλητήριον της 20ής Απριλίου. […] Τελικώς ο αρχηγός της Ε.Κ. εζήτησε την διεξαγωγήν νέων εκλογών με την παγίαν επιχειρηματολογίαν περί “βίας και νοθείας” και ηξίωσε την επέμβασιν του Βασιλέως λόγω δυσαρμονίας Βουλής και λαού».
Στην απάντησή του, ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Παναγιώτης Κανελλόπουλος «ετόνισεν ότι η αγόρευσις του κ. Παπανδρέου εστερείτο επιχειρημάτων και υπεστήριξεν ότι η αντιπολίτευσις δεν θα αντεμετώπιζε τα ζητήματα της χώρας καλύτερον από την σημερινήν Κυβέρνησιν, αν ευρίσκετο εις την εξουσίαν». Όσον αφορά την κατηγορία περί βίας και νοθείας ο Κανελλόπουλος δήλωσε «ότι επερίμενε να το προτάξη ο αρχηγός της Ε.Κ. Αλλά αντί να το προτάξη, το παρενέβαλεν απλώς και τούτο δεικνύει αδυναμίαν. Η Κυβέρνησις πάντως διά να διευκολύνη τον διάλογον, έδωσεν εις την δημοσιότητα το προχθεσινόν κείμενον περί εκλογών. Εξ αυτού προκύπτει ότι επί 34 ενστάσεων δια “βίαν και νοθείαν”, το εκλογοδικείον έκαμε μόνον μίαν αποδεκτήν, πράγμα το οποίον αποδεικνύει ότι δεν ευσταθούν αι αιτιάσεις της αντιπολιτεύσεως».
Η συνεδρίαση στιγματίστηκε από τη συμπλοκή μεταξύ βουλευτών της ΕΡΕ και της ΕΚ. Όπως έγραφε η «Καθημερινή»: «Εις το σημείον της συμπλοκής είχον συγκεντρωθή όλοι σχεδόν οι ευρισκόμενοι εις την αίθουσαν βουλευταί μηδέ του ρήτορος κ. Π. Κανελλοπούλου εξαιρουμένου, ο οποίος διέκοψε την αγόρευσίν του και κατήλθε του βήματος δια να βοηθήση εις τον διαχωρισμόν των συμπλεκομένων».
Το επόμενο διάστημα ο ανένδοτος αγώνας εξελίχθηκε από κοινοβουλευτική μάχη σε μία γενικότερη πολιτική αντιπαράθεση ανάμεσα στα δύο μεγάλα κόμματα.
Επιμέλεια στήλης: Μυρτώ Κατσίγερα, Βασίλης Μηνακάκης, Αντιγόνη-Δέσποινα Ποιμενίδου, Θανάσης Συροπλάκης




