Ο Ξενοφών Ζολώτας υπήρξε ένα από τα κορυφαία πρόσωπα της ελληνικής οικονομίας του 20ού αιώνα. Καθηγητής, ακαδημαϊκός, διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ) και πρωθυπουργός, συνέβαλε στη διαμόρφωση του αναπτυξιακού μοντέλου της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου, το οποίο στηριζόταν στη νομισματική και δημοσιονομική σταθερότητα. Στη Μεταπολίτευση, κλήθηκε να προσαρμόσει την πολιτική της κεντρικής τράπεζας στη νέα κατάσταση: νομισματική αστάθεια, πληθωρισμός, ενεργειακή κρίση. Και στο λυκαυγές του νέου κόσμου που ανέτειλε μετά την πτώση του κομμουνισμού, ηγήθηκε ως πρωθυπουργός της οικουμενικής κυβέρνησης του 1989-1990, θέτοντας μέσα από την «Επιτροπή Αγγελόπουλου» τις οικονομικές παραδοχές με βάση τις οποίες εργάστηκε το σύνολο των κατοπινών κυβερνήσεων.
Η ζωή και το έργο του σημαντικότερου ίσως κεντρικού τραπεζίτη του 20ού αιώνα αναδεικνύεται μέσα από το βιβλίο «Ο Ξενοφών Ζολώτας και η οικονομική ανάπτυξη της Ελλάδας» του Σωτήρη Ριζά, διευθυντή Ερευνών και διευθύνοντος του Κέντρου Ερεύνης της Ιστορίας του Νεωτέρου Ελληνισμού της Ακαδημίας Αθηνών, που κυκλοφορεί τις επόμενες ημέρες από το Κέντρο Πολιτισμού, Ερευνας και Τεκμηρίωσης της ΤτΕ.

Το βιβλίο του Ριζά δεν αποτελεί μόνο μία βιογραφία του Ζολώτα, αλλά και μία ιστορία της ίδιας της ελληνικής οικονομίας. Αναδεικνύοντας σημαντικά ντοκουμέντα, ο Ριζάς επιχειρεί μέσα από τη ζωή και την οπτική του Ζολώτα να προσεγγίσει τόσο το ελληνικό αναπτυξιακό πρόβλημα, όσο και τον τρόπο με τον οποίο ο κεντρικός τραπεζίτης συνδιαμόρφωσε τις εξελίξεις.
Ο Ζολώτας γεννήθηκε στην Αθήνα το 1904. Ολοκλήρωσε τις σπουδές του στην Ανώτερη Σχολή Εμπορικών Σπουδών της Λειψίας, το 1926 αναγορεύτηκε διδάκτωρ και στη συνέχεια καθηγητής στο ΑΠΘ και στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Από νωρίς, ανέδειξε τη σημασία της εκμετάλλευσης των εγχώριων πηγών ενέργειας με στόχο τον περιορισμό του εμπορικού ελλείμματος, τον εξηλεκτρισμό και την εκβιομηχάνιση της Ελλάδας, υποστηρίζοντας παράλληλα ότι η διεθνής οικονομική συνεργασία και οι ανοιχτές αγορές ήταν προϋπόθεση για την ευημερία της χώρας. Ο Ζολώτας ήταν υπέρμαχος της νομισματικής σταθερότητας και πίστευε ότι η αύξηση του βιοτικού επιπέδου, η εκβιομηχάνιση και η εξισορρόπηση του ισοζυγίου πληρωμών ήταν αδύνατον να επιτευχθούν χωρίς την πραγματοποίηση παραγωγικών έργων.
Συμμετείχε στις ελληνικές αντιπροσωπείες στα Ηνωμένα Εθνη και στους θεσμούς που προέκυψαν από τις διευθετήσεις του Bretton Woods το 1944 και αποτέλεσαν τη βάση του μεταπολεμικού κόσμου. Εζησε ως συνδιοικητής της ΤτΕ (Σεπτέμβριος 1944 – Ιανουάριος 1945) την ψυχρολουσία της κατάρρευσης της νέας δραχμής. Το 1951 εισήλθε στη Νομισματική Επιτροπή. Ηρθε σε αντίθεση με τον Κυριάκο Βαρβαρέσο για το οικονομικό μοντέλο της χώρας, προκρίνοντας την εκβιομηχάνιση αντί της γεωργίας που προέκρινε ο πρώτος. Η αποχώρηση των Μαρκεζινικών, με τους οποίους διαφωνούσε, από την κυβέρνηση του Συναγερμού και η ανάληψη του υπουργείου Συντονισμού από τον Παναγή Παπαληγούρα θα έφερναν σύντομα και την τοποθέτησή του στη διοίκηση της ΤτΕ. Αλλωστε, ο Παπαληγούρας ήταν φοιτητής του Ζολώτα, είχε επηρεαστεί από τη διδασκαλία του και οι δύο άνδρες μοιράζονταν παρόμοιες αντιλήψεις για τον πληθωρισμό και την ανάγκη για «δίδυμα» πλεονάσματα.
Πέρα από τη γνωστή πορεία του ως κεντρικού τραπεζίτη, ο Ριζάς προβάλλει λιγότερο γνωστές πτυχές του έργου του, που αναδεικνύουν την οξυδέρκειά του. Για παράδειγμα, όταν η Ελλάδα αμφιταλαντευόταν μεταξύ της ΕΟΚ και της ΕΖΕΣ, ο Ζολώτας πρότεινε στον αντικαγκελάριο της Δυτικής Γερμανίας Λούντβιχ Ερχαρτ τη σύσταση μιας Ευρωπαϊκής Αρχής Οικονομικής Ανάπτυξης στο υψηλότερο δυνατό πολιτικό επίπεδο, που θα αναλάμβανε τη χρηματοδότηση επενδύσεων στις υποδομές με ευνοϊκούς όρους.
Παράλληλα, υπογραμμίζει τις επίπονες προσπάθειες του Ζολώτα για ρύθμιση του ελληνικού χρέους. Με πολύ κόπο, ο Ζολώτας κατάφερε τον Οκτώβριο του 1962 να φέρει συμφωνία με τους Αμερικανούς ομολογιούχους, που έθεσε τις βάσεις για την αποκατάσταση της φερεγγυότητας της Ελλάδας.

Μία άλλη λιγότερο φωτισμένη πτυχή του Ζολώτα ήταν η συμμετοχή του στην επιτροπή των «Τεσσάρων Σοφών», η οποία γνωμοδότησε για τον μετασχηματισμό του Οργανισμού Ευρωπαϊκής Οικονομικής Συνεργασίας (ΟΕΟΣ), που είχε διαχειριστεί το σχέδιο Marshall, στον σημερινό Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) – μία ένδειξη της διεθνούς επιρροής του. Παράλληλα, ο Ζολώτας εργάστηκε με συνέπεια για την τεκμηρίωση των ελληνικών διεκδικήσεων για τα κατοχικά δάνεια. Επιπλέον, επεδίωξε την ανάπτυξη των οικονομικών ερευνών και ενθάρρυνε την ίδρυση του σημερινού Κέντρου Προγραμματισμού και Ερευνών (ΚΕΠΕ), που έγινε από τον Ανδρέα Παπανδρέου, ενώ υποστήριξε την ίδρυση της Ελληνικής Τράπεζας Βιομηχανικής Ανάπτυξης (ΕΤΒΑ). Ο Ζολώτας είχε δύσκολη συμβίωση με την κυβέρνηση της Ενώσεως Κέντρου, η οποία προωθούσε την ενίσχυση της ζήτησης σε αντίθεση με το δόγμα της νομισματικής σταθερότητας της περιόδου της ΕΡΕ. Λίγους μήνες μετά το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου παραιτήθηκε από τη διοίκηση της ΤτΕ και αργότερα, θα ασκούσε δημόσια κριτική στους χουντικούς για την επιλογή τους να διατηρήσουν τη δραχμή συνδεδεμένη στο δολάριο, όταν πια το σύστημα ισοτιμιών του Bretton Woods είχε εγκαταλειφθεί.
Η κατάρρευση της δικτατορίας συνέπεσε με ένα πληθωριστικό σοκ. Ο Καραμανλής του πρότεινε να συμμετάσχει στις εκλογές με τη Νέα Δημοκρατία, όμως ο Ζολώτας αρνήθηκε, καθώς επιθυμούσε την επιστροφή του στην ΤτΕ, όπως κι έγινε. Πλέον, ξημέρωνε μία καινούργια εποχή που έφερνε μια άλλη οικονομική λογική, με τις κρατικοποιήσεις της Ολυμπιακής του Ωνάση, των Διυλιστηρίων του Νιάρχου και του Ομίλου Ανδρεάδη – παρεμπιπτόντως οι πρακτικές του τελευταίου είχαν τραβήξει την προσοχή της ΤτΕ ήδη από το 1955-1956, όταν και διαπιστώθηκαν παραβάσεις της τραπεζικής νομοθεσίας και των αποφάσεων της Νομισματικής Επιτροπής.
Ηταν υπέρμαχος της νομισματικής σταθερότητας. Πίστευε ότι η αύξηση του βιοτικού επιπέδου, η εκβιομηχάνιση και η εξισορρόπηση του ισοζυγίου πληρωμών ήταν αδύνατον να επιτευχθούν χωρίς παραγωγικά έργα.
Πλέον, η οικονομική πολιτική απομακρυνόταν από την ιδέα της νομισματικής σταθερότητας και, παραδόξως, είχε βασικούς συντελεστές τα δύο πρόσωπα που την είχαν υποστηρίξει προηγουμένως σθεναρά: Τον Ζολώτα και τον Παπαληγούρα, που είχε επιστρέψει στο υπουργείο Συντονισμού. Ελλείψει επενδυτικού ενδιαφέροντος από τον ιδιωτικό τομέα, το κράτος έβγαινε μπροστά. Ο Ζολώτας προώθησε την ίδρυση μεταλλευτικών και χημικών βιομηχανιών που οδήγησε στη δημιουργία της ΕΛΕΒΜΕ για τη χρηματοδότηση επενδύσεων στο ελληνικό υπέδαφος.

Η έλευση του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία έφερε και την απομάκρυνση του Ζολώτα από την ΤτΕ, καθώς ο Ανδρέας τον αντιμετώπιζε ως πολιτικό παράγοντα. Αποχωρώντας, προειδοποίησε τον τότε υπουργό Συντονισμού Απόστολο Λάζαρη ότι ο πληθωρισμός και τα μειωμένα συναλλαγματικά διαθέσιμα έκαναν αναγκαία την εφαρμογή περιοριστικής πολιτικής. Ομως, η κυβέρνηση της Αλλαγής κινήθηκε προς την αντίθετη κατεύθυνση.
Το 1986, ο Ζολώτας κλήθηκε να συμμετάσχει στην Επιτροπή για τη Νομισματική Ενωση της Ευρώπης, μία πρωτοβουλία των Βαλερί Ζισκάρ ντ’ Εστέν και Χέλμουτ Σμιτ, που προώθησε τη νομισματική ενοποίηση της Ευρώπης.
Επιστέγασμα του δημόσιου βίου του Ζολώτα ήταν η ανάληψη της προεδρίας της οικουμενικής κυβέρνησης τον Νοέμβριο του 1989, έπειτα από μία 15ετία επεκτατικής οικονομικής πολιτικής. Η θέση του ήταν δυσχερής εξαιτίας της αδυναμίας συνεννόησης των πολιτικών κομμάτων και των δύσκολων συνθηκών που είχε δημιουργήσει η παραπομπή του Ανδρέα στο Ειδικό Δικαστήριο από τη συγκυβέρνηση της Ν.Δ. και του Συνασπισμού.

Τον Μάρτιο του 1990, η Αθήνα έλαβε επιστολή από τον πρόεδρο της Κομισιόν Ζακ Ντελόρ, ο οποίος προειδοποιούσε για την κακή κατάσταση της ελληνικής οικονομίας και ζητούσε δραστικά μέτρα και πρόγραμμα ανόρθωσης της οικονομίας, η οποία είχε επιβαρυνθεί από την αύξηση του χρέους, που έθετε σε κίνδυνο τη φερεγγυότητα της Ελλάδας και υπονόμευε την πορεία της προς την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Στις 6 Απριλίου 1990, δύο μέρες πριν από τις εκλογές, η κυβέρνηση Ζολώτα έδωσε στη δημοσιότητα την έκθεση της Επιτροπής Αγγελοπούλου, που έκρουε τον κώδωνα του κινδύνου για τα δίδυμα ελλείμματα, τον πληθωρισμό και τη χαμηλή ανταγωνιστικότητα της οικονομίας. Η κοσμοϊστορική συγκυρία της κατάρρευσης των λαϊκών δημοκρατιών συμπαρέσυρε και τις έως τότε ελληνικές παραδοχές και η έκθεση καλούσε σε ένα νέο υπόδειγμα οικονομικής πολιτικής, η οποία θα γινόταν πραγματικότητα από τις κατοπινές κυβερνήσεις, με στόχο τη συμμετοχή της χώρας στη Νομισματική Ενωση. Ο Ζολώτας πρόλαβε την είσοδο της Ελλάδας στο κοινό νόμισμα και έφυγε από τη ζωή, πλήρης ημερών, το 2004.
* Ο κ. Αχιλλέας Χεκίμογλου είναι συγγραφέας και ερευνητής.
Το βιβλίο «Ο Ξενοφών Ζολώτας και η οικονομική ανάπτυξη της Ελλάδας» του Σωτήρη Ριζα, θα παρουσιασθεί στο Κεντρικό Κατάστημα της Τράπεζας της Ελλάδος, Πανεπιστημίου 21, τη Δευτέρα στις 18.30.

