Η είσοδος στην ενήλικη ζωή και την αγορά εργασίας είναι μια διαδικασία δύσκολη και επώδυνη. Σήμερα, όμως, οι προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι νέοι μοιάζουν πολύ διαφορετικές από αυτές που συνάντησαν οι αμέσως προηγούμενες γενιές. Τα περισσότερα από τα μέλη της επονομαζόμενης Gen Z (περιλαμβάνει ανθρώπους που γεννήθηκαν ανάμεσα στο 1997 και το 2012) ξεκινούν την εργασιακή τους πορεία σε έναν κόσμο αλλιώτικο. Οι ανισότητες εντείνονται.
Βασικές σταθερές του οικονομικού μας συστήματος, όπως η δυνατότητα του μέσου εργαζομένου να ζει με αξιοπρέπεια συμμετέχοντας στη σύγχρονη κοινωνική ζωή, κλονίζονται. Ειδικά μετά την πανδημία της COVID-19, το κυρίαρχο αίσθημα είναι της αβεβαιότητας και της ανασφάλειας.
Η ανάπτυξη της τεχνολογίας, πλέον, δεν φέρνει μαζί της μόνο ξέφρενη αισιοδοξία και ελπίδα για ευημερία και πρόοδο, αλλά και σοβαρούς κινδύνους. Γεωπολιτικές, κοινωνικές και πολιτικές τάσεις διεθνώς μαζί με τη συνεχιζόμενη διάβρωση της εμπιστοσύνης απέναντι στους θεσμούς ή και στο «σύστημα» (που είχε βεβαίως ξεκινήσει από πολύ νωρίτερα) δημιουργούν στους νέους (σε όλους μας – αλλά ειδικά στους νέους) την αίσθηση ότι δεν έρχονται στα πράγματα σε περίοδο ακμής και προόδου για τον κόσμο, ή για τη δική μας χώρα. Αλλά εν μέσω ενός πισωγυρίσματος…
Πώς αποτυπώνονται, όμως, όλα αυτά στις σκέψεις, στις στάσεις και τις απόψεις των ίδιων των νέων;
Στα τέλη του 2024, η εταιρεία ερευνών QED social and market research διεξήγαγε μια μεγάλη ποιοτική έρευνα για το θέμα, στην οποία συμμετείχαν συνολικά 96 νέοι και νέες ηλικίας από 19 μέχρι 29 ετών. Η έρευνα περιλάμβανε 60 εις βάθος ατομικές συνεντεύξεις και 6 ομαδικές συζητήσεις. Οι συμμετέχοντες προέρχονταν από την Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη και άλλα αστικά κέντρα της Ελλάδας. Μέσα από την ανάλυση των ερευνητών, αλλά μέσα και από τις ίδιες τις συνεντεύξεις, προκύπτει μια ενδιαφέρουσα, τρισδιάστατη εικόνα της στάσης μιας προβληματισμένης γενιάς απέναντι σε έναν κόσμο (εργασιακό, και όχι μόνο) που αλλάζει απότομα. Εδώ θα δούμε μερικά από αυτά τα συμπεράσματα, μέσα και από τα δικά τους λόγια.

«Θα ακουστεί λίγο περίεργο αλλά σε έναν μέσο άνθρωπο η εργασία έχει αντικαταστήσει την έννοια της σκλαβιάς. Δηλαδή, πηγαίνεις κάπου, πληρώνεσαι, για να μπορείς να τρέφεσαι, να ντύνεσαι, να έχεις ένα σπίτι και να πληρώνεις λογαριασμούς. […] Οι άνθρωποι είναι πιο ψαγμένοι σήμερα, περισσότερο από ποτέ. Υπάρχει μια μερίδα ανθρώπων που θέλουν να κοιτάξουν προς τον εαυτό τους. Η γενιά μας πηγαίνει περισσότερο σε ψυχολόγο από ό,τι πήγαινε η γενιά των γονιών μας», Νικόλας, 21, Κηφισιά, ζει στο πατρικό, σπουδάζει Δημοσιογραφία στο ΕΚΠΑ.
«Στη δική μου γενιά κυριαρχεί η ελευθερία και να κάνεις αυτό που θέλεις. Ενώ στην παλιά γενιά τούς ενδιέφεραν οι μισθοί και να μπουν στο Δημόσιο», Βασιλική, 18, Θεσσαλονίκη, ζει στο πατρικό, δουλεύει σε καφετέρια.
«Δουλεύουμε για να έχουμε καλύτερη ζωή, δεν δουλεύουμε για να είναι ζωή μας η δουλειά», Παναγιώτης, 29, Νέα Σμύρνη, μένει μόνος, απόφοιτος ΙΕΚ, εργάζεται σε εταιρεία έργων πρασίνου και σε ευκαιριακές δουλειές.
«Ναυαγοσώστρια ήμουν 5 μήνες, στην ταβέρνα δούλεψα 6-7 μήνες, στον νονό και στον μπαμπά τα καλοκαίρια, οπότε… δεν υπάρχει κάπου όπου να έχω καθίσει πάνω από εξάμηνο». Ελένη, 20, Αιγάλεω, μένει με τον αδερφό της, σπουδάζει οργάνωση & διοίκηση επιχειρήσεων σε ΙΕΚ
«Hρθε η ώρα να βρω μία σταθερή δουλειά και να εξελιχθεί με οποιαδήποτε τροπή η ζωή μου. Είμαι 25, πρέπει να βρω μια δουλειά που θα μου επιτρέπει αν όχι να φύγω από το σπίτι, τότε να συγκατοικήσω, ας πούμε, με τον αδερφό μου», Απόστολος, 25, Θεσσαλονίκη, ζει στο πατρικό, σπουδάζει Προγραμματισμό σε ΙΕΚ.
Μερικοί δεν ξέρουν ότι οι νέοι και οι νέες σήμερα μπαίνουν νωρίτερα στην αγορά εργασίας από ό,τι προηγούμενες γενιές. Αυτό ίσως να μη φαίνεται με την πρώτη ματιά: το 2013 το 20,25% των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα ήταν νέοι 19-29 ετών ενώ το 2023 ήταν το 19,38%. Αλλά σήμερα οι νέοι είναι λιγότεροι. Το 2013 στην Ελλάδα κατοικούσαν σχεδόν 1,4 εκατ. νέες και νέοι ηλικίας 19-29.
Κι από αυτούς μόνο το 20,2% δούλευε. Το 2023 στην Ελλάδα κατοικούσε μόνο 1 εκατ. νέες και νέοι ηλικίας 19-29 κι από αυτούς δούλευε το 42,3%. Αρα, οι εργαζόμενοι νέοι το 2013 ήταν 277.741 και οι εργαζόμενοι νέοι το 2023 ήταν 445.208.
Ομως αυτή δεν είναι η μόνη διαφορά. Οι νέοι σήμερα είναι πιο μορφωμένοι, αλλά αμείβονται λιγότερο και αισθάνονται χειρότερα στη δουλειά τους. Ο μέσος μισθός του 2009 ήταν 21.606 και ο μέσος μισθός του 2021 ήταν 16.235 (σε τιμές 2021).
Πρόκειται λοιπόν για την πιο μορφωμένη και ταυτόχρονα την πιο κακοπληρωμένη γενιά των τελευταίων δεκαετιών.
1. Μεγάλες προσδοκίες
Eνα πολύ μεγάλο μέρος του δείγματος της έρευνας έχουν εργασιακή εμπειρία από τον χώρο της εστίασης. Πάρα πολλές και πολλοί έχουν δουλέψει, έστω και παροδικά, «σεζόν». Η σταθερή εργασία σε θέσεις πλήρους απασχόλησης σε αυτές τις ηλικίες είναι η εξαίρεση, όχι ο κανόνας. Τεράστιο ποσοστό, επίσης, έχουν πολύ αρνητικές εμπειρίες από τα πρώτα εργασιακά τους βήματα. Κοινό χαρακτηριστικό: κακές συμπεριφορές από αφεντικά.
«Για τρία χρόνια πήγαινα σεζόν σερβιτόρος σε Σάμο, Παξούς και Μυτιλήνη. Σε μερικά καταστήματα βρήκα αυτό που ήθελα, σοβαρή αντιμετώπιση, σοβαροί υπάλληλοι και εργοδότες. Αλλά έχω δει και αγενείς. Το κλασικό παράδειγμα του Ελληνα επιχειρηματία, και αυτό συνοδευόταν και με κακές οικονομικές αποδοχές. Κυριαρχεί κιόλας το ελληνικό χαρακτηριστικό ότι τα ένσημα μισά, τα μισά στο χέρι, που δεν μου άρεσε και πάρα πολύ», Χρήστος, 24, Σάμος, μένει μόνος, σπουδάζει Προγραμματισμό.
«Σε ένα εστιατόριο ο υπεύθυνος με πίεζε να πιάνω τα πιάτα με ένα συγκεκριμένο τρόπο που δεν το είχαμε στο άλλο εστιατόριο και ήταν πολύ αυστηρός. Μου μιλούσε άσχημα, και εγώ δεν μπορούσα αυτή την πίεση και έφυγα», Νικόλας, 21.
* Σχεδόν το 40% των εργαζομένων ηλικίας 17-34 δηλώνουν ότι εργάζονται επιπλέον ώρες από αυτές που ορίζει η σύμβαση εργασίας τους. Το 40% αυτών δηλώνει ότι δεν πληρώνονται για τις υπερωρίες τους (πηγή: ΙΝΕ ΓΣΕΕ).
Για ένα μεροκάματο
«Η εργασία, ειδικά όταν είναι ασαφής, κακοπληρωμένη, ή τοξική», λέει η Χριστίνα Καράμπελα της QED social and market research, «επιβαρύνει την ψυχική ισορροπία.
Πολλοί νέοι αναφέρουν εμπειρίες έντονης κόπωσης, συναισθηματικής απόσυρσης, ακόμα και παραισθητικών αισθήσεων αποξένωσης. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θέλουν να δουλέψουν. Σημαίνει ότι δεν αντέχουν να πληρώνουν την ψυχική τους υγεία ως τίμημα για ένα μεροκάματο».
«Η ιδανική δουλειά θα ήταν μία που είναι σε λογική απόσταση, να είναι στο κέντρο, 30-40 λεπτά. Αν είναι μία ώρα και το 8ωρο γίνει 10ωρο, είναι πολύ. Ενα κανονικό 8ωρο για ωράριο και όχι παραπάνω, για να μένει και λίγος χρόνος μέσα στη διάρκεια της μέρας. Και από εκεί και μετά είναι καθαρά το θέμα μισθού. Ενας μισθός που θα σου επιτρέπει να κάνεις κάποια βασικά πράγματα. Το πιο βασικό είναι το να μείνω μόνος. Δεν ξέρω ποιος μισθός θα το επιτρέψει αυτό», Απόστολος, 25.
«Θέλω να φεύγω από τη δουλειά μου και να είμαι όσο το δυνατόν πιο εντάξει με την ψυχολογία μου. Να πάω κάπου και να μη μου αρέσει καθόλου; Δεν έχει νόημα. Εντάξει, να μην είναι η δουλειά των ονείρων μου, αλλά να αντέχεται», Παναγιώτης, 29.
«Οταν τους ρωτάς τι ζητούν από την εργασία, σου λένε τι δεν θέλουν», λέει η κ. Καράμπελα. «Οχι αφεντικά που ουρλιάζουν, όχι αόριστους ρόλους, όχι απλήρωτα έξοδα, όχι εξαντλητικά ωράρια, όχι να γυρίσουν σπίτι και να μην μπορούν να κουνηθούν. Εχουν υψηλές προσδοκίες, κακή εικόνα για την αγορά και ελάχιστη καθοδήγηση. Δεν ξέρουν τι σημαίνει καλή δουλειά, γιατί κανείς δεν τους το έδειξε ποτέ».
«Οταν δουλεύω, δεν πάω εκεί μόνο και μόνο για τα λεφτά, πάω και για να μάθω πράγματα και για να ανοίξω τον περίγυρό μου, να συνεργαστώ με άλλα άτομα. Για να βγω από το σπίτι μου. Για να περάσω την ημέρα μου. Σαν δραστηριότητα το έχω πιο πολύ αυτό», Ελένη, 20.
«Ο μπαμπάς μου πιστεύει ότι είναι ΟΚ αυτό που δίνει, μια δουλειά που απαιτεί κόπο για τα χρήματα που παίρνει. Δεν είναι βέβαια τα χρήματα ανάλογα του κόπου του. Εγώ θεωρώ ότι δεν πρέπει να καταβάλλω τόσο κόπο. Γενικά, οι νέοι δεν θέλουν να καταβάλλουν πολύ κόπο. Αυτό είναι μια άποψη που την έχω ακούσει από έρευνες και λοιπά», Νικόλας, 21.
«Oλες οι κοπέλες φτιάχνουμε νύχια. Βλέπω και μια 30άρα που φτιάχνει νύχια σπίτι της και οι πελάτισσες πάνε εκεί γιατί είναι πιο φτηνό από το νυχάδικο. Το έχω σαν πλάνο, να κάνω στο σπίτι, να φτιάχνω μόνη μου για ένα διάστημα στο σπίτι, και μετά ενδεχομένως να ανοίξω κάτι δικό μου. Δε θέλω να δουλεύω όλη μου τη ζωή. Ισως το γυρίσω σε επιχειρηματίας μετά!», Χριστίνα, 22, Πάτρα, ζει μόνη, σπουδάζει σε ΙΕΚ Αισθητική.
«Ο πειραματισμός τους -από τον τουρισμό στο digital marketing, από freelance projects μέχρι βραχυχρόνια internships- δεν είναι χάος», λέει η κ. Καράμπελα. «Είναι στρατηγική ανθεκτικότητας. Η καθυστέρηση, οι ετερόκλητες επαγγελματικές δοκιμές, οι διαρκείς αλλαγές κατεύθυνσης δεν δηλώνουν απλώς αβεβαιότητα. Είναι ο τρόπος τους να μάθουν, να αντέξουν, να αποκτήσουν προσαρμοστικότητα στους ασταθείς καιρούς που μεγάλωσαν».
2. Μόνοι στο σπίτι
8 στους 10 ζουν στο πατρικό
80,3% των νέων
ηλικίας 16-29 ζουν στο πατρικό ή εξαρτώνται οικονομικά από τους
γονείς τους για τη στέγαση.Ο μέσος όρος στην Ε.Ε.
ήταν 67,8%.
Οι συνέπειες της COVID έχουν αφήσει το στίγμα τους πάνω στις νέες και στους νέους της Gen Z. Η κοινωνικοποίηση διακόπηκε, η ενηλικίωση καθυστερεί, στερήθηκαν τα βιώματα της φοιτητικής ζωής. Δημιουργούνται δύο τάσεις: κάποιες και κάποιοι ενεργοποιούνται, προσπαθούν να κερδίσουν τον χαμένο χρόνο, ενώ άλλες κι άλλοι αποσύρονται σε ένα μικρόκοσμο και μένουν λίγο-πολύ παθητικοί και αδρανείς. Η οικογένεια είναι εκεί για να προσφέρει στήριξη, είτε καλύπτοντας τα έξοδα διαβίωσης των φοιτητών και των φοιτητριών είτε συνεισφέροντας στα έξοδα των νέων εργαζομένων, είτε προσφέροντας στέγη και σίτιση απευθείας. Αλλά η αίσθηση του περιορισμού της αυτονομίας παραμένει έντονη.
Προσπάθεια για αυτονόμηση
«Ενα μεγάλο μέρος της Gen Z ζει ακόμα μέσα στην οικογενειακή κάψουλα», λέει η κ. Καράμπελα, «είτε για λόγους οικονομικούς είτε για λόγους υπαρξιακούς. Είναι μια γενιά με βαθιά συναισθηματική εξάρτηση (από τη στέγη, από τη σίτιση, από τις παροχές, από τη βεβαιότητα ότι υπάρχει κάπου ένας γονιός-δίχτυ), αλλά και με διαρκή προσπάθεια για αυτονόμηση».
«Το καλοκαίρι του 2022 που ήθελα να πάρω κινητό, είχα βρει μια δουλειά. Μάζεψα και πήρα και τηλέφωνο και παπούτσια. Το Πάσχα που θα ανέβω στην Αθήνα θα πάω να δουλέψω στον θείο μου, για να μαζέψω για τις διακοπές. Εχω και γιορτή τον Ιανουάριο και μπορεί κάποιος να μου στείλει λεφτά», Αντώνης, 21, Χανιά, μένει μόνος, σπουδάζει ηλεκτρολόγος-μηχανικός στο Πολυτεχνείο.
Αγχος ή στρες
Το 53% της Gen Z δηλώνουν
ότι νιώθουν άγχος ή στρες «τον περισσότερο καιρό» ή «συνέχεια».
(Πηγή: Deloitte).
Τα μέλη της Gen Z έχουν κατά κανόνα πολύ κακή εικόνα για την Ελλάδα και την κοινωνία τους – χειρότερη και από τη γενιά που πέρασε τα 20s μέσα στην οικονομική κρίση. Και αυτή η αρνητική, αμυντική στάση σε κάποιους προκαλεί μια υποχώρηση σε έναν ιδιωτικό μικρόκοσμο, που περιλαμβάνει μόνο την οικογένεια και στενούς φίλους. Απορρίπτουν. Κλείνονται. Κάποιοι αποτραβιούνται και συμβιβάζονται, αποδεχόμενοι λίγα ή καταφεύγοντας σε έναν αμυντικό κυνισμό. Αλλοι, όμως, ενεργοποιούνται. Ψάχνονται.
Δοκιμάζουν πράγματα, χτίζουν το προσωπικό τους «brand», επενδύουν χρόνο και κόπο σε κατάρτιση και απόκτηση δεξιοτήτων. «Η Ελλάδα γι’ αυτούς δεν είναι χώρα· είναι αδιέξοδο», λέει η κυρία Καράμπελα. «Μια οικονομία που δεν αναγνωρίζει τις δεξιότητές τους. Μια αγορά εργασίας που τους θέλει φτηνούς, βολικούς, “ευέλικτους”. Μια κοινωνία που τους βλέπει ως αχάριστους».
«Το κακό με την Ελλάδα είναι ότι δεν μπορεί να αξιοποιήσει τα επαγγέλματα που βγάζει η χώρα. Αν κάποιος έχει τελειώσει φυσικός, δεν μπορεί να αξιοποιηθεί γιατί δεν υπάρχουν οι κατάλληλες υποδομές, πάρα μόνο να μπει ως καθηγητής σε σχολείο. Η χώρα σε αναγκάζει να φύγεις από την πατρίδα σου», Αντιγόνη, 23, Αγρίνιο, ζει μόνη και σπουδάζει Διοίκηση Επιχειρήσεων Αγροτικών Προϊόντων και Τροφίμων.
«Ηδη έχω αρχίσει να στέλνω βιογραφικά, δεν έχω καλό feedback και σκέφτομαι πάρα πολύ να φύγω στο εξωτερικό», Χρήστος, 24.
«Τι απαιτεί η Ελλάδα από εμένα; Να είμαι ένας πιστός στρατιώτης του συστήματος της αλλοτρίωσης, της διαφθοράς, της εξειδίκευσης και της δουλείας, με 800 ευρώ ενοίκιο. Να μη διεκδικώ κάτι καλύτερο», Μιχάλης, 24, Θεσσαλονίκη, ζει στο πατρικό, σπούδασε Οικονομικά στο ΠΑΜΑΚ και ξεκινά MBA.
3. Fast & Furious
Οπως και προηγούμενες, η Gen Z είναι, σύμφωνα με τους ερευνητές, έντονα προσανατολισμένη στην κατανάλωση. Αλλά τα πρότυπά της έχουν κατά κανόνα μετατοπιστεί από το μακριά (ηθοποιοί, μοντέλα) στο κοντά (influencers). Η ιδέα της μετανάστευσης, της αναζήτησης μιας καλύτερης ζωής σε κάποια ξένη χώρα μοιάζει να εμφανίζεται λιγότερο έντονη στην Gen Z από ό,τι ήταν στις αμέσως προηγούμενες γενιές.
Το ίδιο και η αναζήτηση μεταπτυχιακών σπουδών. Εντονη είναι, δε, η υπόσχεση της «άμεσης εκπλήρωσης». Πρόκειται για την πρώτη γενιά που έχει μάθει να περιμένει τα πάντα άμεσα, έτοιμα, online – και η πρώτη που βομβαρδίζεται τόσο έντονα με υποσχέσεις και εικόνες εύκολου, γρήγορου πλουτισμού. Το 35% της Gen Z δηλώνει ότι είναι εγγεγραμμένοι σε ψηφιακή στοιχηματική πλατφόρμα, το 19% παίζει τουλάχιστον μια φορά την εβδομάδα στοίχημα σε αθλήματα και το 13% παίζει τουλάχιστον μια φορά την εβδομάδα τυχερά παιχνίδια online.
«Η Gen Z δεν φεύγει», λέει η κ. Καράμπελα. «Δεν κάνει μεταπτυχιακά, δεν μεταναστεύει μαζικά, δεν εγκαταλείπει τη χώρα όπως οι Millennials. Μένει. Αλλά δεν είναι ευτυχής. Είναι δε, ίσως, η πιο αυτοαναφορική γενιά που έχουμε δει. Η πρώτη που από την εφηβεία κιόλας έχει αποκτήσει δημόσια ταυτότητα — ένα προσωπικό brand που δεν χτίζεται με δουλειά, αλλά με παρουσία. Storytelling, όχι story-doing. Και η δουλειά, για πολλούς, δεν είναι το κεντρικό κομμάτι αυτού του brand».
«Εχει δημιουργηθεί ένα επάγγελμα, οι “influencer”, οπότε έχουν αλλάξει άρδην τα δεδομένα. Το ότι έχει αναπτυχτεί αυτό το επάγγελμα μπορεί να δελέασε τους νέους να θέλουν μια εργασία με λιγότερο κόπο. Είναι πολύ απλό και πολύ γρήγορα μπορείς να βγάλεις πολλά λεφτά. Οπότε αυτή η ιδέα έχει επηρεάσει τους νέους κάπως», Νικόλας, 21.
«Είναι πιο εύκολο για τους νέους σήμερα να βρουν δουλειά από ό,τι πριν από κάποια χρόνια. Αλλά τα κοιτάνε όλα. Το κλίμα, που κάποτε δεν τους ένοιαζε καθόλου. Τις οικονομικές αποδοχές και την εξέλιξη. Κοιτάνε μερικοί και το brand, δηλαδή να είναι όνομα η εταιρεία, ή να βρίσκεται σε συγκεκριμένο μέρος ή κράτος. Ή να δουλεύει κάποιος φίλος τους εκεί, για να μη νιώθουν μόνοι τους», Χρήστος, 24.
«Δεν είμαι ρομαντικός όπως πολύς κόσμος, ότι ονειρευόμουν κάτι από μικρός και πόσο τέλεια είναι. Δεν υπάρχει αυτό το πράγμα, από τη στιγμή που έχεις πελάτες και εργοδότες. Δουλειά είναι – πόσο χαρούμενος να είσαι πια με αυτό;», Παναγιώτης, 29.
«Δεν θα έπρεπε μόνο να ζούμε για να δουλεύουμε. Θα έπρεπε η δουλειά να μας δίνει μια ελευθερία να κάνουμε και κάτι παραπάνω», Απόστολος, 25.
«Γίνονται πολλά πράγματα βιαστικά, υπάρχει πολύς ανταγωνισμός. Αυτό που σίγουρα θα ζητούσα είναι όχι πίεση και άγχος. Και από τόσο μικρή ηλικία να μη μας ζητάνε τόσα πολλά», Αντιγόνη, 23.
Οπότε πώς συνοψίζεται η εικόνα μιας γενιάς που βγαίνει στην αγορά εργασίας σε μια δύσκολη συγκυρία, με ελάχιστα κατάλληλα εφόδια; Αν θέλαμε να βρούμε μια λέξη, μέσα από τις δεκάδες ώρες των συνεντεύξεων και τις χιλιάδες λέξεις της ανάλυσης των ειδικών, ίσως να επιλέγαμε την «απογοήτευση».
Η Gen Z είναι απογοητευμένη από την εκπαίδευση και την κατάρτιση που παίρνει, απογοητευμένη από τις ευκαιρίες που νιώθει ότι της προσφέρονται, απογοητευμένη και από τις πρώτες της εμπειρίες στο εργασιακό περιβάλλον. Κοινός παρονομαστής, οι ελάχιστες γνώσεις για την αγορά εργασίας (κάτι που βεβαίως υπήρχε και σε προηγούμενες γενιές) αλλά και μια μεγάλη ανάγκη «κάποιος να τους πει τι να κάνουν».
«Πως θα ήταν δυνατόν η νέα γενιά να επιθυμεί να ενταχθεί στο δυστοπικό κόσμο που οι προηγούμενες γενιές έχτισαν;», λέει ο Νίκος Καλασκάνης, επιστημονικός υπεύθυνος της έρευνας. «Αν είναι να ενταχθεί, θα το κάνει διαπραγματευόμενη τους δικούς της όρους».
«Δεν τους λείπει η αντοχή», λέει η κ. Καράμπελα. «Τους λείπει η δομή. Το πλάνο. Η καθοδήγηση. Τους λείπει κάποιος να τους εμπιστευτεί πρώτος. Αν δεν τους προσφέρει το σύστημα αυτή την ευκαιρία, θα την κατασκευάσουν μόνοι τους. Με λάθη, με απώλειες. Kαι θα τους πάρει χρόνο. Αλλά -σε πολλές περιπτώσεις- θα τα καταφέρουν καλύτερα απ’ ό,τι πιστεύουμε. Αν και σίγουρα αργότερα από ό,τι θα επιθυμούσαμε».
«Θα ήθελα να κάνω 3-4 παιδιά. Προτιμώ να μείνω μεσαίο στέλεχος [..]. Να έχω την προσωπική μου υγεία, τις δραστηριότητές μου και να έχω μια υγιή οικογένεια. Να κάνω παιδιά και να έχω μια νταντά, να πληρώνω έναν άνθρωπο, για να τα προσέχει; Οχι, δεν το θέλω αυτό. Οχι να κάθομαι 10 ώρες στη δουλειά και να τρώω σάντουιτς. Ας μη γίνω στέλεχος. Δεν με νοιάζει», Μιχάλης, 24.

