Σε ζήτημα πολύ πέρα από την αμοιβή εξελίσσεται η ανισότητα, καθώς η εισοδηματική βελτίωση που καταγράφεται τα τελευταία χρόνια δεν έχει μεταφραστεί σε αντίστοιχη αναβάθμιση των συνθηκών διαβίωσης για τα ελληνικά νοικοκυριά, τα οποία εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν άνιση μεταχείριση και περιορισμένες ευκαιρίες. Σύμφωνα με έρευνα του ΙΟΒΕ που παρουσιάστηκε χθες σε ειδική εκδήλωση, η χαμηλή ποιότητα εργασίας, η αναποτελεσματικότητα του εκπαιδευτικού συστήματος, οι υψηλές ιδιωτικές δαπάνες υγείας, το «αόρατο» βάρος της μακροπρόθεσμης φροντίδας των ηλικιωμένων και η αυξανόμενη πίεση από το κόστος στέγασης είναι παράγοντες που αλληλοτροφοδοτούνται, δημιουργώντας μεγάλες και σοβαρές διακρίσεις στην καθημερινή ζωή των φτωχότερων νοικοκυριών.
Κατ’ αρχάς, σχεδόν επτά στα δέκα νοικοκυριά δηλώνουν πως δυσκολεύονται να καλύψουν τις βασικές τους ανάγκες, με συγκεκριμένες ευάλωτες κοινωνικές ομάδες, όπως οι νέοι, οι μονογονεϊκές οικογένειες, οι γυναίκες, οι άνεργοι και οι Ελληνες χαμηλότερου εκπαιδευτικού επιπέδου να επηρεάζονται περισσότερο. Συνεπώς, παρά τη συρρίκνωση της ανισότητας στους στατιστικούς δείκτες –όπως αποτυπώνεται στη μείωση του δείκτη μέτρησης ανισοτήτων Gini, από 34,2% το 2015 σε 31,6% το 2025–, η αίσθηση της ανισότητας παραμένει έντονη. «Η (σ.σ. εισοδηματική) ανάκαμψη του τελευταίου διαστήματος, παρότι ουσιαστική, δεν κατόρθωσε να αντιστρέψει αυτές τις δομικές ασυμμετρίες», αναφέρει η μελέτη του ΙΟΒΕ.
Πέρα από το εισόδημα, η ελληνική αγορά εργασίας εμφανίζει διαρθρωτικά χαρακτηριστικά που περιορίζουν την κοινωνική κινητικότητα. Η υψηλή αυτοαπασχόληση της τάξεως του 24,3% των εργαζομένων, η χαμηλή συμμετοχή γυναικών και ΑμεΑ στην εργασία, η επίμονη μακροχρόνια ανεργία για πάνω από 50% των καταγεγραμμένων ανέργων και η περιορισμένη κάλυψη από συλλογικές συμβάσεις συντηρούν τις αποκλίσεις σε εισοδήματα και ευκαιρίες.
Η εκπαιδευτική ανέλιξη
Τις ανισότητες τροφοδοτεί και το εκπαιδευτικό σύστημα, όπως διαπιστώνει το ΙΟΒΕ. Μολονότι οι απόφοιτοι τριτοβάθμιας εκπαίδευσης αυξάνονται σταθερά, φτάνοντας από περίπου 26,5% των ατόμων μεταξύ 25-74 ετών το 2015 σε 32,6% το 2025, οι πιθανότητες εκπαιδευτικής ανέλιξης εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από το κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο της κάθε οικογένειας. Ειδικότερα, λόγω της έντονης εξάρτησης από φροντιστήρια και ιδιωτικά ιδρύματα, αλλά και των δυσκολιών ολοκλήρωσης των σπουδών, η πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση παραμένει σε μεγάλο βαθμό προνόμιο των υψηλότερων εισοδηματικών στρωμάτων. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι μόλις περίπου 12% των παιδιών από χαμηλά στρώματα φτάνουν στα υψηλότερα επίπεδα εκπαίδευσης, ένα μοτίβο που επαναλαμβάνεται και μετέπειτα στην πιθανότητα εύρεσης εργασίας και δη με υψηλές αποδοχές.
Επιπλέον, στη διαιώνιση των ανισοτήτων συμβάλλει η πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας, που επηρεάζεται σημαντικά από το εισόδημα. Οι Ελληνες, άλλωστε, καταβάλλουν ένα από τα υψηλότερα ποσοστά ιδιωτικών δαπανών υγείας στην Ε.Ε., μια κατάσταση που περιορίζει την πρόσβαση των χαμηλότερων εισοδηματικών στρωμάτων σε επαρκείς υπηρεσίες πρόληψης, διάγνωσης και θεραπείας. Ως αποτέλεσμα, οι δείκτες υγείας και το προσδόκιμο ζωής εμφανίζονται δυσμενέστερα στα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα. Χαρακτηριστικό είναι ότι τα χρόνια νοσήματα αφορούν το 30% των ατόμων στο χαμηλότερο εισοδηματικό τεταρτημόριο, έναντι 18% στο υψηλότερο.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η διάσταση της μακροχρόνιας φροντίδας όσο οξύνεται το δημογραφικό πρόβλημα στη χώρα. Ελλείψει επαρκών υπηρεσιών και δομών φροντίδας, με την Ελλάδα να βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις της Ευρώπης ως προς τη σχετική χρηματοδότηση, η ευθύνη μεταφέρεται εκ των πραγμάτων στην οικογένεια, επιβαρύνοντας δυσανάλογα τις γυναίκες και δυσκολεύοντας τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα. Πέρα από τους ηλικιωμένους, οι ανάγκες αυτές αφορούν άτομα τα οποία λόγω σωματικής ή ψυχικής ευαλωτότητας ή αναπηρίας εξαρτώνται για παρατεταμένο χρονικό διάστημα από βοήθεια για καθημερινές δραστηριότητες.
Το κόστος της στέγασης
Τέλος, τα τελευταία χρόνια η στέγαση αναδεικνύεται ως δυνητική πηγή ανισοτήτων. Η άνοδος του κόστους της στέγασης και των ενοικίων επιβάρυνε δυσανάλογα τους ενοικιαστές χαμηλού εισοδήματος, ενώ η αύξηση των αξιών των ακινήτων διεύρυνε το χάσμα μεταξύ ιδιοκτητών και ενοικιαστών. Στο μεταξύ, αυξάνεται ο αριθμός των νοικοκυριών που δυσκολεύονται να ανταποκριθούν στις ενεργειακές και στεγαστικές υποχρεώσεις τους.
Σύμφωνα με το ΙΟΒΕ, οι ανισότητες σε αυτούς τους έξι τομείς αλληλοτροφοδοτούνται. Η χαμηλή εκπαιδευτική επίδοση περιορίζει τις προοπτικές στην αγορά εργασίας, ενώ η επισφαλής απασχόληση εντείνει τη στεγαστική επιβάρυνση. Παράλληλα, η ανεπαρκής πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας και φροντίδας αυξάνει την οικονομική εξάρτηση και δυσχεραίνει περαιτέρω τις δυνατότητες κοινωνικής ανέλιξης.
Η συσσώρευση αυτών των εμποδίων πλήττει κυρίως συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες, όπως οι νέοι, οι γυναίκες, τα μονογονεϊκά νοικοκυριά, οι αυτοαπασχολούμενοι χαμηλού εισοδήματος και τα άτομα με αναπηρία, όπως εξηγεί το ΙΟΒΕ. Ως αποτέλεσμα, οι ανισότητες αναπαράγονται και ενισχύονται, επηρεάζοντας δυσανάλογα το βιοτικό επίπεδο και τις ευκαιρίες αυτών των ομάδων.

