Σχεδιάζοντας το αύριο της χώρας

8' 36" χρόνος ανάγνωσης

Η χώρα μας βρίσκεται σε σταυροδρόμι κρίσιμων αποφάσεων για το μέλλον της. Το διεθνές περιβάλλον κυριαρχείται από σημαντικές προκλήσεις, κινδύνους και αβεβαιότητες που δεν ευνοούν την αναπτυξιακή δυναμική, με ορατό τον κίνδυνο στασιμοπληθωρισμού. Τροφοδοτούνται από σοβαρές γεωπολιτικές συγκρούσεις, ανατρεπτικές τεχνολογικές εξελίξεις, μεγάλη κλιματική αλλαγή, άνευ προηγουμένου ενεργειακή κρίση και μια αμερικανική εξωτερική πολιτική που ανατρέπει το status quo με την υιοθέτηση του δόγματος «America First».

Η Ευρώπη παραμένει με σημαντικές προκλήσεις: δημογραφικό, τεχνολογική υστέρηση, γραφειοκρατία και πολυφωνία στις αποφάσεις, χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, ηγεσίες χωρίς όραμα, βαρύ κοινωνικό κράτος.

Η αφύπνιση της Ευρώπης απέναντι στην αμερικανική επιθετικότητα οδηγεί σε πρωτοβουλίες ενίσχυσης της βιομηχανικής πολιτικής, της τεχνολογικής αναβάθμισης, της αυτόνομης αμυντικής θωράκισης, της επιτάχυνσης της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και της σταδιακής μετατόπισης παραγωγικών αλυσίδων προς την Ευρώπη και την Ανατολική Μεσόγειο (nearshoring / friend-shoring). Αλλά η Ευρώπη παραμένει με σημαντικές προκλήσεις: δημογραφικό, τεχνολογική υστέρηση, γραφειοκρατία και πολυφωνία στις αποφάσεις, χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, ηγεσίες χωρίς όραμα, βαρύ κοινωνικό κράτος.

Οι κατακτήσεις που οφείλουμε να προστατεύσουμε

Η Ελλάδα έχει καταγράψει αναμφίβολα σημαντικές οικονομικές επιτυχίες τα τελευταία χρόνια, ανακτώντας τη μακροοικονομική σταθερότητα και προοπτική. Οφείλουμε όλοι, με σοβαρότητα και ευθύνη, να μην επαναλάβουμε τα λάθη του παρελθόντος –που θα τα πληρώσουμε ακριβά– αλλά να προστατεύσουμε συλλογικά εκείνες τις πολιτικές που διασφαλίζουν οικονομική, δημοσιονομική και πολιτική σταθερότητα, αναπτυξιακή δυναμική και ρεαλιστική δυνατότητα πολιτικών συμπεριληπτικής μεγέθυνσης και δίκαιης κατανομής των ωφελειών της ανάπτυξης. Κοινωνική πολιτική χωρίς ανάπτυξη δεν έχει μακροχρόνια βιωσιμότητα.

Δεν πρέπει να γίνουν αντικείμενο λαϊκισμού και εύκολης ψηφοθηρίας η δημοσιονομική και πολιτική σταθερότητα, το ελκυστικό περιβάλλον για επιχειρηματικότητα και ξένα κεφάλαια, η σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος, η επενδυτική βαθμίδα και το χαμηλό ασφάλιστρο κινδύνου δανεισμού, η θεσμική αξιοπιστία και συνέπεια, καθώς και η απρόσκοπτη πρόσβαση στις διεθνείς κεφαλαιαγορές. Ο σχεδιασμός για το αύριο της χώρας –ανεξαρτήτως ιδεολογικής προσέγγισης– οφείλει να μη θέτει σε κίνδυνο τις «ιερές αγελάδες» της οικονομικής και κοινωνικής σταθερότητας.

Η κληρονομιά της κρίσης και οι σημερινές διαρθρωτικές προκλήσεις

Η υλοποίηση των μνημονίων την περασμένη δεκαετία αποκατέστησε τη δημοσιονομική σταθερότητα και τη διεθνή αξιοπιστία της χώρας, αλλά κατέστρεψε την επενδυτική και αποταμιευτική της βάση. Η σημερινή κυβέρνηση έχει να επιδείξει σημαντικά αποτελέσματα στη μακροοικονομική σταθεροποίηση και δυναμική. Στον παραγωγικό μετασχηματισμό όμως, στην παραγωγικότητα και στην πραγματική σύγκλιση με την Ευρωζώνη, η πρόοδος υπολείπεται των αναγκών. Παρά τη σταθερότητα, τη βελτίωση του επιχειρηματικού κλίματος, τα ευνοϊκά φορολογικά μέτρα υπέρ του κεφαλαίου, τους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης και την άνευ προηγουμένου βελτίωση της κερδοφορίας και ρευστότητας τραπεζών και επιχειρήσεων, δεν αντιμετωπίσαμε πέντε αλληλένδετες υστερήσεις:

Δεν βελτιώθηκε ουσιωδώς η παραγωγικότητα και η εγχώρια προστιθέμενη αξία, ενώ η παραγωγικότητα ακολουθεί βραδύτερα τους μισθούς, μειώνοντας την ανταγωνιστικότητα.

Δεν προκλήθηκε η αναγκαία ισχυρή επενδυτική ώθηση, ενώ η σύνθεση των εγχώριων και ξένων επενδύσεων κυριαρχείται από ακίνητα και κατασκευές, που δεν βελτιώνουν σοβαρά την παραγωγικότητα.

Δεν έκλεισε το αποταμιευτικό κενό, με αποτέλεσμα να εξαρτιόμαστε από εισροές ξένων κεφαλαίων για επενδύσεις.

Δεν άλλαξε το παραγωγικό πρότυπο: η κατανάλωση εξακολουθεί να οδηγεί την ανάπτυξη και παραμένει η υψηλότερη ως ποσοστό του ΑΕΠ στην Ευρωζώνη.

Παραμένουμε χώρα  με σχεδόν τη χαμηλότερη παραγωγικότητα, ιδιωτική αποταμίευση και σχηματισμό παγίου κεφαλαίου ως ποσοστό του ΑΕΠ, και με την υψηλότερη ιδιωτική κατανάλωση και επίπεδο φτώχειας στην Ευρωζώνη.

Χειροτέρευσε η άνιση κατανομή πλούτου και εισοδημάτων, πηγή εντάσεων και πολιτικού εξτρεμισμού.

Παραμένουμε χώρα με σχεδόν τη χαμηλότερη παραγωγικότητα, ιδιωτική αποταμίευση και σχηματισμό παγίου κεφαλαίου ως ποσοστό του ΑΕΠ, και με την υψηλότερη ιδιωτική κατανάλωση και επίπεδο φτώχειας στην Ευρωζώνη.

Η διάγνωση των προκλήσεων

1. Δημογραφική πίεση και ανθρώπινο κεφάλαιο

Η χώρα –μικρή αγορά για τα ευρωπαϊκά δεδομένα, με παραγωγικό μοντέλο εντάσεως εργασίας και υπηρεσιών– αντιμετωπίζει οξύτατο δημογραφικό πρόβλημα, σημαντική αναντιστοιχία δεξιοτήτων και αναγκών στην αγορά εργασίας, καθώς και αυξανόμενη έλλειψη εργατικών χεριών. Ο πληθυσμός συρρικνώνεται και γερνά: εκτιμάται απώλεια ενός εκατομμυρίου ατόμων εργάσιμης ηλικίας έως το 2050. Χωρίς ριζοσπαστικά και εμπροσθοβαρή μέτρα και χωρίς ολοκληρωμένο μακροχρόνιο σχέδιο, η εγχώρια αγορά θα συρρικνώνεται, το κόστος εργασίας θα αυξάνεται, το ασφαλιστικό σύστημα θα επιβαρύνεται και τα δημοσιονομικά έσοδα θα περιορίζονται, οδηγώντας σε χαμηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης, ενώ οι δυνατότητες κοινωνικής πολιτικής θα περιορίζονται δραστικά.

Απαιτούνται ισχυρότερα μέτρα στοχευμένης οικονομικής μετανάστευσης, μαζικότερη επιστροφή Ελλήνων του εξωτερικού, μετακίνηση εργατικού δυναμικού από το Δημόσιο στον ιδιωτικό τομέα, ριζοσπαστική οικογενειακή πολιτική και κίνητρα συμμετοχής νέων και γυναικών στην αγορά εργασίας. Πρωτίστως, χρειαζόμαστε μετασχηματισμό της οικονομίας από εντάσεως εργασίας σε εντάσεως κεφαλαίου – δηλαδή μεγάλη επενδυτική ώθηση.

2. Το χάσμα των παραγωγικών επενδύσεων

Παρά τις βελτιώσεις των τελευταίων ετών (έκλεισε κατά 30% το επενδυτικό κενό), ο ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου παραμένει από τους χαμηλότερους στην Ευρωζώνη. Η συνέπεια είναι γερασμένη κεφαλαιακή βάση –υποδομές και μηχανολογικός εξοπλισμός– με χαμηλή τεχνολογική ενσωμάτωση και περιορισμένες δυνατότητες πραγματικών μισθολογικών αυξήσεων. Χρειαζόμαστε επιθετικό σχέδιο ισχυρής επενδυτικής ώθησης, με στόχο τη βελτίωση της παραγωγικότητας και των αμοιβών των εργαζομένων. Αποτελεί ουσιαστικό και ρεαλιστικό μονόδρομο. Οι πυλώνες:

Εθνικά κλαδικά σχέδια σε τέσσερις τομείς: (α) αναβάθμιση του αγροτικού τομέα, που νοσεί διαχρονικά παρά τα 180 δισ. ευρώ κοινοτικών πόρων των τελευταίων 40 ετών· (β) ανάκαμψη της αμυντικής βιομηχανίας, που εγκαταλείψαμε στον κρατισμό· (γ) ολοκληρωμένη διαχείριση υδάτινων πόρων· (δ) αναβάθμιση των μεταφορικών υποδομών (σιδηρόδρομος, λιμάνια, οδικά δίκτυα, αποθηκευτικά κέντρα), δεδομένης της γεωγραφικής μας θέσης στις παρυφές της Ευρώπης.

Αναμόρφωση του φορολογικού πλαισίου ως προς προσόδους κεφαλαίου, αποσβέσεις, ασφαλιστικές εισφορές, διαγενεακή μεταφορά πλούτου και ευνοϊκότερης φορολόγησης της εργασίας, ώστε να ευνοούνται δραστικά οι παραγωγικές επενδύσεις, η ένταση εργασίας, οι εξαγωγές, η επιλεκτική υποκατάσταση εισαγωγών, οι τεχνολογίες αιχμής και η δικαιότερη κατανομή πλούτου.

Θεσμικό και ρυθμιστικό κόστος. Η βραδεία απονομή δικαιοσύνης, η πολυνομία, η αδειοδότηση, η αναποτελεσματική δημόσια διοίκηση, η φορολογική αστάθεια και το ασαφές χωροταξικό καθιστούν την Ελλάδα μία από τις πιο «ακριβές» χώρες της Ε.Ε. ως προς το κόστος επενδύσεων. Εξίσου κρίσιμη είναι η μεταρρύθμιση σε υγεία και παιδεία, που με σύμπραξη δημοσίου – ιδιωτικού τομέα μπορούν να μετατραπούν από παθογένειες σε αναπτυξιακούς πυλώνες. Καθοριστική είναι και η τεχνολογική αναβάθμιση του Δημοσίου και ο περιορισμός της φοροδιαφυγής, μέσω σταδιακού περιορισμού των μετρητών (ξεκινώντας από τις επιχειρήσεις), ενιαίας ψηφιακής πλατφόρμας και υποχρεωτικής ηλεκτρονικής τιμολόγησης, δημιουργώντας διευρυμένες δυνατότητες κοινωνικής πολιτικής.

Αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας με αναπτυξιακό και επενδυτικό σκοπό, μέσω προκαθορισμένων σχεδίων με προ-εγκεκριμένες αδειοδοτήσεις, χρήσεις γης και περιβαλλοντικές μελέτες. Στον τομέα γίνονται αργά βήματα, ενώ απαιτούνται άλματα, εμπροσθοβαρής σχεδιασμός και επενδυτική τόλμη.

Εθνικός επενδυτικός βραχίονας για χρηματοδότηση και συγχρηματοδότηση παραγωγικών επενδύσεων με τον ιδιωτικό τομέα, με βάση το Υπερταμείο ή την Ελληνική Τράπεζα Ανάπτυξης ή ευρωπαϊκά πρότυπα (KfW, CDP, BPI France), ενόψει του επενδυτικού κενού μετά το 2026.

Αύξηση των επενδύσεων σε Ερευνα και Ανάπτυξη, που παραμένουν από τις χαμηλότερες στην Ευρωζώνη, ενίσχυση κεφαλαίων υψηλότερου κινδύνου (startups, venture capital, private equity, angel investment), διασύνδεση πανεπιστημίου και έρευνας με τις ανάγκες της οικονομίας και ανάπτυξη ειδικοτήτων που ζητά η αγορά.

3. Ενέργεια και κλιματική μετάβαση: Η διπλή πρόκληση

Παρά τη ραγδαία διείσδυση των ΑΠΕ, η Ελλάδα έχει από τις υψηλότερες βιομηχανικές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας στην Ε.Ε. –το «ελληνικό ενεργειακό παράδοξο»– ροκανίζοντας την ανταγωνιστικότητα ενεργοβόρων και άλλων κλάδων (μέταλλα, τσιμέντο, χημικά, χαρτί, τρόφιμα). Οι αιτίες είναι διαρθρωτικές: ασθενείς διασυνδέσεις, υστέρηση στην αποθήκευση, υπερεξάρτηση από το φυσικό αέριο και υψηλά ρυθμιστικά τέλη. Παράλληλα, η χώρα είναι από τις πιο εκτεθειμένες στην κλιματική κρίση –πυρκαγιές, πλημμύρες τύπου «Daniel», λειψυδρία, θερμικό στρες– με άμεσο κόστος σε υποδομές, αγροτική παραγωγή, τουρισμό και ασφαλιστικό σύστημα. Χρειαζόμαστε ανταγωνιστικότερο βιομηχανικό ρεύμα και επενδύσεις, πρόληψη των επιπτώσεων της κλιματικής κρίσης.

4. Διαρθρωτικές αγκυλώσεις του επιχειρηματικού κλάδου

Στον αναπτυξιακό σχεδιασμό πρέπει να αντιμετωπιστούν τέσσερις διαρθρωτικές αδυναμίες του επιχειρηματικού κλάδου, κυρίως των ΜμΕ:

Μικρό μέγεθος –οικογενειακές επιχειρήσεις, από τις μικρότερες στην Ευρωζώνη– με περιορισμένες δυνατότητες, ceteris paribus, να επενδύσουν σε τεχνολογική αναβάθμιση και εξωστρέφεια.

Τεχνολογική υστέρηση και αδυναμίες σύγχρονης διοίκησης και οργάνωσης, που τις καθιστούν μεσοπρόθεσμα μη ανταγωνιστικές διεθνώς.

Φθίνων ανταγωνισμός και αυξημένη συγκέντρωση σε κρίσιμους κλάδους, που περιορίζουν την είσοδο νέων επιχειρήσεων και ενισχύουν την ακρίβεια στην αγορά.

Περιορισμένη πρόσβαση στις κεφαλαιαγορές. Οι ελληνικές επιχειρήσεις εξαρτώνται σχεδόν αποκλειστικά από τον τραπεζικό δανεισμό, σε αντίθεση με ευρωπαϊκά και κυρίως αμερικανικά πρότυπα. Χρειάζεται εμβάθυνση της κεφαλαιαγοράς ομολόγων και μετοχών –όπως η πρόσφατη εξαγορά του Χρηματιστηρίου Αθηνών από το Euronext– και ενίσχυση του μεγέθους, της αξιοπιστίας των οικονομικών καταστάσεων και της πρόσβασης σε εναλλακτικά επενδυτικά κεφάλαια.

Η τραπεζική αποστροφή κινδύνου έναντι των ΜμΕ ίσως δικαιολογείται από τα δυσμενή οικονομικά τους αποτελέσματα, τις αδυναμίες οργάνωσης, τον χαμηλό βαθμό επενδύσεων και εξωστρέφειας και τη χαμηλή αξιοπιστία των δημοσιευμένων ισολογισμών.

5. Επενδύσεις σε κοινωνικές υποδομές

Η Ελλάδα παρουσιάζει από τα πιο εμφανή ελλείμματα στην Ευρωζώνη όσον αφορά τις επενδύσεις σε κοινωνικές υποδομές, συνεπώς χαμηλό «κοινωνικό μισθό» – νοσοκομεία, σχολεία, φυλακές, φοιτητικές εστίες, δομές μακροχρόνιας φροντίδας, κοινωνική κατοικία, ψηφιακές δημόσιες υπηρεσίες. Η εξάντληση του Ταμείου Ανάκαμψης το 2026 αναδεικνύει την ανάγκη εθνικού φορέα κοινωνικών υποδομών κατά τα ευρωπαϊκά πρότυπα, με δυνατότητα μόχλευσης ιδιωτικών κεφαλαίων (π.χ. ΣΔΙΤ). Η κοινωνική κατοικία –όπου έχουν διαμορφωθεί συνθήκες κρίσης λόγω και Airbnb και Golden Visa– πρέπει να αποτελέσει προτεραιότητα για ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής.

6. Αποταμιευτικό κενό και προσέλκυση παραγωγικών κεφαλαίων

Η χώρα έχει σοβαρό αποταμιευτικό κενό· η εγχώρια αποταμίευση αδυνατεί να χρηματοδοτήσει διαρκή επενδυτική ώθηση (αποταμίευση νοικοκυριών: -1,8% του ΑΕΠ το 2025). Χρειαζόμαστε σημαντικές εισροές παραγωγικών κεφαλαίων από το εξωτερικό. Οι ξένες εισροές έχουν βελτιωθεί χωρίς να εντυπωσιάζουν, ενώ κυριαρχούν επενδύσεις σε ακίνητα και εξαγορές υφιστάμενων επιχειρήσεων, με μικρή προστιθέμενη αξία. Αξίζει να εξεταστεί η δημιουργία ενός νέου, αναβαθμισμένου, ανεξάρτητου φορέα με σύμπραξη δημοσίου – ιδιωτικού τομέα –με βάση το «Invest in Greece»– που θα σχεδιάζει μεσοπρόθεσμη πολιτική προσέλκυσης ξένων κεφαλαίων, θα λειτουργεί ως ενιαίο κέντρο εγκρίσεων και θα προβάλλει συστηματικά διεθνώς τις επενδυτικές ευκαιρίες της χώρας.

Η γεωοικονομική θέση της χώρας ως στρατηγική ευκαιρία

Η γεωγραφία της Ελλάδας προσφέρει σήμερα μία από τις σημαντικότερες στρατηγικές ευκαιρίες της επόμενης δεκαετίας. Εχουμε διαμορφώσει μια αξιόπιστη, σοβαρή και ελκυστική εικόνα στις διεθνείς αγορές, παρά τις υστερήσεις και τα δομικά μας προβλήματα. Η αξιοποίηση αυτής της θέσης απαιτεί συντονισμένη εθνική επενδυτική και οικονομική στρατηγική: ένα ολοκληρωμένο σχέδιο που θέτει τις επενδύσεις και την παραγωγικότητα σε πρώτη προτεραιότητα και συνδυάζει ριζοσπαστικές πρωτοβουλίες ώθησης με μέτρα κοινωνικής και οικονομικής σύγκλισης –σε συνδυασμό με μέρισμα επιτυχίας για τους πολλούς– ώστε να επιτευχθεί η μέγιστη δυνατή κοινωνική συναίνεση για την αναπτυξιακή ανάταση που απαιτεί η επόμενη μέρα.

Οι αγορές και οι επενδυτές εκτιμούν τη σοβαρότητα και την ευθύνη· φοβούνται την πολιτική και δημοσιονομική αστάθεια, το αβέβαιο του οικονομικού, κοινωνικού και πολιτικού περιβάλλοντος. Ας μη θυσιάσουμε στον βωμό του λαϊκισμού και των κομματικών σκοπιμοτήτων ό,τι κτίσαμε συλλογικά με κόστος και κόπο. Η οπισθοδρόμηση σε ξεπερασμένες πρακτικές και συνταγές, χωρίς ριζοσπαστική αντιμετώπιση των προκλήσεων, θα μας βλάψει καθοριστικά στο μέλλον.

*Ο κ. Νικόλαος Καραμούζης είναι πρόεδρος SMERemediumCap & Grant Thornton.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT