H ανακοίνωση του «ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος» για την αντιμετώπιση της ακραίας φτώχειας μπορεί να αποτελέσει τομή για το κοινωνικό κράτος στην Ελλάδα, εάν εφαρμοσθεί σωστά, λένε κοινωνικοί επιστήμονες και νομικοί που ασχολούνται με θέματα κοινωνικής πρόνοιας.
Το κοινωνικό πορτρέτο της χώρας, που συνθέτει από το 2005 το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών (ΕΚΚΕ) έχει δείξει παραστατικά την αποτυχία των πολιτικών καταπολέμησης της φτώχειας που στηρίζονται σε επιδόματα, αντί των ολοκληρωμένων παρεμβάσεων. Χαρακτηριστικά, αναφέρεται πως το ελληνικό κοινωνικό σύστημα ξόδευε περίπου τα ίδια με τις χώρες της Βόρειας Ευρώπης, όμως η απόδοσή του στην καταπολέμηση της φτώχειας μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις ήταν σημαντικά χαμηλότερη. «Αυτό συνέβαινε απουσία ενός ολοκληρωμένου μηχανισμού ο οποίος θα έθετε σε διαδικασία επανένταξης ανθρώπους που έχουν πληγεί από το σύνθετο φαινόμενο της ακραίας φτώχειας, όπως είναι το κοινωνικό εισόδημα», λέει χαρακτηριστικά η κ. Ιωάννα Τσίγκανου, διευθύντρια ερευνών του ΕΚΚΕ.
Οι 30.000 δικαιούχοι που αναμένεται να ενταχθούν στην πρώτη φάση του προγράμματος από τα μέσα του Νοέμβρη, εκτός από το επίδομα, θα αποκτήσουν πρόσβαση αυτομάτως στο κοινωνικό τιμολόγιο της ΔΕΗ, στις υπηρεσίες υγείας και πρόνοιας, κάτι που αποτέλεσε πηγή σοβαρών προβλημάτων για τους ανασφάλιστους και προτεραιότητα στα προγράμματα του ΟΑΕΔ. «Το σύστημα έχει τρεις πυλώνες: άμεσα ή έμμεσα επιδόματα, πρόσβαση στις υπηρεσίες φροντίδας και ενεργητική στήριξη κοινωνικής επανένταξης», εξηγεί ο κ.Γαβριήλ Αμίτσης, αναπληρωτής καθηγητής Δικαίου Κοινωνικής Ασφάλειας στο ΤΕΙ Αθηνών.
Το σύστημα επικεντρώνεται για πρώτη φορά σε δύο κεντρικές παραμέτρους, την εργασία και τη φτώχεια, χωρίζοντας τους δικαιούχους αφενός σε δυναμένους να εργαστούν (ηλικίες 18-65) και μη δυναμένους να εργαστούν (παιδιά, ηλικιωμένοι, ειδικές κατηγορίες) και αφετέρου σε ανέργους ή εργαζομένους. Ετσι, για πρώτη φορά εντάσσεται στον σχεδιασμό της πολιτείας η μακροχρόνια ανεργία, ενώ μπαίνουν οι βάσεις για την αντιμετώπιση της ανεργίας συνολικά με ενεργητικό τρόπο, μέσω πρόσβασης στο πλήρες πακέτο υπηρεσιών, αντί του ετήσιου επιδόματος που χορηγείται σήμερα. «Πρόκειται για κοινωνική παροχή και ως τέτοια πρέπει να έχει καθολική εφαρμογή», λέει η κ. Τσίγκανου.
Η διάκριση μεταξύ ακραίας και σχετικής φτώχειας (και κοινωνικού αποκλεισμού) γίνεται από την ΕΛΣΤΑΤ, η οποία σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία καταγράφει την πρώτη στο 7% του γενικού πληθυσμού και τη δεύτερη στο 35,7%, ποσοστά ιδιαίτερα υψηλά για χώρα της Ε.Ε., θέτοντας την Ελλάδα στη δεύτερη χειρότερη θέση μετά τη Βουλγαρία. Σε αυτά τα μεγέθη στηρίζεται και η κριτική που δέχεται το πρόγραμμα, ότι δηλαδή δεν καλύπτει το μέγεθος της ζημιάς που έχει προκαλέσει η παρατεταμένη ύφεση, ενώ επιπλέον υποφέρει από οργάνωση και ασάφεια ως προς τις πηγές χρηματοδότησης.
Μάλιστα, ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ Π. Κουρουμπλής καταγγέλλει σε δήλωση του ότι δεν έχει μπει ακόμη σχετικό κονδύλι στον καινούργιο προϋπολογισμό. Ομως, αυτά και πολλά άλλα ενδεχομένως προβλήματα που θα προκύψουν θα αντιμετωπιστούν στην επόμενη φάση του προγράμματος. «Μπορεί να υπάρξουν παρενέργειες, όπως είναι για παράδειγμα η άτυπη περαιτέρω πτώση των μισθών και η δημιουργία μιας κατηγορίας φτωχών εργαζομένων ή η διόγκωση της μαύρης εργασίας», εξηγεί ο κ. Αμίτσης, ο οποίος επισημαίνει ότι θα χρειαστούν στην πορεία διορθώσεις του συστήματος. Ωστόσο, εδώ η απάντηση έρχεται από τη δυνατότητα του κράτους να ασκεί ελέγχους εφόσον διαθέτει στοιχεία και επαρκή τεχνολογική υποδομή, τόσο για τη διεξαγωγή τους όσο και διασταυρώσεων, κάτι που είναι καινούργιο για τη χώρα.

