Στις 30 Μαρτίου 1961 ανακοινώθηκε η επίτευξη της συμφωνίας για τη σύνδεση της Ελλάδας με την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα υπό τη μορφή της τελωνειακής ένωσης. Η συμμετοχή της Ελλάδας στις ευρωπαϊκές εξελίξεις υπήρξε κοινός στόχος όλων των μεταπολεμικών ελληνικών κυβερνήσεων. Πρακτικά η επιλογή του ευρωπαϊκού προσανατολισμού για την Ελλάδα κατέστη εφικτή μόλις το 1957, όταν και δημιουργήθηκε η ΕΟΚ, καθότι προηγουμένως η χώρα δεν είχε τη δυνατότητα να συμμετάσχει στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα, την οποία συγκροτούσαν το Βέλγιο, η Γαλλία, η Δυτική Γερμανία, η Ιταλία, το Λουξεμβούργο και η Ολλανδία, εξαιτίας της απουσίας βαριάς βιομηχανίας στα εδάφη της. Ουσιαστικά η συμφωνία Ελλάδας-ΕΟΚ αποσκοπούσε να προσδώσει στο πολιτικό σύστημα, την κοινωνία και την οικονομία της Ελλάδας έναν μακροπρόθεσμο προσανατολισμό. Μεταξύ άλλων, η συμφωνία περιείχε την πρόβλεψη της μελλοντικής ένταξης της Ελλάδας στην ΕΟΚ ως πλήρους και ισότιμου μέλος, εφόσον επιτύγχανε συγκεκριμένους στόχους οικονομικής ανάπτυξης. Το επίσημο κείμενο της Συμφωνίας υπογράφτηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουλίου του ίδιου έτους.
Στις 31 Μαρτίου, η «Καθημερινή» κάλυψε με εκτενή δημοσιεύματα το γεγονός της επίτευξης συμφωνίας για τη σύνδεση της Ελλάδας με την ΕΟΚ, περιγράφοντας, παράλληλα, με συντομία τους όρους της: «Η μονογράφησις τερματίζει μακράς και δυσχερεστάτας διαπραγματεύσεις, η δε σύνδεσις της Ελλάδος χαρακτηρίζεται πανταχόθεν ως μέγα γεγονός και διά την ανάπτυξιν της ελληνικής οικονομίας, αλλά και δια την προσπάθειαν οικονομικής και πολιτικής ενοποιήσεως της Ευρώπης. Θ’ αποτελέση δε το πρότυπον διά την σύνδεσιν μετά της Ε.Ο.Κ. και άλλων χωρών ευρισκομένων εις επίπεδον οικονομικής αναπτύξεως ανάλογον προς το της Ελλάδος, όπως η Τουρκία, το Ισραήλ και άλλαι.
»Ειδικώτερον δια την Ελλάδα, η σύνδεσις αυτής με την Κοινήν Αγοράν σημαίνει την απαρχήν μιας νέας περιόδου εις την οικονομικήν της ιστορίαν, χαρακτηριζομένην από την προσπάθειαν επισπεύσεως, αναπτύξεως και εκβιομηχανίσεως της παραγωγής της, η οποία εντός 22 κατ’ ανώτατον όριον ετών οφείλει να έχη καλύψει την απόστασιν η οποία σήμερον την χωρίζει από το επίπεδον προόδου των εξ χωρών της Ε.Ο.Κ.
»Κύριαι συνέπειαι της συνδέσεως είναι: α) Η Ελλάς λαμβάνει βοήθειαν υπό μορφήν δανείου εξ 125 εκατ. δολλαρίων εντός της πρώτης πενταετίας από της συνδέσεώς της προς ανάπτυξιν της παραγωγής της. β) Υποχρεούται εις κατάργησιν όλων των δασμών επί των εισαγωγών της από τας έξ χώρας της Κοινής Αγοράς εντός διαστήματος 12-22 ετών. γ) Εντός του ιδίου διαστήματος θα εφαρμόση το κοινόν δασμολόγιον της Κοινής Αγοράς διά τας εισαγωγάς της από τρίτας χώρας πλην των μετεχουσών της Κ.Α. δ) Διατηρεί το δικαίωμα, κατά την μεταβατικήν περίοδον όπως εφαρμόση χαμηλοτέρους δασμούς προς τρίτας χώρας διά την διευκόλυνσιν των εξαγωγών της προς τας χώρας ταύτας».
Την ίδια ημέρα, στο κύριο άρθρο της η «Καθημερινή» εξήρε τη Συμφωνία σχολιάζοντας τα οφέλη που αποκόμιζε η Ελλάδα από τη σύνδεσή της με την ΕΟΚ. Χαρακτηριστικά ανέφερε, πως «Δύναται, κατόπιν τούτου, να λεχθή ότι επετεύχθη διά πρώτην φοράν εις την νεωτέραν μας ιστορίαν η οργανική σύνδεσις της Ελλάδος με την Δύσιν. Η τοιαύτη σύνδεσις διασφαλίζει την χώραν μας περισσότερον πάσης συμμαχίας τόσον οικονομικώς όσον και πολιτικώς. Η Ελλάς ανεζήτει την τοποθέτησίν της εντός του δυτικού ευρωπαϊκού κύκλου των εθνών, διότι η παράδοσις, η ιδεολογία της, ο πολιτισμός της και τα οικονομικά της συμφέροντα τοποθετούν φυσικώς το ελληνικόν Έθνος εντός της δυτικής πολιτικής, πολιτιστικής και οικονομικής περιοχής». Η σύνδεση της Ελλάδας με την ΕΟΚ αποτελούσε και μία εγγύηση για την ασφάλειά της.
Επιμέλεια στήλης: Μυρτώ Κατσίγερα, Βασίλης Μηνακάκης, Αντιγόνη-Δέσποινα Ποιμενίδου, Θανάσης Συροπλάκης


