Η πόρτα της Ελλάδας δεν είναι ούτε κλειστή ούτε ανοικτή για τους Ελληνες που κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης αναζήτησαν καλύτερες προοπτικές επαγγελματικής εξέλιξης στο εξωτερικό. Είναι περιστρεφόμενη. Ο μόνιμος αντιπρόσωπος της Ελλάδας στον ΟΟΣΑ, πρέσβης Γιώργος Παγουλάτος, περιέγραψε, ίσως με τον καλύτερο τρόπο, την ιστορική καμπή μπροστά στην οποία βρίσκεται η χώρα μας: ύστερα από περισσότερο από μία δεκαετία κατά την οποία η οικονομική κρίση οδήγησε εκατοντάδες χιλιάδες νέους, επιστήμονες και επαγγελματίες να αναζητήσουν καλύτερες προοπτικές στο εξωτερικό, εμφανίζονται πλέον τα πρώτα σαφή σημάδια αντιστροφής της τάσης. Το 2023 αποτέλεσε χρονιά-ορόσημο, καθώς για πρώτη φορά από το 2009 οι επιστροφές Ελλήνων ξεπέρασαν τις αναχωρήσεις, σηματοδοτώντας το πέρασμα από το brain drain στις πρώτες ενδείξεις ενός brain gain.
Αυτό είναι άλλωστε και το συμπέρασμα από τη νέα αναλυτική μελέτη του ΟΟΣΑ και του Εθνικού Κέντρου Τεκμηρίωσης για την ελληνική διασπορά, η οποία παρουσιάστηκε χθες και σκιαγραφεί με λεπτομέρεια την εικόνα της ελληνικής διασποράς. Το 2020-2021 στις χώρες του ΟΟΣΑ ζούσαν 811.000 άνθρωποι που έχουν γεννηθεί στην Ελλάδα, έναντι περίπου 707.000 μία δεκαετία νωρίτερα. Πρόκειται για αύξηση 15%, παρά το γεγονός ότι η οικονομική κρίση έχει πλέον υποχωρήσει. Σχεδόν εννέα στους δέκα Ελληνες μετανάστες παγκοσμίως βρίσκονται σε χώρες του ΟΟΣΑ, γεγονός που αναδεικνύει τον ιδιαίτερα ανεπτυγμένο χαρακτήρα της ελληνικής διασποράς. Παράλληλα, η Ελλάδα εξακολουθεί να εμφανίζει από τα υψηλότερα ποσοστά μετανάστευσης μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών του ΟΟΣΑ, καθώς περίπου το 7,2% όσων έχουν γεννηθεί στη χώρα ζουν πλέον στο εξωτερικό.
Περισσότεροι από δύο στους τρεις Ελληνες που ζουν στο εξωτερικό διαθέτουν μεσαία ή υψηλή εκπαίδευση.
Η ελληνική μετανάστευση παραμένει ιδιαίτερα συγκεντρωμένη. Η Γερμανία εξακολουθεί να αποτελεί τον σημαντικότερο προορισμό, φιλοξενώντας περίπου 236.800 Ελληνες. Ακολουθούν οι Ηνωμένες Πολιτείες με περίπου 139.000, η Αυστραλία με 92.000, το Ηνωμένο Βασίλειο με σχεδόν 87.000 και ο Καναδάς με 58.000. Πλέον, τα δύο τρίτα της ελληνικής διασποράς βρίσκονται στην Ευρώπη. Η μεγαλύτερη αύξηση καταγράφεται στην Ολλανδία (+305%), στη Νορβηγία (+294%), στην Ιρλανδία (+280%), στο Λουξεμβούργο (+202%), στη Ρουμανία (+196%), στην Αυστρία (+160%), στη Δανία (+157%) και στην Ελβετία (+157%).
Περισσότεροι από δύο στους τρεις Ελληνες που ζουν στο εξωτερικό διαθέτουν μεσαία ή υψηλή εκπαίδευση. Οι περισσότεροι ανήκουν στις παραγωγικές ηλικίες, ενώ η νέα γενιά μεταναστών είναι η πιο μορφωμένη που εγκατέλειψε ποτέ τη χώρα.
Οι περισσότεροι εργάζονται ως γιατροί, επαγγελματίες υγείας, μηχανικοί, επιστήμονες, ερευνητές, ειδικοί πληροφορικής, οικονομολόγοι, στελέχη επιχειρήσεων και διοικητικά στελέχη. Πάνω από τους μισούς απασχολούνται σε επαγγέλματα μέσης ή υψηλής ειδίκευσης, ενώ σε αρκετές χώρες εμφανίζουν ακόμη υψηλότερα ποσοστά απασχόλησης από τους γηγενείς εργαζομένους. Μάλιστα γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στους Ελληνες γιατρούς. Η μελέτη επισημαίνει ότι ο αριθμός των Ελλήνων ιατρών και επαγγελματιών υγείας που εργάζονται στο εξωτερικό έχει τριπλασιαστεί από τις αρχές της δεκαετίας του 2000, γεγονός που αποτυπώνει με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο το κόστος του brain drain για το ελληνικό σύστημα υγείας.
Ομως, τα στοιχεία δείχνουν επίσης πως κάτι αλλάζει. Ετσι, και παρότι η ελληνική διασπορά εξακολουθεί να μεγαλώνει, οι ροές αρχίζουν να αντιστρέφονται. Από το 2021 οι επιστροφές αυξάνονται σταθερά, ενώ το 2023 αποτέλεσε την πρώτη χρονιά μετά την οικονομική κρίση κατά την οποία οι επιστροφές ξεπέρασαν τις αναχωρήσεις. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπουργό Εργασίας Νίκη Κεραμέως, περίπου 734.000 πολίτες εγκατέλειψαν την Ελλάδα την τελευταία δεκαπενταετία, ενώ ήδη περίπου 473.000 έχουν επιστρέψει. Με άλλα λόγια, έχει ήδη ανακτηθεί σχεδόν το 64% της μεγάλης απώλειας ανθρώπινου δυναμικού.
Οι περισσότεροι επαναπατριζόμενοι είναι ηλικίας 20 έως 39 ετών, διαθέτουν πανεπιστημιακή εκπαίδευση, μεταπτυχιακούς ή διδακτορικούς τίτλους και σημαντική εργασιακή εμπειρία στο εξωτερικό. Στην πλειονότητά τους προέρχονται από τη Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο, ενώ περίπου τρεις στους τέσσερις δηλώνουν ότι αξιοποιούν στην Ελλάδα τις γνώσεις και τις δεξιότητες που απέκτησαν στο εξωτερικό.
Στο ερώτημα δε, γιατί επιστρέφουν, η έρευνα καταλήγει σε ένα βασικό συμπέρασμα ότι οι αποδοχές αποτελούν μόνο μία παράμετρο της επιστροφής. Οπως ξεκαθάρισε ο γενικός γραμματέας Εργασιακών Σχέσεων Νίκος Μηλαπίδης, οι Ελληνες της διασποράς αναζητούν στη χώρα μας ό,τι και οι Ελληνες που έμειναν στην Ελλάδα, και έζησαν τις συνέπειες της οικονομικής κρίσης: αξιοκρατία, σταθερότητα, αποτελεσματικό κράτος, λιγότερη γραφειοκρατία, δυνατότητες επαγγελματικής εξέλιξης, καλύτερη ποιότητα ζωής και συνθήκες που θα επιτρέψουν να αξιοποιήσουν τις γνώσεις τους.

