Μεγάλο μέρος των ελληνικών νοικοκυριών αδυνατεί να καλύψει βασικές ανάγκες, όπως προκύπτει από τους δείκτες της Eurostat για τις συνθήκες διαβίωσης. Παρά τις παρεμβάσεις σε μισθούς και επιδόματα, καθώς και τη μερική αποκλιμάκωση του πληθωρισμού πέρυσι, καταγράφηκε έντονη πίεση στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς, ακόμα και πριν από τα οικονομικά πλήγματα του πολέμου στη Μέση Ανατολή για την ελληνική αγορά.
Σύμφωνα με τη σχετική έρευνα της Eurostat που δημοσιεύθηκε χθες και αφορά τους βασικούς κοινωνικούς και οικονομικούς δείκτες στην Ευρώπη, ένας στους δύο Ελληνες, και συγκεκριμένα το 50,5% του πληθυσμού, δεν μπορούσε να ανταποκριθεί σε απροσδόκητα έξοδα το 2025, όπως επισκευές ή πληρωμές για γιατρούς, σημειώνοντας σημαντική αύξηση στην οικονομική ανασφάλεια σε σύγκριση με το 2024 (43,9%). Πρόκειται για το υψηλότερο ποσοστό στην Ε.Ε. και απέχει σημαντικά από τον μέσο όρο του μπλοκ, ο οποίος διαμορφώθηκε στο 29,2% το 2025.
Εκτός αυτού, για το 46,6% των Ελλήνων, ακόμα και μία εβδομάδα διακοπών είναι οικονομικά δυσβάστακτη, με το μερίδιο να αυξάνεται οριακά σε σύγκριση με το 2024.
Ο δείκτης αυτός, ο οποίος θεωρείται επίσης βαρόμετρο της υλικής στέρησης, βρίσκεται μεταξύ των υψηλότερων στην Ε.Ε. για την Ελλάδα, μετά τη Ρουμανία (61,4%), ενώ απέχει σημαντικά από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 27,5%.
Τα ευρήματα αυτά συνάδουν με την ευρύτερη εικόνα που καταγράφει η Eurostat για τις συνθήκες διαβίωσης στη χώρα. Σύμφωνα με τα στοιχεία για το 2025, το 27,5% του πληθυσμού στην Ελλάδα διατρέχει κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού, το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό στην Ε.Ε. μετά τη Βουλγαρία (29%).
Στο μεταξύ, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ στην Ελλάδα σε όρους αγοραστικής δύναμης (PPS), δείκτης που χρησιμοποιείται ως μέτρο του βιοτικού επιπέδου, διαμορφώθηκε το 2025 στο χαμηλότερο επίπεδο της Ε.Ε. Στην τελευταία θέση του μπλοκ, μαζί με τη Βουλγαρία, η αγοραστική δύναμη των Ελλήνων ήταν 32% χαμηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και μάλιστα ελαφρώς χαμηλότερη από το 2015, όταν η χώρα βρισκόταν σε μνημονιακό καθεστώς.
Απεναντίας, η Ελλάδα συγκλίνει περισσότερο με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο ως προς το επίπεδο των τιμών. Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία της Eurostat, το 2025 ανήλθε στο 84% σε σύγκριση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, παρουσιάζοντας αύξηση σε σχέση με τα δύο προηγούμενα χρόνια.
Αξιοσημείωτο είναι ότι στα μεγέθη της Eurostat αποτυπώνονται και οι δημοσιονομικές υπεραποδόσεις της ελληνικής οικονομίας το 2025. Η Ελλάδα ήταν στη μειονότητα των χωρών της Ε.Ε. που εμφάνισαν δημοσιονομικό πλεόνασμα το 2025, ύψους 1,7%, ενώ κατέγραψε και τη μεγαλύτερη μείωση του δημοσίου χρέους, κατά 8,1 ποσοστιαίες μονάδες. Εξακολουθεί βέβαια να εμφανίζει το υψηλότερο ποσοστό χρέους ως προς το ΑΕΠ στο ευρωπαϊκό μπλοκ, αν και η ψαλίδα με την Ιταλία κλείνει και οι προβλέψεις δείχνουν ότι από φέτος δεν θα είναι η πιο χρεωμένη χώρα στην Ε.Ε. Σημειώνεται ότι θετικές επιδόσεις υπήρξαν και στην αγορά εργασίας, καθώς η Ελλάδα κατέγραψε πέρυσι τη μεγαλύτερη αύξηση της απασχόλησης στην Ε.Ε., κατά 1,7 ποσοστιαίες μονάδες.

