Επικουρική ασφάλιση και για υπαλλήλους φορέων της Γενικής Κυβέρνησης

Επικουρική ασφάλιση και για υπαλλήλους φορέων της Γενικής Κυβέρνησης

Χιλιάδες εργαζόμενοι στον ευρύτερο δημόσιο τομέα που λάμβαναν μόνο κύρια σύνταξη μπορούν να αποκτήσουν και επικουρική

3' 32" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Δύο ρυθμίσεις που αλλάζουν τα δεδομένα για τους εργαζομένους στο Δημόσιο περιλαμβάνει ο πρόσφατος νόμος 5316/2026 του υπουργείου Εργασίας, ο οποίος αφορά κατά κύριο λόγο την ισότητα των φύλων στην αμοιβή, αλλά φέρνει παράλληλα σημαντικές αλλαγές στο ασφαλιστικό καθεστώς χιλιάδων υπαλλήλων της Γενικής Κυβέρνησης, καθώς και στις προθεσμίες διεκδίκησης οφειλόμενων αποδοχών.

Η πρώτη ρύθμιση, που θεσμοθετείται με το άρθρο 41 του νόμου, δίνει για πρώτη φορά τη δυνατότητα προαιρετικής ένταξης στην επικουρική ασφάλιση σε μια κατηγορία υπαλλήλων που μέχρι σήμερα ήταν αποκλεισμένη από αυτήν. Πρόκειται για εργαζομένους σε φορείς της Γενικής Κυβέρνησης, οργανισμούς, νομικά πρόσωπα και λοιπές υπηρεσίες του ευρύτερου δημόσιου τομέα, οι οποίοι έως τώρα λάμβαναν αποκλειστικά κύρια σύνταξη, χωρίς πρόσβαση σε δεύτερη συνταξιοδοτική παροχή. Η ένταξη στο νέο καθεστώς δεν είναι υποχρεωτική. Oι ενδιαφερόμενοι θα πρέπει οι ίδιοι να υποβάλουν σχετική αίτηση, αφού πρώτα αξιολογήσουν τα προσωπικά οικονομικά και ασφαλιστικά τους δεδομένα.

Ο νόμος καθορίζει πού θα κατευθύνονται οι εισφορές με κριτήριο το έτος γέννησης του κάθε ασφαλισμένου, καθώς λειτουργούν ταυτόχρονα ο κλάδος επικουρικής ασφάλισης του ΕΦΚΑ και το ΤΕΚΑ. Ετσι, όσοι έχουν γεννηθεί έως τις 31 Δεκεμβρίου 1986 μπορούν να υπαχθούν προαιρετικά στον κλάδο επικουρικής ασφάλισης του ΕΦΚΑ, ο οποίος λειτουργεί με το διανεμητικό σύστημα. Οσοι έχουν γεννηθεί από την 1η Ιανουαρίου 1987 και μετά εντάσσονται απευθείας στο ΤΕΚΑ (Ταμείο Επικουρικής Κεφαλαιοποιητικής Ασφάλισης), το οποίο λειτουργεί με το κεφαλαιοποιητικό σύστημα, δηλαδή με ατομικό λογαριασμό εισφορών ανά εργαζόμενο, οι πόροι του οποίου επενδύονται.

Ξεχωριστή πρόβλεψη υπάρχει για όσους έχουν συμπληρώσει το 47ο έτος της ηλικίας τους κατά την υποβολή της αίτησης. Για την κατηγορία αυτή καταργείται ο ηλικιακός περιορισμός που ίσχυε μέχρι σήμερα, με αποτέλεσμα να μπορούν να επιλέξουν ελεύθερα ανάμεσα σε ΤΕΚΑ και ΕΦΚΑ, ανεξάρτητα από το έτος γέννησής τους. Προσοχή, όμως: η δυνατότητα αυτή δεν είναι διαρκής: η σχετική αίτηση πρέπει να υποβληθεί το αργότερο έως τις 31 Δεκεμβρίου 2026.

Η νέα ρύθμιση δεν επηρεάζει το καθεστώς άλλων κατηγοριών που είχαν ήδη δικαίωμα προαιρετικής υπαγωγής στην επικουρική ασφάλιση, όπως οι αυτοαπασχολούμενοι υγειονομικοί, οι ασφαλισμένοι του πρώην ΟΓΑ και όσοι εξαιρούνται από την υποχρεωτική επικουρική ασφάλιση βάσει ειδικών ή γενικών διατάξεων. Οι κατηγορίες αυτές διατηρούν το δικαίωμα ένταξης όπως ίσχυε έως τώρα.

Οι διεκδικήσεις

Η δεύτερη ρύθμιση αφορά τις προθεσμίες παραγραφής των αξιώσεων δημοσίων υπαλλήλων σε περιπτώσεις παραβίασης της αρχής της ίσης αμοιβής. Με το άρθρο 19 του ίδιου νόμου, ο χρόνος που έχουν στη διάθεσή τους οι υπάλληλοι του Δημοσίου για να διεκδικήσουν επιπλέον μισθούς σε τέτοιες περιπτώσεις αυξάνεται από τα δύο στα τρία έτη. Μετά την παρέλευση της τριετίας, οι σχετικές αξιώσεις παραγράφονται. Και εδώ, όμως, απαιτείται προσοχή. Η επέκταση αυτή ισχύει αποκλειστικά για τις περιπτώσεις παραβίασης της αρχής της ίσης αμοιβής. Για όλες τις υπόλοιπες αξιώσεις δημοσίων υπαλλήλων η παραγραφή παραμένει στα δύο έτη.

Να σημειωθεί ότι στον ιδιωτικό τομέα, η προθεσμία παραγραφής για αξιώσεις εργαζομένων που αφορούν δεδουλευμένους μισθούς, επιδόματα, υπερωρίες, αποζημιώσεις και κάθε άλλη απαίτηση από τη σύμβαση εργασίας παραμένει στα πέντε έτη. Στην ίδια πενταετία παραγράφονται και οι αξιώσεις που τυχόν προκύψουν μετά την εφαρμογή του νόμου για την ίση αμοιβή σε εργασία ίσης αξίας.

Για τους συνταξιούχους, η νομοθεσία διατηρεί τη διετή προθεσμία παραγραφής για αξιώσεις που αφορούν καθυστερούμενες συντάξεις, αναδρομικά ποσά, επιδόματα και βοηθήματα, καθώς και τις αντίστοιχες απαιτήσεις κληρονόμων συνταξιούχων. Η ίδια διετία ισχύει ακόμη κι όταν έχουν εκδοθεί οι σχετικές πράξεις κανονισμού σύνταξης, αλλά δεν έχουν καταβληθεί τα οφειλόμενα ποσά, καθώς και σε περιπτώσεις αναδρομικών από επανυπολογισμό σύνταξης, μη καταβληθέντων επιδομάτων, διαφορών που διαπιστώνονται εκ των υστέρων ή ποσών που προκύπτουν έπειτα από μεταβολή της συνταξιοδοτικής κατάστασης.

Η παραγραφή διακόπτεται εφόσον ο ενδιαφερόμενος προβεί, εντός της διετίας, σε μία από τις εξής ενέργειες: κατάθεση αγωγής στο αρμόδιο δικαστήριο, υποβολή αίτησης στην αρμόδια δημόσια υπηρεσία για την καταβολή της οφειλής ή υποβολή αίτησης στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους για αναγνώριση της απαίτησης. Αν υποβληθεί αίτηση στην αρμόδια υπηρεσία και αυτή δεν απαντήσει, η παραγραφή αρχίζει εκ νέου μετά την παρέλευση έξι μηνών από την υποβολή· τυχόν δεύτερη ίδια αίτηση δεν διακόπτει εκ νέου την προθεσμία, εκτός αν ακολουθήσει προσφυγή σε δικαστήριο.

Με τη συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής, η απαίτηση δεν μπορεί πλέον να διεκδικηθεί δικαστικά, ούτε να χρησιμοποιηθεί για συμψηφισμό με οφειλές προς το Δημόσιο. Αντιθέτως, αν το Δημόσιο καταβάλει ποσά μετά την παραγραφή, διατηρεί το δικαίωμα να τα αναζητήσει ως αχρεωστήτως καταβληθέντα.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT