Το χρέος είναι μεγάλο πρόβλημα αλλά όχι άμεσο. Μας έχει δοθεί από τους δανειστές χρόνος μέχρι τις αρχές της επόμενης δεκαετίας για να κάνουμε εκείνα που θα ξαναβάλουν την οικονομία μας σε πορεία ανόδου.
Εως τότε, οι όροι εξυπηρέτησης του χρέους δεν είναι επαχθείς. Θα γίνουν όμως εάν συνεχίσουμε να βρίσκουμε δικαιολογίες ώστε να μην εφαρμόζουμε εκείνα που υπογράψαμε.
Η προτεραιότητα είναι οι μεταρρυθμίσεις και όχι η επιδίωξη μείωσης του χρέους, που άλλωστε δεν εξαρτάται από εμάς, αλλά από τους δανειστές μας. Αυτά έχουν ειπωθεί χίλιες φορές, αλλά ο κ. Τσίπρας επιμένει να προτάσσει τη μείωση σπαταλώντας χρόνο, δυνάμεις και τα ελάχιστα αποθέματα καλής θέλησης που μας απομένουν, αποπροσανατολίζοντας την κοινή γνώμη από τα δύσκολα. Το χρέος, ο κακός δράκος και το παλικάρι που τον παλεύει. Τα παραπάνω δεν σημαίνουν ότι πρέπει να αφήσουμε το χρέος στην τύχη του. Είναι βραδυφλεγής βόμβα, ο χρόνος τρέχει και το μέλλον είναι αβέβαιο. Μπορούν να γίνουν σημαντικά πράγματα που, ενώ εμφανίζονται σαν τεχνικές ρυθμίσεις, ισοδυναμούν με μείωση του βάρους της εξυπηρέτησης και περιορισμό των κινδύνων από απρόβλεπτες εξελίξεις στις χρηματαγορές. Χωρίς να μεταβάλλουν το ονομαστικό μέγεθος της οφειλής, μειώνουν την παρούσα αξία της ελαττώνοντας το βάρος της εξυπηρέτησης. Προϋπόθεση γι’ αυτά είναι η τήρηση από την Ελλάδα των όρων του μνημονίου και η καλλιέργεια ευνοϊκού κλίματος με τις κυβερνήσεις των δανειστών και με το ΔΝΤ. Προκλητικές συμπεριφορές δεν εξυπηρετούν γιατί στρέφουν την κοινή γνώμη των δανειστριών χωρών εναντίον μας και επηρεάζουν τις κυβερνήσεις τους. Δύο είναι οι κατευθύνσεις που θα έπρεπε να επιδιώξει η Ελλάδα στη ρύθμιση του χρέους. Η μία, να κλειδώσει σταθερό επιτόκιο τώρα για το σύνολο της οφειλής και της διάρκειάς της. Η αύξηση των επιτοκίων από τη Fed, έπειτα από πολλά χρόνια που ήταν κολλημένα περίπου στο μηδέν, σηματοδοτεί αρχή περιόδου διακυμάνσεων και καλό είναι να λάβουμε τα μέτρα μας εγκαίρως.
Η άλλη κατεύθυνση είναι προς επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής και ιδίως «λείανση» των δόσεων, ώστε να μην υπάρχουν αιχμές. Ενας τελικός στόχος βάρους εξυπηρέτησης μεταξύ 3% και 4% του ΑΕΠ θα απελευθέρωνε την οικονομία από το άγχος. Πιστεύω ότι οι δανειστές πολύ ευκολότερα θα συμφωνούσαν σε αυτού του είδους ρυθμίσεις όρων γιατί μοιάζουν τεχνικές και αποφεύγουν «κουρέματα» που εξοργίζουν την κοινή γνώμη. Σε μια τέτοια προσπάθεια θα είχαμε σύμμαχο και το ΔΝΤ που η κυβέρνηση προσπαθεί να διώξει χάνοντας τον καιρό της γιατί οι Ευρωπαίοι το θέλουν μέσα. Αυτά βεβαίως απαιτούν υπεύθυνο χειρισμό, μακριά από δημοσιότητα και ιδίως την αρχή επανάκτησης κάποιας αξιοπιστίας.

