Στις 2 Απριλίου 1982 στρατιωτικές δυνάμεις της Αργεντινής πραγματοποίησαν αποβατική ενέργεια στα νησιά Φώκλαντ, δίνοντας το έναυσμα για την έκρηξη του Πολέμου των Φώκλαντ. Το ζήτημα της κυριαρχίας των Φώκλαντ και των άλλων νήσων του νότιου Ατλαντικού υπήρξε αγκάθι στις σχέσεις του Ηνωμένου Βασιλείου και της Αργεντινής. Τα Φώκλαντ, η Νότιος Γεωργία και οι Νήσοι Νότιοι Σάντουιτς, παρότι βρίσκονται σε σχετικά μικρή απόσταση από τις ακτές της Αργεντινής, αποτελούσαν τμήμα των υπερπόντιων εδαφών του Ηνωμένου Βασιλείου από τις αρχές του 19ου αιώνα, γεγονός το οποίο η Αργεντινή δεν αναγνώριζε. Μέχρι το 1982 οι συνομιλίες των δύο πλευρών για την εξεύρεση μιας λύσης στο ζήτημα των Φώκλαντ δεν είχαν αποδώσει καρπούς. Στο μεταξύ, η στρατιωτική χούντα υπό τον στρατηγό Λεοπόλδο Γκαλτιέρι, η οποία βρισκόταν στην εξουσία από τον Δεκέμβριο του 1981, εξέταζε το ενδεχόμενο επίλυσης του ζητήματος της κυριαρχίας των νήσων με τη χρήση βίας. Το καθεστώς Γκαλτιέρι βρισκόταν αντιμέτωπο με οξεία κοινωνική αναταραχή εξαιτίας της οικονομικής κρίσης που ταλάνιζε τη χώρα. Επιθυμώντας να στρέψει την προσοχή του λαού μακριά από τα εσωτερικά προβλήματα, επέλεξε να υλοποιήσει τη διεκδίκηση των νησιών τονώνοντας το εθνικό φρόνημα των Αργεντινών.
«Η χρονολογούμενη από το 1833 διαμάχη μεταξύ της Βρεταννίας και της Αργεντινής, σχετικά με την κυριαρχία των νησιών Φάλκλαντ του Νοτίου Ατλαντικού πήρε αιφνιδιαστικά χθες μεγάλες και διεθνείς διαστάσεις, έπειτα από την απόβαση σ’ αυτά δυνάμεως της Αργεντινής, με την υποστήριξη μονάδων ναυτικού και αεροπορίας και την διακήρυξη, εκ μέρους του Λονδίνου, ότι σκοπεύει να τα προστατεύσει και να τα διατηρήσει υπό την βρεταννική κυριαρχία «πάση θυσία». Έπειτα από πολλές αναβολές –που στοίχισαν στην βρεταννική κυβέρνηση τις έντονες επικρίσεις της αντιπολιτεύσεως– ο υπουργός Εξωτερικών Λόρδος Κάρριγκτον, παραδέχτηκε αργά χθες το βράδυ, ότι δυνάμεις της Αργεντινής πραγματοποίησαν «απρόκλητο επίθεση» στα νησιά Φάλκλαντ και κατέλαβαν πολλές περιοχές τους, συμπεριλαμβανομένης και της πρωτεύουσας, Πορτ Στάνλεϋ», έγραφε η «Καθημερινή» στις 3 Απριλίου σχετικά με το γεγονός.
Συνεχίζοντας, ανέφερε ότι «Σύμφωνα με το επίσημο αργεντινό πρακτορείο ειδήσεων «Τελάμ» η κατάληψη των νήσων Φάλκλαντ άρχισε με την αποβίβαση πεζοναυτών κοντά στη μικρή πρωτεύουσα των νήσων, Πορτ Στάνλεϋ, στις 04.00 ώρα Ελλάδος χθες. Οι πεζοναύτες αποβιβάστηκαν από μεγάλο στόλο αργεντινών πολεμικών πλοίων, που είχαν καταλάβει θέσεις ανοιχτά των νήσων προχθές τη νύκτα. […] Λίγο μετά τη μετάδοση του ανακοινωθέντος, που ανήγγειλε την κατάληψη των Φάλκλαντ από την Αργεντινή, η χούντα του Μπουένος Άιρες διώρισε τον στρατηγό Μάριο Μενέντεζ, νέο κυβερνήτη των νήσων. Το ανακοινωθέν αναφέρει, ότι εκτός από την κατάληψη του βρεταννικού αποικιακού φυλακίου στα νησιά Φάλκλαντ, η Αργεντινή ανέλαβε επίσης τον έλεγχο των νήσων Νότια Γεωργία και Νότια Σάντουιτς, που ως τώρα διοικούσε η Βρεταννία, εφ’ όσον υπάγονταν στα Φάλκλαντ».
Η «Καθημερινή» παρακολουθούσε τις εξελίξεις στον Πόλεμο των Φώκλαντ δημοσιεύοντας εκτενή άρθρα σχετικά με το θέμα στα φύλλα των επόμενων ημερών. «Εικοσιτέσσερις ώρες μετά την απόβαση των αργεντινών στρατευμάτων στα νησιά Φάλκλαντ, η πρωθυπουργός της Βρεταννίας, Μάργκαρετ Θάτσερ, εμφανίστηκε χθες στην Βουλή των Κοινοτήτων για να δικαιολογήσει την ολιγωρία της κυβερνήσεώς της στο θέμα της καταλήψεως των νησιών και να ανακοινώσει ότι μεγάλη μοίρα πολεμικών πλοίων, με επικεφαλής το αεροπλανοφόρο “Ινβίνσιμπλ”, θα αποπλεύσει αύριο, για την επίμαχη περιοχή του Νότιου Ατλαντικού. Παράλληλα, ανακοινώθηκε ότι δεσμεύτηκαν όλες οι αργεντινές καταθέσεις στη Βρεταννία. […] Η κα Θάτσερ δεν αποκάλυψε την σύνθεση της μοίρας που κατευθύνεται προς το Νότιο Ατλαντικό, αλλά στρατιωτικές πηγές την υπολογίζουν σε 35 έως 40 σκάφη, δηλαδή στα 2/3 της μαχητικής ισχύος του βρεταννικού στόλου», ανέφερε χαρακτηριστικά στις 4 Απριλίου.
Η σύγκρουση Ηνωμένου Βασιλείου και Αργεντινής στον νότιο Ατλαντικό διήρκεσε 74 ημέρες και έληξε με την παράδοση της τελευταίας στις 14 Ιουνίου 1982. Τα νησιά Φώκλαντ επέστρεψαν στον έλεγχο των Βρετανών. Η επιτυχία στα Φώκλαντ αποτέλεσε μια μεγάλη νίκη τόσο για το Ηνωμένο Βασίλειο όσο και για την πρωθυπουργό Μάργαρετ Θάτσερ προσωπικά. Το Ηνωμένο Βασίλειο δεν ήταν πια μια χώρα σε παρακμή. Όπως έγραψε η «Καθημερινή» στις 16 Ιουνίου, «η βρεταννική επικράτηση στο Νότιο Ατλαντικό αποτελεί προσωπική νίκη της «σιδηράς κυρίας», η οποία ακολούθησε μια πολιτική αδιαλλαξίας που βρήκε μεγάλη απήχηση στην κοινή γνώμη». Εκμεταλλευόμενη τη νίκη στα Φώκλαντ, η Θάτσερ κατάφερε να εκτοξεύσει τη δημοτικότητά της στη χώρα και να κερδίσει τις εκλογές του Ιουνίου 1983.
Επιμέλεια στήλης: Μυρτώ Κατσίγερα, Βασίλης Μηνακάκης, Αντιγόνη-Δέσποινα Ποιμενίδου, Θανάσης Συροπλάκης


