Η συρρίκνωση της μέσης διάρκειας παραμονής των επισκεπτών, η διεύρυνση των ανισοτήτων μεταξύ των τουριστικά ανεπτυγμένων και των υπόλοιπων περιφερειών, καθώς και τα σημάδια κόπωσης σε παραδοσιακές αγορές αποτελούν τις κεντρικές προκλήσεις για το μέλλον του ελληνικού τουρισμού. Παράλληλα, η ανάγκη για χωρική και περαιτέρω χρονική επέκταση της δραστηριότητας, μαζί με τη στρατηγική επανατοποθέτηση ώριμων προορισμών προς αγορές υψηλής δαπάνης, καθορίζουν τις νέες προτεραιότητες του κλάδου. Σύμφωνα με τη νέα μελέτη του Ινστιτούτου του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (ΙΝΣΕΤΕ) για τον εισερχόμενο τουρισμό το 2025, η συνολική εικόνα παραμένει σύνθετη, καθώς οι ιστορικά υψηλές επιδόσεις σε αφίξεις και εισπράξεις συνοδεύονται από δομικές μεταβολές στα καταναλωτικά πρότυπα.
Στις θετικές εξελίξεις καταγράφεται η σταθερή βελτίωση της ημερήσιας δαπάνης, η οποία λειτουργεί ως ένδειξη ενίσχυσης της αξίας του τουριστικού προϊόντος, καθώς και η οριστική εδραίωση της Αθήνας ως αυτόνομου προορισμού για αστικές αποδράσεις. Επιπλέον, η άμβλυνση της εποχικότητας, η αποτελεσματική διασπορά των αγορών προέλευσης και η σχετική ανάπτυξη του συνεδριακού τουρισμού και της κρουαζιέρας προσφέρουν περαιτέρω ανθεκτικότητα στο εθνικό τουριστικό οικοσύστημα, σημειώνει το ΙΝΣΕΤΕ.Το 2025 ο εισερχόμενος τουρισμός, χωρίς να συνυπολογίζεται η κρουαζιέρα, κατέγραψε 38 εκατ. αφίξεις και εισπράξεις ύψους 22,6 δισ. ευρώ, σημειώνοντας αύξηση 5,6% και 9,8% αντιστοίχως σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος. Εάν συμπεριληφθούν τα έσοδα από την κρουαζιέρα, οι εισπράξεις αγγίζουν τα 23,6 δισ. Ωστόσο, παρά την αύξηση των επισκεπτών, οι συνολικές διανυκτερεύσεις παραμένουν καθηλωμένες στα επίπεδα των 230 εκατ. από το 2019, γεγονός που αποδίδεται στη συνεχή μείωση της μέσης διάρκειας παραμονής, η οποία έχει πλέον υποχωρήσει στις 6,1 διανυκτερεύσεις, από 7,4 που ήταν στην προ πανδημίας εποχή. Η εξέλιξη αυτή περιορίζει τη δυνατότητα αύξησης των εσόδων με ρυθμό ανάλογο των αφίξεων και οφείλεται σε διεθνείς τάσεις για μικρότερα ταξίδια, στην αύξηση του ημερήσιου κόστους λόγω πληθωριστικών πιέσεων, αλλά και στη διεύρυνση του μεριδίου των ημερήσιων ταξιδιωτών από γειτονικές χώρες, εκτιμούν οι συντάκτες της μελέτης. Αντίβαρο σε αυτή την τάση αποτελεί η μέση δαπάνη ανά διανυκτέρευση, η οποία αυξήθηκε στα 97 ευρώ, υπερβαίνοντας σημαντικά τον πληθωρισμό της περιόδου 2019-2025.
Σε επίπεδο αγορών, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Τουρκία και οι ΗΠΑ αναδείχθηκαν στους κύριους μοχλούς αύξησης των εσόδων για το 2025, καλύπτοντας σχεδόν το 45% της συνολικής ανόδου των εισπράξεων. Στον αντίποδα, η γερμανική αγορά, η μεγαλύτερη για τη χώρα, εμφανίζει σαφή σημάδια κόπωσης, καθώς η μέση κατά κεφαλήν δαπάνη των Γερμανών παρουσιάζει συνεχή μείωση, υποχωρώντας κατά 13,5% σε σχέση με το 2019. Αντίστοιχη μείωση της κατά κεφαλήν δαπάνης παρατηρείται και σε άλλες σημαντικές αγορές, όπως η Αυστρία, η Ιταλία και η Γαλλία.
Η γεωγραφική κατανομή της τουριστικής δραστηριότητας αναδεικνύει επίσης σημαντικές προκλήσεις, καθώς το 90% των συνολικών εισπράξεων συγκεντρώνεται πλέον σε μόλις πέντε περιφέρειες. Η Αττική και το Νότιο Αιγαίο αναδεικνύονται ως προορισμοί υψηλής αξίας, με την Αττική να συνεισφέρει το 54% της συνολικής αύξησης των εισπράξεων το 2025. Αντιθέτως, παραδοσιακά ώριμοι προορισμοί, όπως η Κρήτη και τα Ιόνια Νησιά, κατέγραψαν μείωση εσόδων παρά την αύξηση των επισκέψεων, ενώ η Κεντρική Μακεδονία υπέστη αξιοσημείωτη πτώση στις διανυκτερεύσεις. Η μελέτη υπογραμμίζει επίσης την ενίσχυση ειδικών μορφών τουρισμού, με τα επαγγελματικά ταξίδια να αυξάνονται κατά 76% την περίοδο 2019-2025.
Τέλος, αν και η εποχικότητα παραμένει έντονη, με το τρίτο τρίμηνο να συγκεντρώνει πάνω από το ήμισυ των μεγεθών, το δεύτερο τρίμηνο υπερέχει πλέον στους ποιοτικούς δείκτες αξίας, όπως η ημερήσια δαπάνη και η διάρκεια παραμονής.

