Η πρόσφατη εξαγγελία του υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών για αύξηση του ακατάσχετου τραπεζικού λογαριασμού από τα 1.250 στα 1.600 ευρώ αποτελεί μια θετική και αναγκαία παρέμβαση κοινωνικής προστασίας. Πρόκειται για την πρώτη ουσιαστική αναπροσαρμογή ενός ορίου που παρέμενε ουσιαστικά αμετάβλητο για περισσότερο από μία δεκαετία, παρά τις μεγάλες μεταβολές που σημειώθηκαν στο κόστος ζωής, στους μισθούς, στις συντάξεις και γενικότερα στην οικονομία. Η συγκεκριμένη πρωτοβουλία αναγνωρίζει μια πραγματικότητα που βιώνουν καθημερινά χιλιάδες νοικοκυριά.
Το ύψος των βασικών δαπανών διαβίωσης έχει αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, ενώ η προστασία του ελάχιστου διαθέσιμου εισοδήματος αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής και της οικονομικής αξιοπρέπειας των πολιτών. Ωστόσο η θετική αυτή εξέλιξη αναδεικνύει ταυτόχρονα ένα δεύτερο ζήτημα, το οποίο χρήζει εξίσου σοβαρής εξέτασης.
Εάν το ακατάσχετο τραπεζικών καταθέσεων των 1.250 ευρώ κρίθηκε πλέον ανεπαρκές και αυξάνεται στα 1.600 ευρώ, τότε εύλογα τίθεται το ερώτημα γιατί παραμένει αμετάβλητο το όριο προστασίας μισθών και συντάξεων στα 1.000 ευρώ, αν λάβουμε υπόψη ως «δίδυμο» τη διάταξη και ότι στην πράξη δεν συγχέονται τα δύο διαφορετικά ακατάσχετα που προβλέπει το άρθρο 33 του ΚΕΔΕ (άρθρο 31 του ν.δ. 356/1974), αλλά ισχύουν και τα δύο όρια, σε διαφορετικό όμως στάδιο:
Η φορολογική διοίκηση έχει επανειλημμένως δεχθεί ότι:
• Το μεν ακατάσχετο των 1.000 ευρώ αφορά την απαίτηση έναντι του εργοδότη ή του ασφαλιστικού φορέα.
• Το δε ακατάσχετο των 1.250 ευρώ αφορά τις τραπεζικές καταθέσεις στον δηλωμένο λογαριασμό.
Συνεπώς, οι δύο διατάξεις λειτουργούν παράλληλα και όχι ανταγωνιστικά. Υπηρετούν τον ίδιο θεμελιώδη σκοπό: τη διασφάλιση ενός ελάχιστου εισοδήματος που δεν μπορεί να στερηθεί ο πολίτης ακόμη και όταν αντιμετωπίζει ληξιπρόθεσμες οφειλές προς το Δημόσιο ή άλλους φορείς.
Παρότι λειτουργούν σε διαφορετικό στάδιο της διαδικασίας –η μία πριν από την καταβολή του εισοδήματος και η άλλη μετά την κατάθεσή του στον τραπεζικό λογαριασμό– η φιλοσοφία τους είναι κοινή και αλληλένδετη.
Σήμερα, το όριο των 1.000 ευρώ για μισθούς και συντάξεις εξακολουθεί να αντικατοπτρίζει οικονομικά δεδομένα μιας διαφορετικής εποχής. Από τότε που θεσπίστηκε, έχουν μεσολαβήσει η έξοδος από τα μνημόνια, η πανδημία, η ενεργειακή κρίση, οι έντονες πληθωριστικές πιέσεις και η συνολική αύξηση του κόστους διαβίωσης. Παράλληλα, αυξήθηκαν ο κατώτατος μισθός, οι αποδοχές πολλών εργαζομένων και οι συντάξεις, χωρίς όμως να ακολουθήσει αντίστοιχη αναπροσαρμογή του ορίου προστασίας.
Αρκεί να δούμε τη σύγκριση με την εξέλιξη του κατώτατου μισθού που αναδεικνύει ότι το ισχύον όριο έχει απολέσει σημαντικό μέρος της πραγματικής προστατευτικής του αξίας:
• 2014: ακατάσχετο 1.500 ευρώ – κατώτατος μισθός 586 ευρώ.
• 2015: ακατάσχετο 1.000 ευρώ – κατώτατος μισθός 586 ευρώ.
• 2025: ακατάσχετο 1.000 ευρώ – κατώτατος μισθός 880 ευρώ.
• 2026: ποιο πρέπει να είναι με τον κατώτατο μισθό 920 ευρώ(;)
Η διατήρηση δύο τόσο διαφορετικών ορίων δημιουργεί πλέον μια εμφανή αναντιστοιχία στο ίδιο το σύστημα προστασίας.
Από τη μία πλευρά, η Πολιτεία αναγνωρίζει ότι απαιτείται ακατάσχετο ύψους 1.600 ευρώ για να προστατευθούν επαρκώς τα χρήματα που βρίσκονται σε έναν δηλωμένο τραπεζικό λογαριασμό.
Από την άλλη, εξακολουθεί να θεωρεί ότι το αντίστοιχο ελάχιστο επίπεδο προστασίας για μισθούς και συντάξεις παραμένει στα 1.000 ευρώ.
Η ανάγκη για νομοθετική συνοχή είναι προφανής.
Η προστασία του ελάχιστου εισοδήματος των πολιτών χρειάζεται ενιαία και συνεκτική αντιμετώπιση που να ανταποκρίνεται στις πραγματικές συνθήκες της οικονομίας και στις ανάγκες των πολιτών και δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται αποσπασματικά.
Αξίζει επίσης να επισημανθεί ότι η αναπροσαρμογή των σχετικών ορίων δεν συνιστά χαλάρωση της φορολογικής συμμόρφωσης ούτε περιορίζει την ικανότητα του Δημοσίου να εισπράττει τις οφειλές του.
Η αποτελεσματική είσπραξη των δημοσίων εσόδων αποτελεί αναμφισβήτητη υποχρέωση κάθε σύγχρονου κράτους.
Ταυτόχρονα όμως, εξίσου σημαντική είναι η διασφάλιση ότι οι διαδικασίες αναγκαστικής είσπραξης δεν οδηγούν σε οικονομική ασφυξία πολίτες οι οποίοι ήδη βρίσκονται σε δυσχερή θέση.
Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι τα συστήματα είσπραξης λειτουργούν αποτελεσματικότερα όταν συνδυάζουν τη συνέπεια απέναντι στις υποχρεώσεις με εύλογα επίπεδα κοινωνικής προστασίας.
Η ύπαρξη ενός επαρκούς ακατάσχετου ορίου δεν λειτουργεί υπέρ της αθέτησης των υποχρεώσεων. Αντιθέτως, επιτρέπει στον οφειλέτη να διατηρεί τις βασικές προϋποθέσεις διαβίωσης και να παραμένει ενεργός οικονομικά και επαγγελματικά. Η αύξηση του ακατάσχετου λογαριασμού στα 1.600 ευρώ αποτελεί, συνεπώς, ένα σημαντικό πρώτο βήμα.
Συνεπώς για λόγους συστηματικής συνοχής της νομοθεσίας: θα ήταν λογικό να εξεταστεί ταυτόχρονα και η αναπροσαρμογή του ορίου των 1.000 ευρώ για μισθούς και συντάξεις, το οποίο παραμένει αμετάβλητο εδώ και πολλά χρόνια, ώστε το σύστημα προστασίας του ελάχιστου εισοδήματος να αποκτήσει τη συνοχή και την αποτελεσματικότητα που απαιτούν οι σημερινές συνθήκες.
Σε μια περίοδο κατά την οποία η κυβέρνηση επιδιώκει να ενισχύσει την εμπιστοσύνη των πολιτών προς τους θεσμούς και να δημιουργήσει ένα πιο δίκαιο πλαίσιο αντιμετώπισης του ιδιωτικού χρέους, η ταυτόχρονη αναπροσαρμογή και των δύο ορίων θα αποτελούσε μια συνεπή και κοινωνικά ισορροπημένη επιλογή.
Η προστασία της αξιοπρεπούς διαβίωσης δεν είναι προνόμιο. Είναι θεμελιώδης προϋπόθεση μιας δίκαιης και αποτελεσματικής οικονομικής πολιτικής.
Και το ζήτημα αυτό είμαστε βέβαιοι ότι θα συμπεριλάβουν στην τροπολογία οι νομικοί συνεργάτες του κ. υπουργού, καθώς είναι αναγκαίο δίδυμο η διάταξη και στις δύο παραγράφους (1 και 2) του άρθρου 33 του ΚΕΔΕ.
* Ο κ. Γιώργος Δ. Χριστόπουλος είναι φοροτεχνικός – οικονομολόγος.

