Στο ξεκίνημα της νέας ελαιοκομικής περιόδου, οι παραγωγοί ξορκίζουν τη θλιβερή περσινή χρονιά, αδιαμφισβήτητα, μία από τις χειρότερες των τελευταίων 30 ετών.
Τα τελευταία δύο χρόνια οι τιμές του ελαιολάδου έχουν σπάσει κάθε ρεκόρ, ενώ η φετινή ελαιοκομική περίοδος παρουσίασε μια αστάθεια χωρίς προηγούμενο, εφιστώντας την προσοχή σε μια ευρύτερη κρίση στην αγορά ελαιολάδου.
Οι λόγοι της κρίσης εντοπίζονται κυρίως σε παράγοντες όπως η χαμηλή απόδοση των καλλιεργειών και οι μειωμένες ποσότητες συγκομιδής, η αμφιλεγόμενη ποιότητα του ελαιολάδου καθώς και τα ακραία καιρικά φαινόμενα. Ομως στη ρίζα του προβλήματος φαίνεται να υπάρχει η περίπλοκη σχέση μεταξύ προσφοράς και ζήτησης.
Οι συνέπειες της κλιματικής αλλαγής
Η κλιματική αλλαγή, οι έλεγχοι των εξαγωγών και η εκτίναξη του κόστους των λιπασμάτων κατά το προηγούμενο έτος έχουν αφήσει μια πικρή γεύση. Οι καιρικές συνθήκες, η άνοδος της θερμοκρασίας και η ξηρασία στη λεκάνη της Μεσογείου έχουν διαταράξει τον κύκλο ανάπτυξης των ελαιόδεντρων, οδηγώντας σε μειωμένες αποδόσεις και ελιές χαμηλότερης ποιότητας. «Οι υψηλές θερμοκρασίες κατά τη διάρκεια της περιόδου ανθοφορίας οδήγησαν στο κάψιμο των ανθέων, με αποτέλεσμα τη μείωση της παραγωγής ελαιολάδου κατά 80% σε σύγκριση με την προηγούμενη σεζόν», περιγράφει ο Πάνος Δανατζής, παραγωγός ελαιολάδου που συνεργάζεται με το Wikifarmer και ιδιοκτήτης του Socrates olive oil.
Οι προμηθευτές ελαιολάδου σε όλη τη Μεσόγειο έχουν κάνει μια σημαντική αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο διαχειρίζονται προς το παρόν τις ελλείψεις εφοδιασμού
Η περασμένη σεζόν ήταν εξαιρετικά δύσκολη για τους ελαιοπαραγωγούς, οι οποίοι ήρθαν αντιμέτωποι με δύσκολες επιλογές: «Επέλεξα να δώσω προτεραιότητα στους πελάτες με τους οποίους συνεργάζομαι εδώ και χρόνια, και παράλληλα να διατηρήσω τις τιμές μου σταθερές. Παρότι πολλοί νέοι πελάτες με προσέγγισαν, καθώς άλλοι παραγωγοί δεν είχαν απόθεμα, οι περισσότεροι από αυτούς δεν μπορούσαν να εξυπηρετηθούν, καθώς το ελαιόλαδό μας εξαντλήθηκε πολύ νωρίς».
Από την άλλη πλευρά βέβαια, η Ισπανία, η κορυφαία παραγωγός χώρα, κατάφερε να δώσει συνολικά 852.550 τόνους μέχρι τον Αύγουστο του 2024. «Οι προμηθευτές ελαιολάδου σε όλη τη Μεσόγειο έχουν κάνει μια σημαντική αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο διαχειρίζονται προς το παρόν τις ελλείψεις εφοδιασμού. Ωστόσο, ο μακροπρόθεσμος αντίκτυπος των ακραίων καιρικών συνθηκών είναι ανησυχητικός. Αν συνεχιστεί αυτή η κατάσταση, ολόκληρη η αγορά ελαιολάδου θα αλλάξει μέσα στα επόμενα χρόνια», περιγράφει ο Μιγκέλ Κολμενέρο, εμπορικός διευθυντής του Wikifarmer.
Η παγκόσμια ζήτηση παρέμεινε υψηλή
Παρόλο που η σοδειά στις κύριες παραγωγικές χώρες ελαιολάδου της Νότιας Ευρώπης μειώθηκε, η παγκόσμια ζήτηση παρέμεινε υψηλή καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου. Λόγω των μειωμένων αποδόσεων, οι τιμές εκτοξεύτηκαν υψηλότερα από ό,τι τα τελευταία πέντε χρόνια, με τις τιμές του εξαιρετικά παρθένου ελαιολάδου (EVOO) να παραμένουν πάνω από τα 9€/kg, φτάνοντας σε premium επίπεδα.
Ωστόσο, οι υψηλές τιμές δεν απέτρεψαν τους καταναλωτές από την αγορά ελαιολάδου, καθώς η μέση μηνιαία κατανάλωση της Ισπανίας το 2024 έφτασε τους 71.144 τόνους, 3,60% υψηλότερα από τους 68.627 τόνους του 2023. Κατά τη διάρκεια μιας τυπικής καλλιεργητικής χρονιάς, η μέση μηνιαία κατανάλωση ελαιολάδου μπορεί να φθάσει περίπου τους 130.000 τόνους. Φέτος, παρά τις υψηλές τιμές, οι καταναλωτές συνεχίζουν να επιλέγουν το ελαιόλαδο λόγω της υψηλής του διατροφικής αξίας και της σημαντικότητάς του στη μεσογειακή διατροφή.
Μείωση του ΦΠΑ και απαγόρευση εξαγωγών
Τον Ιούλιο του 2024, η Ισπανία μείωσε τον ΦΠΑ στο ελαιόλαδο στο 0% για να αμβλύνει τις πιέσεις της αγοράς, με στόχο να αποσυμπιέσει την κατάσταση και να βοηθήσει στην προσβασιμότητα του αγαθού. Εν τω μεταξύ, παραγωγοί στην Ελλάδα διατήρησαν τα περιορισμένα αποθέματά τους με στόχο να μεγιστοποιήσουν τα κέρδη τους, αν και η αστάθεια της αγοράς δεν δίνει σαφή τάση για την περίοδο 2024/25. Η Πορτογαλία έδειξε θετικά σημάδια με μια επιτυχημένη σοδειά, αναμένοντας μια ακόμη μεγαλύτερη την επόμενη περίοδο. Από την άλλη πλευρά, η Τουρκία προχώρησε σε μια τολμηρή κίνηση, απαγορεύοντας τις εξαγωγές χύμα ελαιολάδου τον Αύγουστο του 2023 για να αντιμετωπίσει τις διακυμάνσεις των τιμών και να προστατεύσει τις εγχώριες πωλήσεις, με αποτέλεσμα μια σημαντική ποσότητα ελαιολάδου να μη φθάσει ποτέ στην αγορά.
Οι κανόνες της αγοράς επαναπροσδιορίζονται
Με δεδομένες τις νέες συνθήκες, παρατηρείται μια αλλαγή της καταναλωτικής συμπεριφοράς. Προηγουμένως, οι αγοραστές από μεγάλες αλυσίδες λιανικής, οι εταιρείες εστίασης, εισαγωγείς και χονδρέμποροι ανέμεναν σταθερές τιμές όλο τον χρόνο, με τις μακροπρόθεσμες συμβάσεις να αποτελούν τον κανόνα. Αυτός ήταν ο «καθιερωμένος κανόνας» στο εμπόριο ελαιολάδου για χρόνια. Ωστόσο, την τελευταία τετραετία –και κυρίως τους τελευταίους 18 μήνες– τα πράγματα έχουν αλλάξει δραματικά. Οι επαγγελματίες αγοραστές γίνονται αναπόφευκτα πιο ευέλικτοι, συνηθίζοντας τις διακυμάνσεις των τιμών χωρίς ιδιαίτερη αντίσταση. Ακόμη και οι αγοραστές λιανικής φαίνεται να δείχνουν ένα επίπεδο κατανόησης στην προσαρμογή τους στη νέα πραγματικότητα.
Η τιμή του ελαιολάδου σε Ελλάδα, Ιταλία και Ισπανία

Ο Μάνος Κοκκινέλης, παραγωγός του βιολογικού ελαιολάδου Seven Olea, παρατηρεί: «Η υψηλή τιμή του ελαιολάδου, σε συνδυασμό με τον πληθωρισμό, δημιουργεί πρόσφορο έδαφος για αυξημένη ζήτηση σε προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας και υποκατάστατα». Ο κ. Δανατζής επιβεβαιώνει ότι βασική συνέπεια της σημαντικής αύξησης των τιμών είναι ότι ένα ποσοστό των καταναλωτών στην Ελλάδα στρέφεται σε εναλλακτικές επιλογές ελαιολάδου.
Αναμένεται μια εξαιρετική συγκομιδή
Οι προμηθευτές ελαιολάδου βλέπουν «φως στην άκρη του τούνελ», με τις προβλέψεις για αύξηση της παραγωγής κατά 18,5% την περίοδο 2024-25, φθάνοντας έτσι στα 2,7 εκατομμύρια τόνους, με την Ισπανία να συνεισφέρει το 45,5% της αναμενόμενης παραγωγής. Τα πράγματα φαίνονται καλύτερα, καθώς αναμένεται μια εξαιρετική συγκομιδή, που θα οδηγήσει σε εκτόξευση της προσφοράς σε σύγκριση με πέρυσι και, τελικά, σε χαμηλότερες τιμές.
Φέτος, για πρώτη φορά, πειραματιστήκαμε με τη χρήση πούδρας καολίνη σε ορισμένα δέντρα για την προστασία τους από τη θερμική καταπόνηση
Με βάση την ανάλυση του Wikifarmer, οι μεγάλες ελαιοπαραγωγικές χώρες αναμένουν υψηλότερες αποδόσεις φέτος, με την Ισπανία και την Τυνησία να προβλέπουν σημαντική αύξηση 47% και 28% αντίστοιχα. Αντίθετα, η Ιταλία αντιμετωπίζει προκλήσεις λόγω των σοβαρών συνθηκών ξηρασίας σε βασικές περιοχές παραγωγής και των επιπτώσεων του βακτηρίου Xylella fastidiosa.
Οι προβλέψεις για τη νέα σοδειά

Λόγω της έντονης κλιματική αλλαγής βέβαια, είναι εξαιρετικά δύσκολο να προβλεφθούν η παραγωγή και η ποιότητα του ελαιολάδου για την επόμενη περίοδο. Ο Μάνος Κοκκινέλης δηλώνει: «Η φύτευση σε μεγαλύτερα υψόμετρα και η εξάπλωση των ελαιώνων μπορεί να βοηθήσουν στην άμβλυνση του φαινομένου της εναλλασσόμενης καρποφορίας στα ελαιόδεντρα». Ωστόσο, ο Πάνος Δανατζής βρίσκει εναλλακτικές λύσεις για να προσαρμοστεί στη νέα πραγματικότητα: «Φέτος, για πρώτη φορά, πειραματιστήκαμε με τη χρήση πούδρας καολίνη σε ορισμένα δέντρα για την προστασία τους από τη θερμική καταπόνηση».
Καθώς ο κόσμος του ελαιολάδου αρχίζει να σταθεροποιείται, τα διδάγματα που αντλήθηκαν από την περίοδο 2023-24 θα πρέπει να καθοδηγήσουν την πορεία του κλάδου προς τα εμπρός. Από τους ελαιώνες της Νότιας Ευρώπης μέχρι την παγκόσμια αγορά, πρέπει να συνεργαστούμε για να οικοδομήσουμε ένα πιο βιώσιμο, δίκαιο και ανθεκτικό σύστημα τροφίμων. «Η συνεχής κατάρτιση σχετικά με τις βέλτιστες πρακτικές και τις βιώσιμες μεθόδους στην παραγωγή ελαιολάδου είναι επίσης απαραίτητη, ιδίως στα ελαιοτριβεία. Οι τακτικές επιθεωρήσεις των διαδικασιών είναι επίσης απαραίτητες για την ενίσχυση της ποιότητας και της διαφάνειας στον τομέα του ελαιολάδου», εξηγεί ο κ. Μάνος Κοκκινέλης. Η διασφάλιση ότι βασικά αγαθά όπως το ελαιόλαδο θα παραμείνουν προσιτά θα απαιτήσει συντονισμένες προσπάθειες από όλους τους ενδιαφερόμενους φορείς, με την κλιματική αλλαγή να βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της συζήτησης.

