Στις 9 Απριλίου 1940 τα γερμανικά στρατεύματα εισέβαλαν στη Δανία, την οποία και κατέλαβαν μέσα σε λίγες ώρες. Μην έχοντας τεθεί κατά το προηγούμενο διάστημα σε επιφυλακή, οι δανικές ένοπλες δυνάμεις, οι οποίες αριθμούσαν μόλις 14.500 άνδρες, βρέθηκαν σε μεγάλο βαθμό απροετοίμαστες για την πρόταξη άμυνας στα γερμανικά στρατεύματα. Λίγα στρατιωτικά τμήματα των δανικών ενόπλων δυνάμεων ενεπλάκησαν σε αψιμαχίες με τους Γερμανούς, έχοντας ελάχιστες απώλειες.
Η επίθεση στη Δανία πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της επιχείρησης Weserübung, η οποία είχε ως στόχο την κυρίευση της Δανίας και της Νορβηγίας για την εξασφάλιση της οδού μεταφοράς σιδηρομεταλλευμάτων από την ουδέτερη Σουηδία προς τη Γερμανία. Την ίδια ημέρα εκδηλώθηκε και η επίθεση εναντίον της Νορβηγίας. Η στρατιωτική συνδρομή της Γαλλίας και της Μεγάλης Βρετανίας προς τη Νορβηγία αποδείχθηκε ασήμαντη και παρότι πρόταξαν αντίσταση, η οποία κράτησε σχεδόν δύο μήνες, οι Νορβηγοί αναγκάστηκαν να συνθηκολογήσουν στις 10 Ιουνίου. Ο Χίτλερ επέβαλε στη Νορβηγία ένα φιλοναζιστικό καθεστώς υπό τον Βίκντουμ Κουίσλινγκ. Αντίθετα στη Δανία διατηρήθηκε η υπάρχουσα κυβέρνηση και ο βασιλιάς με την αιτιολογία ότι η χώρα ήταν τόσο ευάλωτη, ώστε δεν ήταν δυνατό να απειλήσει την ασφάλεια της Γερμανίας.
Η «Καθημερινή» παρακολουθούσε με αγωνία τις εξελίξεις του πολέμου στην Ευρώπη. Η επίθεση της Γερμανίας κατά της Δανίας και της Νορβηγίας βρέθηκε στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος στο φύλλο της 10ης Απριλίου. «Εντός ολίγων ωρών ολόκληρος η Δανία κατελήφθη υπό των γερμανικών στρατευμάτων. Γερμανικαί επίσης δυνάμεις απεβιβάσθησαν εις τα νορβηγικά παράλια και κατέλαβον μεταξύ των άλλων το Μπέργκεν εις το φιορδ του Όσλο, το Στάβαγκερ, λιμένα επί της βορείου θαλάσσης, το Μπέργκεν επί της δυτικής νορβηγικής ακτής, το Τροντχάιμ βορειότερον και τον εις τον βόρειον ωκεανόν λιμένα του Νάρβικ, εκ του οποίου εγίνετο η μεταφορά του σουηδικού σιδηρομεταλλεύματος. Οπωσδήποτε η κυβέρνησις του Όσλο ήτις μετέφερε την έδραν της εις Χαμάρ εκήρυξε γενικήν κινητοποίησιν, προέβαλε και προβάλλει ισχυροτάτην αντίστασιν εις τας από θαλάσσης, από αέρος και κατά ξηράν γερμανικάς επιθέσεις και θεωρήσασα την χώραν ως ευρισκομένην εις εμπόλεμον μετά της Γερμανίας κατάστασιν, εζήτησε διά των εν Λονδίνω και Παρισίοις πρεσβευτών την ενίσχυσιν της Αγγλίας και της Γαλλίας. Τα υπουργικά και τα πολεμικά συμβούλια των Δυτικών Δυνάμεων συνήλθον αμέσως εις συσκέψεις και απεφάσισαν την παροχήν αμέσου βοηθείας προς την Νορβηγίαν και προς την Δανίαν καίτοι η τελευταία αύτη απεδέχθη την γερμανικήν ενέργειαν».
Η «Καθημερινή» γνωστοποίησε στους αναγνώστες της πληροφορίες σχετικά με την πολιτική κατάσταση που διαμορφώθηκε στη Νορβηγία μετά τη γερμανική εισβολή. Σύμφωνα με το γερμανικό πρακτορείο ειδήσεων, «η Κυβέρνησις Νυγκάαρντσβολντ παρητήθη και ότι η συγκροτηθείσα νέα Κυβέρνησης προσκαλεί όλους τους Νορβηγούς να συντονίσουν τας προσπαθείας όπως αποτραπή πάσα περαιτέρω αντίστασις εν Σκανδιναυία, η οποία θα ισοδυναμεί με εγκληματικήν καταστροφήν των αξιών της χώρας. Η κυβερνητική προκήρυξις καταλήγει με έκκλησιν προς τον στρατόν όπως υπακούση ρις την Εθνικήν Κυβέρνησιν. Ο κ. Βίντκουντ Κουίσλιγκ ανέγνωσε την 20.30 ώραν απόψε προκήρυξιν προς τον νορβηγικόν λαόν, αγγέλων τον σχηματισμόν της νέας Κυβερνήσεως και τονίζων την παραβίασιν της ουδετερότητος της Νορβηγίας υπό των Άγγλων, διά της υπ’ αυτών τοποθετήσεως ναρκών εις τα νορβηγικά χωρικά ύδατα. […] Ο κ. Κουίσλιγκ ανέλαβε και το υπουργείον των Εξωτερικών. Ο ταγματάρχης Βάσλεφ διωρίσθη υπουργός της Εθνικής Αμύνης, ο κ. Γκούντμπραντ Λούντε υπουργός της Κοινωνικής Πρόνοιας, ο κ. Ιωνάς Λι υπουργός της Δικαιοσύνης και ο καθηγητής Ερνέστος Σκάνσκε υπουργός της Εργασίας».
Από τις σκανδιναβικές χώρες, μονάχα η Σουηδία παρέμεινε ουδέτερη κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Τον Μάιο του 1940 ήρθε η σειρά της Ολλανδίας και του Βελγίου να δεχθούν την επίθεση της Γερμανίας. Αδυνατώντας να προτάξουν ισχυρή αντίσταση, αμφότερες οι χώρες παραδόθηκαν μέσα σε λίγες ημέρες. Η Ολλανδία συνθηκολόγησε στις 14 Μαΐου και το Βέλγιο στις 27 Μαΐου.
Επιμέλεια στήλης: Μυρτώ Κατσίγερα, Βασίλης Μηνακάκης, Αντιγόνη-Δέσποινα Ποιμενίδου, Θανάσης Συροπλάκης



