Ενα εκτεταμένο κύκλωμα φοροδιαφυγής, το οποίο φέρεται να είχε στήσει ένα περίπλοκο δίκτυο εταιρειών για να αποφεύγει την καταβολή φόρων και να αποκομίζει τεράστια οικονομικά οφέλη, αποκάλυψαν οι ελεγκτές του ΔΕΟΣ της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων. Στο επίκεντρο της υπόθεσης βρίσκεται μια αλλοδαπή γυναίκα, η οποία φέρεται να διαχειριζόταν μία από τις βασικές εταιρείες του κυκλώματος. Παρότι στις φορολογικές δηλώσεις της εμφανιζόταν ως άστεγη, σύμφωνα με τις Αρχές διέμενε σε πολυτελή βίλα 280 τετραγωνικών μέτρων στα βόρεια προάστια, με πισίνα. Μέχρι στιγμής η έρευνα έχει αποκαλύψει φοροδιαφυγή που ξεπερνάει τα 17,9 εκατ. ευρώ, ενώ οι έλεγχοι συνεχίζονται καθώς εκτιμάται ότι το πραγματικό μέγεθος της απάτης είναι ακόμη μεγαλύτερο.
Η αποκάλυψη του κυκλώματος προέκυψε ύστερα από συνδυαστική αξιοποίηση στοιχείων που συγκέντρωσαν οι ελεγκτές της ΑΑΔΕ μέσα από επιτόπιους φορολογικούς ελέγχους, τις ψηφιακές πλατφόρμες της υπηρεσίας, όπως το myDATA, το μητρώο επιχειρήσεων, αλλά και τα στοιχεία που αφορούν τις εταιρικές συμμετοχές, τη διοίκηση και τη διαχείριση των επιχειρήσεων.
Το κόλπο
Από την ανάλυση των δεδομένων διαπιστώθηκε ότι πίσω από δεκάδες επιχειρήσεις βρίσκονταν ουσιαστικά τα ίδια πρόσωπα, τα οποία εμφανίζονταν διαδοχικά ως διαχειριστές, ομόρρυθμοι ή ετερόρρυθμοι εταίροι. Οταν μια εταιρεία σταματούσε τη λειτουργία της ή οδηγείτο σε πτώχευση, σχεδόν αμέσως δημιουργείτο μια νέα επιχείρηση με παρόμοια χαρακτηριστικά, ώστε να συνεχίζεται η ίδια δραστηριότητα χωρίς να αφήνονται περιθώρια είσπραξης των οφειλών από το Δημόσιο.
Οι ελεγκτές εντόπισαν ακόμη ότι οι περισσότερες από τις επιχειρήσεις του δικτύου χρησιμοποιούσαν κοινές διευθύνσεις ως έδρες, τους ίδιους τηλεφωνικούς αριθμούς, κοινές επαγγελματικές εγκαταστάσεις και παρόμοια εταιρικά σχήματα. Τα στοιχεία αυτά ενίσχυσαν την εικόνα ότι δεν επρόκειτο για ανεξάρτητες επιχειρήσεις, αλλά για ένα ενιαίο και οργανωμένο δίκτυο με κοινή καθοδήγηση.
Το μεγαλύτερο μέρος της δραστηριότητας του κυκλώματος εντοπίζεται στον χώρο του χονδρικού εμπορίου ενδυμάτων, υποδημάτων και συναφών ειδών. Σύμφωνα με την έρευνα, πολλές από τις εταιρείες είχαν δημιουργηθεί κυρίως για την έκδοση και τη λήψη εικονικών τιμολογίων μεγάλης αξίας, με στόχο τη μείωση των φορολογικών υποχρεώσεων και την παράνομη απόδοση επιστροφών ή συμψηφισμών ΦΠΑ.
Μέχρι στιγμής η έρευνα έχει εντοπίσει φοροδιαφυγή που ξεπερνάει τα 17,9 εκατ. ευρώ.
Μέχρι στιγμής έχουν εντοπιστεί εικονικές συναλλαγές δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ. Ενδεικτικά, τρεις ατομικές επιχειρήσεις φέρεται να πραγματοποίησαν εικονικές συναλλαγές ύψους 25, 25 και 28 εκατ. ευρώ αντίστοιχα. Παράλληλα, ηλεκτρονικό κατάστημα εμφανίζεται να συμμετείχε σε συναλλαγές 15 εκατ. ευρώ, φυσικό κατάστημα σε συναλλαγές 2,5 εκατ. ευρώ και εισαγωγική εταιρεία σε συναλλαγές ύψους 3,25 εκατ. ευρώ. Οι συγκεκριμένες περιπτώσεις αποτελούν μόνο μέρος του συνολικού δικτύου που εξετάζουν οι Αρχές.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και ο τρόπος με τον οποίο πραγματοποιούνταν οι διεθνείς συναλλαγές. Από την εξέταση των φορολογικών στοιχείων διαπιστώθηκε ότι διαφορετικές ελληνικές επιχειρήσεις του ίδιου δικτύου εμφανίζονταν να συνεργάζονται με τις ίδιες αλλοδαπές εταιρείες, χρησιμοποιώντας επανειλημμένως τις ίδιες εταιρικές σφραγίδες, τα ίδια στοιχεία ταυτοποίησης και παρόμοια εμπορικά χαρακτηριστικά.
«Εξαφανισμένοι έμποροι»
Στην υπόθεση εμπλέκονται επίσης αλλοδαποί «εξαφανισμένοι έμποροι», οι οποίοι εμφανίζονται στα έγγραφα να έχουν πραγματοποιήσει αγορές εμπορευμάτων αξίας άνω των 40 εκατ. ευρώ, χωρίς όμως να μπορούν να εντοπιστούν από τις Αρχές.
Μέχρι σήμερα έχουν συλληφθεί τρία άτομα. Ανάμεσά τους βρίσκεται και η αλλοδαπή γυναίκα που θεωρείται πιθανότατα διαχειρίστρια και ιδιοκτήτρια μίας από τις βασικές εταιρείες του κυκλώματος. Η αντίφαση ανάμεσα στη δήλωση ότι είναι άστεγη και στη διαμονή της σε πολυτελή βίλα με πισίνα έχει προκαλέσει ιδιαίτερη αίσθηση και αποτελεί ένα από τα στοιχεία που εξετάζονται στο πλαίσιο της έρευνας.
Οι μέχρι τώρα υπολογισμοί κάνουν λόγο για φοροδιαφυγή ύψους 9,6 εκατ. ευρώ από μη καταβολή ΦΠΑ και ακόμη 8,3 εκατ. ευρώ από φόρο εισοδήματος. Παράλληλα έχουν ήδη κινηθεί οι διαδικασίες για τη δέσμευση τραπεζικών λογαριασμών και άλλων περιουσιακών στοιχείων των εμπλεκομένων, ενώ οι Αρχές έχουν κατασχέσει περισσότερα από 32.000 τεμάχια προϊόντων «μαϊμού».

