Η άνοδος των επιτοκίων μετά και την τελευταία απόφαση της ΕΚΤ έχει αναθερμάνει τον ανταγωνισμό για τις αποταμιεύσεις. Οι τράπεζες με αιχμή τις μη συστημικές, δεν περιορίζονται πλέον στην προσφορά υψηλότερων αποδόσεων στις προθεσμιακές καταθέσεις, αλλά διευρύνουν συνεχώς την γκάμα των επιλογών τους, συνδυάζοντας την ασφάλεια της κατάθεσης με τις προοπτικές υψηλότερων αποδόσεων που προσφέρουν τα αμοιβαία κεφάλαια.
Τα συνδυαστικά αυτά προϊόντα, που επιβραβεύουν τον πελάτη με υψηλότερο επιτόκιο όταν επενδύει μέρος των χρημάτων του, λειτουργούν ως ενδιάμεσο στάδιο μεταξύ της κλασικής προθεσμιακής κατάθεσης και της απευθείας τοποθέτησης σε αμοιβαία κεφάλαια, επιτρέποντας στον πελάτη να διατηρεί σημαντικό μέρος της αποταμίευσής του σε κατάθεση, αποκτώντας παράλληλα έκθεση στις αγορές μέσω ενός περιορισμένου μέρους του χαρτοφυλακίου του.
Λειτουργούν ως «γέφυρα» ανάμεσα στην παραδοσιακή αποταμίευση και στις επενδύσεις.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το νέο CrediaBank Booster, μέσω του οποίου ο πελάτης που θα επενδύσει το 50% της συνολικής τοποθέτησης σε αμοιβαίο κεφάλαιο της BNP Paribas εξασφαλίζει επιτόκιο 3,5% στην 6μηνη προθεσμιακή κατάθεση και 2,5% στη 12μηνη. Στο σκέλος των απλών προθεσμιακών, με το μέσο επιτόκιο να διαμορφώνεται κοντά στο 1%, η Optima Bank ανέβασε τον πήχυ, ανακοινώνοντας από την 1η Ιουλίου νέα προθεσμιακή για νέα κεφάλαια, προσφέροντας επιτόκιο 2% για ποσά από 50.000 έως 200.000 ευρώ και 2,10% για μεγαλύτερες τοποθετήσεις, με διάρκεια 6 ή 12 μηνών και μηνιαία καταβολή τόκων. Αντίστοιχα, η CrediaBank ενίσχυσε τις αποδόσεις του προγράμματος CrediaBank Prime, που προϋποθέτει ελάχιστο ποσό κατάθεσης τα 20.000 ευρώ, προσφέροντας επιτόκιο 1,90% για νέες καταθέσεις διάρκειας 3, 6 ή 12 μηνών και 2% για ποσά άνω των 50.000 ευρώ.
Στα συνδυαστικά προϊόντα το συνολικό κεφάλαιο μπορεί να ξεκινάει από χαμηλότερα ποσά της τάξης των 10.000 ευρώ και κλιμακώνεται ανάλογα με την τράπεζα. Δεν αποτελούν μια νέα τάση, αλλά όπως εξηγούν αρμόδια τραπεζικά στελέχη, πρόκειται για προϊόντα που διατηρούν τη δυναμική τους στην αγορά, καθώς ένας στους πέντε προθεσμιακούς λογαριασμούς που ανανεώνονται στα καταστήματα κατευθύνεται σε συνδυαστικά προϊόντα αυτού του τύπου.
Σύμφωνα με αρμόδιες πηγές, αποτελούν βασικό στοιχείο της στρατηγικής των τραπεζών, καθώς λειτουργούν ως «γέφυρα» ανάμεσα στην παραδοσιακή αποταμίευση και στις επενδύσεις.
Απευθύνονται κυρίως σε καταθέτες που εξακολουθούν να δίνουν προτεραιότητα στην ασφάλεια της προθεσμιακής κατάθεσης, αλλά είναι διατεθειμένοι να τοποθετήσουν ένα περιορισμένο μέρος των χρημάτων τους σε αμοιβαία κεφάλαια, διεκδικώντας υψηλότερες αποδόσεις. «Είναι μια πρώτη ευκαιρία να εξοικειώσουμε αυτή την κατηγορία πελατών με τον κόσμο των επενδύσεων», σχολιάζει στην «Κ» επικεφαλής επενδυτικών προϊόντων λιανικής συστημικής τράπεζας.
Η σταθερή αποδοχή των συνδυαστικών προϊόντων δεν αποτελεί μεμονωμένο φαινόμενο, αλλά εντάσσεται στη γενικότερη στροφή των ελληνικών νοικοκυριών προς τα επενδυτικά προϊόντα.
Την τελευταία τριετία –από το 2023 έως και το α΄ εξάμηνο του 2026– τα αμοιβαία κεφάλαια έχουν προσελκύσει νέες καθαρές εισροές άνω των 15 δισ. ευρώ, γεγονός που αποτυπώνει τη σταδιακή αλλαγή της επενδυτικής κουλτούρας των αποταμιευτών. Αποτέλεσμα αυτής της στροφής είναι και το γεγονός ότι την ίδια περίοδο οι προθεσμιακές καταθέσεις αυξήθηκαν, αλλά με σαφώς βραδύτερο ρυθμό, καθώς το υπόλοιπό τους διαμορφώθηκε από περίπου 25 δισ. ευρώ στις αρχές του 2023 σε περίπου 33 δισ. ευρώ στα τέλη Μαΐου 2026. Η διαφορά στην πορεία των δύο κατηγοριών αποδίδεται σε μεγάλο βαθμό στο γεγονός ότι, κατά τα πρώτα στάδια της αυστηροποίησης της νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ, οι αποδόσεις των προθεσμιακών καταθέσεων δεν ακολούθησαν με την ίδια ταχύτητα την άνοδο των βασικών επιτοκίων. Ετσι, ένα μέρος των αποταμιευτών στράφηκε στα αμοιβαία κεφάλαια αναζητώντας υψηλότερες αποδόσεις, μια τάση που εξακολουθεί να τροφοδοτεί την ανάπτυξη της αγοράς.
Παρότι η φιλοσοφία των συνδυαστικών προϊόντων είναι κοινή, κάθε τράπεζα έχει διαμορφώσει τη δική της εμπορική πολιτική, τόσο ως προς το ποσοστό που επενδύεται σε αμοιβαία κεφάλαια όσο και ως προς το επιτόκιο που προσφέρει στην προθεσμιακή κατάθεση.
• Η Εθνική Τράπεζα ακολουθεί την πιο συντηρητική προσέγγιση, δίνοντας τη δυνατότητα στον πελάτη να ξεκινήσει με ελάχιστο ποσό από 20.000 ευρώ ακόμη και με επένδυση μόλις του 10% της συνολικής τοποθέτησης σε επιλεγμένα αμοιβαία κεφάλαια, διατηρώντας το υπόλοιπο 90% σε προθεσμιακή κατάθεση. Παράλληλα, προσφέρει εναλλακτικές αναλογίες 75%-25% και 50%-50%, με το επιτόκιο της προθεσμιακής να αυξάνεται όσο μεγαλύτερο είναι το ποσοστό που κατευθύνεται στην επένδυση. Στη μέγιστη αναλογία, όπου το ήμισυ της τοποθέτησης επενδύεται σε αμοιβαία κεφάλαια, το επιτόκιο της 6μηνης προθεσμιακής φθάνει το 2% ή το 1,90% για 12μηνη προθεσμιακή.
• Η Alpha Bank κινείται σε αντίστοιχη κατεύθυνση μέσω του προγράμματος Alpha Plus, το οποίο απευθύνεται σε τοποθετήσεις από 15.000 ευρώ. Ο πελάτης μπορεί να επιλέξει είτε αναλογία 80% κατάθεση και 20% επένδυση, είτε ισόποση κατανομή 50%-50%. Στη δεύτερη περίπτωση το ετησιοποιημένο επιτόκιο της 6μηνης προθεσμιακής διαμορφώνεται στο 2,25%, ενώ στην πρώτη ανέρχεται στο 1,75%.
• Η Eurobank με ελάχιστο ποσό τα 30.000 ευρώ προσφέρει επίσης δύο βασικές επιλογές, με αναλογίες 80%-20% και 50%-50%, για προθεσμιακές διάρκειας 6 ή 9 μηνών. Το επιτόκιο για το σκέλος της προθεσμιακής 6μηνης διάρκειας κυμαίνεται μεταξύ 1,70%-1,90% και μεταξύ 1,50%-1,70% για 9μηνη διάρκεια όταν η προθεσμιακή αντιστοιχεί στο 50% του επενδυόμενου ποσού.
• Στο πρόγραμμα «Πειραιώς Μέγας» της Τράπεζας Πειραιώς, που προϋποθέτει ελάχιστο ποσό 10.000 ευρώ η αναλογία μεταξύ κατάθεσης και επένδυσης διαμορφώνεται στο 70%-30% ή στο 50%-50% και το επιτόκιο για το σκέλος προθεσμιακής 12μηνης διάρκειας διαμορφώνεται στο 1,40%. Παρά τις επιμέρους διαφοροποιήσεις, η βασική λογική είναι κοινή: όσο μεγαλύτερο είναι το ποσό που κατευθύνεται σε αμοιβαία κεφάλαια, τόσο υψηλότερη είναι η απόδοση που προσφέρει η τράπεζα στην προθεσμιακή κατάθεση.

