Δέκα χρόνια μετά την απόπειρα πραξικοπήματος του Αυγούστου 1991, που σηματοδότησε το τέλος της Σοβιετικής Ενωσης και έδωσε το εναρκτήριο λάκτισμα για την πολιτική και οικονομική αλλαγή στη χώρα, η σημερινή ρωσική κυβέρνηση δρομολογεί ακόμη μεταρρυθμίσεις. Εχει, ωστόσο, την υποστήριξη του Κοινοβουλίου στην προσπάθειά της να τροποποιήσει τόσο τη νομοθεσία όσο και το φορολογικό σύστημα αλλά και να αποκαταστήσει το τρωθέν κύρος της χώρας στο εξωτερικό.
Σύμφωνα με τον Κριστόφ Ρουέλ, υπεύθυνο της Παγκόσμιας Τράπεζας για θέματα Ρωσίας, η σχετική πολιτική σταθερότητα που επικρατεί σήμερα στη χώρα αξιοποιείται επαρκώς αλλά η κατάσταση απέχει πολύ από το να είναι καθησυχαστική. Μετά τη θεραπεία σοκ που εφήρμοσε ο Γεγκόρ Γκαϊντάρ από τον Ιανουάριο του 1992, μεταβαίνοντας στιγμιαία από την ελεγχόμενη στην ανοικτή οικονομία με την απελευθέρωση των τιμών και του εμπορίου, ο πληθωρισμός εκτινάχθηκε στα ύψη, ενώ σημαντική μερίδα του ρωσικού λαού βρέθηκε σε ένδεια απειλούμενο από το φάσμα της πείνας.
Στη συνέχεια αναδύθηκε η νέα τάξη ισχυρών επιχειρηματιών και ακολούθησε ένα κύμα ιδιωτικοποιήσεων με τη χορήγηση δανείων για την αγορά μετοχών που έδωσε τη δυνατότητα σε μια μικρή μερίδα ισχυρών να συσσωρεύσουν δυσθεώρητα πλούτη. Τον Αύγουστο του ’98 ξέσπασε η οικονομική κρίση με την υποτίμηση του εθνικού νομίσματος και τις μαζικές εκροές ξένων κεφαλαίων αλλά σήμερα η χώρα γνωρίζει μια σχετική ομαλότητα με την κυβέρνηση Πούτιν. Σύμφωνα, πάντως, με τον Γεγκόρ Γκαϊντάρ «η μεταβατική φάση θα έχει ολοκληρωθεί μόνον όταν θα μπορούμε να πούμε ότι η ρωσική οικονομία είναι μια υγιής οικονομία της αγοράς απαλλαγμένη από τα προβλήματα που άφησε το παλαιό καθεστώς».

