Φυσικό αέριο και κρίσιμες πρώτες ύλες φέρνουν πιο κοντά τις χώρες των Βαλκανίων και δημιουργούν προϋποθέσεις ενίσχυσης της διασυνδεσιμότητας και ενεργειακής ασφάλειας. Ο κοινός αυτός στόχος που ενισχύεται από τις γεωπολιτικές εξελίξεις και τον πλήρη απογαλακτισμό της περιοχής από το ρωσικό αέριο στο τέλος του 2027, αναδείχθηκε χθες στις εργασίες του συνεδρίου «Energy Transition Summit: East Med & Southeast Europe» με διοργανωτές τους «Financial Times» και την «Καθημερινή».
Σε πολιτικό επίπεδο ο υπουργός Ενέργειας Σταύρος Παπασταύρου και οι υπουργοί Μεταλλείων και Ενέργειας της Σερβίας, Dubravka Đedović Handanović, Ενέργειας της Μολδαβίας, Dorin Junghietu, Υποδομών και Ενέργειας της Αλβανίας, Enea Karakaçi, Ενέργειας, Μεταλλείων και Ορυκτών Πόρων της Βόρειας Μακεδονίας, Sanja Bozhinovska και Οικονομίας και Βιώσιμης Ανάπτυξης της Γεωργίας, Mariam Kvrivishvili που συμμετείχαν χθες σε πάνελ για την ενεργειακή πολιτική στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Νοτιοανατολική Ευρώπη, ανέδειξαν τον κρίσιμο ρόλο των διασυνδέσεων και της συνεργασίας για την ενεργει-ακή ασφάλεια της περιοχής.
Ο Κάθετος Διάδρομος
Ο κ. Παπασταύρου στάθηκε ιδιαίτερα στη στρατηγική σημασία του Κάθετου Διαδρόμου, ζήτημα που θα απασχολήσει και τη σημερινή τετραμερή συνάντηση Ελλάδας, Βουλγαρίας, Σερβίας και Βόρειας Μακεδονίας με κεντρικό θέμα την επέκτασή του προς τα Δυτικά Βαλκάνια. Στη συνάντηση θα συμμετέχουν και οι διαχειριστές συστημάτων φυσικού αερίου των τεσσάρων χωρών, ενώ η διοίκηση του ΔΕΣΦΑ θα ξεναγήσει τις αντιπροσωπείες των γειτονικών χωρών στις εγκαταστάσεις της Ρεβυθούσας.
Στρατηγικό έργο στην κατεύθυνση επέκτασης του Κάθετου Διαδρόμου προς τα Δυτικά Βαλκάνια αποτελεί ο αγωγός Ελλάδας – Βόρειας Μακεδονίας που κατασκευάζεται ήδη με ορίζοντα ολοκλήρωσης σε ό,τι αφορά το ελληνικό τμήμα της διαδρομής του το 2026 και για τη διαδρομή στη Βόρεια Μακεδονία το πρώτο εξάμηνο του 2027. Ενας δεύτερος διασυνδετήριος αγωγός σχεδιάζεται να διασυνδέσει το σύστημα της Βόρειας Μακεδονίας με τη Σερβία, ανοίγοντας τον δρόμο για την απεξάρτηση της γειτονικής χώρας από το ρωσικό αέριο που σήμερα καλύπτει το 100% των αναγκών της. Πέραν όμως των προοπτικών που ανοίγει για την Ελλάδα ο τομέας του LNG, η άποψη που διατυπώθηκε στο συνέδριο από αρμόδιους φορείς είναι ότι η Ελλάδα μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο και στον ευρωπαϊκό χάρ-τη των κρίσιμων πρώτων υλών.
Η Ελλάδα, σύμφωνα με τον γενικό διευθυντή της Ελληνικής Αρχής Γεωλογικών και Μεταλλευτικών Ερευνών (ΕΑΓΜΕ), Διονύση Γκούτη, μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στον στόχο της Ε.Ε. για στρατηγική αυτονομία σε κρίσιμες πρώτες ύλες. Διαθέτει, τόνισε, σημαντική εμπειρία και γνώση στην αξιολόγηση γνωστών κοιτασμάτων, όπως ο βωξίτης, ο χαλκός και το νικέλιο. Παράλληλα, σημείωσε ότι ορυκτά όπως ο γραφίτης και το αντιμόνιο, των οποίων η εκμετάλλευση στο παρελθόν θεωρούνταν τεχνικοοικονομικά ασύμφορη, σήμερα επανέρχονται δυναμικά στο προσκήνιο λόγω της αυξημένης στρατηγικής και γεωπολιτικής τους σημασίας στο πλαίσιο των κρίσιμων ορυκτών πρώτων υλών. Η ΕΑΓΜΕ έχει καταγράψει μεγάλο μέρος του αξιόλογου υπόγειου δυναμικού ορυκτών πόρων και συνεχίζει να τον ερευνά πλέον και υπό το πρίσμα του ευρωπαϊκού κανονισμού για τις Κρίσιμες Ορυκτές Πρώτες Υλες (CRM Act). Η χώρα, σύμφωνα με τον κ. Γκούτη, μπορεί να αποκτήσει ουσιαστικό συγκριτικό πλεονέκτημα, εφόσον αξιοποιήσει με σωστό τρόπο τους φυσικούς της πόρους προς όφελος της εθνικής οικονομίας αλλά και της γεωστρατηγικής της θέσης.
Στις δυσκολίες αξιοποίησης κρίσιμων πρώτων υλών στην Ελλάδα αλλά και συνολικότερα στην Ευρώπη στάθηκε ο πρόεδρος του Συνδέσμου Μεταλλευτικών Εταιρειών κ. Γιαζιτζόγλου. Η ανάπτυξη εξορυκτικής δραστηριότητας στην Ε.Ε. σκοντάφτει στην έλλειψη ανταγωνιστικότητας, είπε, εξηγώντας ότι στις πρώτες ύλες η ανταγωνιστικότητα εξαρτάται από το κόστος παραγωγής, το οποίο στην Ευρώπη είναι πολύ υψηλό. «Εάν δεν αντιμετωπιστούν τα ουσιαστικά ζητήματα που κάνουν την παραγωγή πρώτων υλών επί ευρωπαϊκού εδάφους πολύ ακριβότερη από ό,τι σε τρίτες χώρες, η πιθανότητα να ανατρέψει τη μονοπωλιακή θέση της Κίνας είναι μάλλον μηδενική», σημείωσε χαρακτηριστικά.
Ο πρόεδρος του Ινστιτούτου Ενέργειας Νοτιοανατολικής Ευρώπης (ΙΕΝΕ) Κωστής Σταμπολής στην παρέμβασή του τόνισε ότι η Ευρώπη καθυστέρησε να αναγνωρίσει τη σημασία των κρίσιμων πρώτων υλών όσον αφορά την παραγωγική διαδικασία γενικά αλλά και ειδικότερα τις ΑΠΕ και την ενεργειακή μετάβαση. Παράλληλα, επεσήμανε ότι οι κρίσιμες πρώτες ύλες δεν είναι μόνο θέμα απεξάρτησης –κυρίως από την Κίνα– αλλά και ζήτημα ενεργειακής ασφάλειας. Δίνοντας τη διάσταση του επείγοντος του ζητήματος, έφερε ως παράδειγμα τον ΟΠΕΚ που ελέγχει το 40% της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου με την Κίνα που ελέγχει το 80% της παγκόσμιας παραγωγής κρίσιμων πρώτων υλών.

