Με το δημοψήφισμα της 13ης Απριλίου 1924 εγκρίθηκε η εγκαθίδρυση της Αβασίλευτης Δημοκρατίας στην Ελλάδα. Η διαδικασία της πολιτειακής αλλαγής τέθηκε σε κίνηση μετά τη Μικρασιατική Kαταστροφή. Το στρατιωτικό κίνημα του Σεπτεμβρίου του 1922 υπό την ηγεσία των Νικόλαου Πλαστήρα, Στυλιανού Γονατά και Δημήτριου Φωκά ώθησε σε παραίτηση τον Κωνσταντίνο Α΄, τον οποίο διαδέχτηκε ο πρωτότοκος γιος του, Γεώργιος Β΄. Παρότι ήταν αρκετοί εκείνοι οι οποίοι υποστήριζαν την πολιτειακή μεταβολή, το ζήτημα δεν τέθηκε εξαρχής προς συζήτηση. Μετά την εκδήλωση και την άμεση κατάρρευση της «Αντεπανάστασης» του Οκτωβρίου του 1923, οι φωνές, οι οποίες ζητούσαν την εγκαθίδρυση της Αβασίλευτης Δημοκρατίας στην Ελλάδα, αυξήθηκαν πάρα πολύ.
Στις 2 Ιανουαρίου 1924, η «επανάσταση του 1922» παρέδωσε επίσημα την εξουσία στη Δ΄ Συντακτική Συνέλευση, η οποία προέκυψε από τις εκλογές της 16ης Δεκεμβρίου 1923. Στις εκλογές αυτές δεν είχαν συμμετάσχει τα αντιβενιζελικά κόμματα διαμαρτυρόμενα για την αυθαίρετη -όπως υποστήριζαν- μεταβολή του εκλογικού νόμου και τις διώξεις τις οποίες είχαν υποστεί όσοι ασκούσαν κριτική στην «επανάσταση του 1922». Στο μεταξύ, στις 19 Δεκεμβρίου, αποχώρησε και ο Γεώργιος Β΄ από την Ελλάδα, έπειτα από πιέσεις που είχε δεχτεί από το καθεστώς της «επανάστασης». Χρέη αντιβασιλέα ανέλαβε να εκτελέσει ο Παύλος Κουντουριώτης.
Στις 25 Μαρτίου 1924, η Δ΄ Συντακτική Συνέλευση κήρυξε έκπτωτη τη δυναστεία των Γλύξμπουργκ και ανακήρυξε την Αβασίλευτη Δημοκρατία στην Ελλάδα, προκηρύσσοντας τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος για την επικύρωση της απόφασής της. Η επιλογή του ελληνικού λαού για το πολιτειακό ζήτημα στο εν λόγω δημοψήφισμα ήταν ξεκάθαρη. Το 69,95% των ψηφοφόρων τάχθηκε υπέρ της Αβασίλευτης Δημοκρατίας, αποτέλεσμα το οποίο αναγνώρισαν αμέσως ο Ιωάννης Μεταξάς, ο Αθανάσιος Ευταξίας και το αντιβενιζελικό Συντηρητικό Κόμμα. Εντούτοις, το ισχυρότερο αντιβενιζελικό κόμμα, το Λαϊκό Κόμμα, αναγνώρισε επίσημα την πολιτειακή αλλαγή μόλις το 1932.
Η «Καθημερινή», τασσόμενη κατά τον Μεσοπόλεμο σταθερά στο αντιβενιζελικό στρατόπεδο, κάλεσε τους αναγνώστες της να στηρίξουν τον θεσμό της βασιλείας. Στο κύριο άρθρο της 13ης Απριλίου ο Ν. Κρανιωτάκης άσκησε δριμεία κριτική στους βενιζελικούς για τις διώξεις τις οποίες υπέστη ο αντιβενιζελικός κόσμος: «Ο καιρός των λόγων παρήλθεν. Η προπαρασκευή του αγώνος επερατώθη, διεξαχθείσα όπως ήτο ανθρωπίνως δυνατόν να διεξαχθή. Τα διατεθέντα μέσα υπήρξαν αναμφισβητήτως ασθενή, οι δε κρατούντες αντίπαλοι έπραξαν ό,τι δυνατόν –και ηδύναντο πολλά– διά να εμποδίσουν το ιδικόν μας έργον. Από μέρους ημών ευτυχώς δεν έχει ο αγών ανάγκην οίας από μέρους των αντιπάλων μας προπαρασκευής. Δεν έχομεν ημείς ανάγκην ν’ απατήσωμεν με υποσχέσεις απατηλάς, να παραπλανήσωμεν με ψεύδη, να εκβιάσωμεν με απειλάς, με παντοία να περισυλλέξωμεν μέσα οπαδούς της ανάγκης, του φόβου, της βίας. Το στρατόπεδόν μας είνε στρατόπεδον ενσυνειδήτων και πιστών οπαδών μιας δεδοκιμασμένης ιδεολογίας, ενός συνόλου ιδεών περί Πατρίδος, Θρησκείας, Πολιτεύματος, Ηθικής, απειλουμένων από τους επικινδύνους αιρεσιάρχας, οι οποίοι κατεπολέμησαν, διέφθειραν, κατέρριψαν το παν. Όσοι αποτελούν το στρατόπεδόν μας γνωρίζουν τι πρόκειται να σώσουν, αν νικήσουν, γνωρίζουν τι τους απειλεί, αν ηττηθούν. Το ατελές της προπαρασκευής διά τον αγώνα, συμπληροί τοιουτοτρόπως η τελειότης των μαχητών».
Στη συνέχεια, υποστήριξε ότι «Ο αγών θα κριθή σήμερον, και θα κριθή υπέρ ημών. Η Δημοκρατία της αυθαιρέτου ολιγαρχίας, η οποία εγεννήθη υπό τους πενθίμους πυροβολισμούς της νόθου 25ης Μαρτίου, θα εκπνεύση απόψε υπό την ιαχήν του λαού, απελευθερούντος τον τόπον και εαυτόν. Το τελευταίον εικοσιτετράωρον της Δημοκρατίας έχει ανατείλει, και η φωνή του κήρυκος, ο οποίος θα διαλαλή την εσπέραν το αποτέλεσμα της σημερινής μάχης, θα είνε η επικήδειος δια την Δημοκρατίαν φωνή».
Την επομένη του δημοψηφίσματος, την 14η Απριλίου, στο κύριο άρθρο της η «Καθημερινή» προέβη σε έναν απολογισμό της πορείας του αντιβενιζελικού χώρου μετά την έκρηξη της «Επανάστασης του 1922». Μεταξύ άλλων ανέφερε: «Συμπέρασμα; Ιδού το συμπέρασμα: Πρέπει επί του παρόντος να περάσωμεν την κακήν εποχήν. Εντός των πραγμάτων ευρισκόμενοι και μη αερολογούντες, αντιλαμβανόμενοι το κρίσιμον της θέσεώς μας ως κόμματος και μη εξαντλούμενοι εις τους μωροτάτους και τους μάλλον ψευδείς των ενθουσιασμών, ν’ αναμείνωμεν καλλιτέρας ημέρας. Κατά δε το διάστημα αυτό να στραφώμεν οριστικώς προς νέους ανθρώπους. Κάτω από τα καλουμένας κεφαλάς, τας αδίκως ούτω κληθείσας, υπάρχει κόσμος ολόκληρος ανθρώπων, μεταξύ των οποίων αυστηρά επιλογή εις χαρακτήρας, ικανότητα, διάθεσιν, ήθος θα ήτο δυνατόν ν’ αποδώση νέαν, αλλ’ αληθώς νέαν παράταξιν, δυναμένην να σώση το κόμμα. Και προσθέτομεν: Όχι το κόμμα αλλά την Ελλάδα, διότι η Ελλάς εξ ημών θα σωθή».
Επιμέλεια στήλης: Μυρτώ Κατσίγερα, Βασίλης Μηνακάκης, Αντιγόνη-Δέσποινα Ποιμενίδου, Θανάσης Συροπλάκης





