Πριν ακόμη γίνει σαφές ποιος κερδίζει τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή, είναι ξεκάθαρο ότι στους μεγάλους χαμένους περιλαμβάνεται η Ευρώπη. Υψηλότερες τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου, ασθενέστερη καταναλωτική εμπιστοσύνη, πίεση στους κρατικούς προϋπολογισμούς, αυξημένο κόστος θαλάσσιων μεταφορών και νομισματική αβεβαιότητα που οδηγεί με ακρίβεια σε νέα αύξηση των επιτοκίων του ευρώ. Τις τελευταίες μέρες τα προβλήματα πολλαπλασιάστηκαν, καθώς οι ΗΠΑ ανακοίνωσαν δύο νέους δασμούς για τα ευρωπαϊκά αυτοκίνητα και απόσυρση στρατευμάτων από τη Γερμανία. Σαν, δηλαδή, να κλωτσάς κάποιον πεσμένο ήδη στο πάτωμα, ο οποίος επειδή σε θεωρούσε σύμμαχο για πολλές δεκαετίες, δεν βρισκόταν καν σε ετοιμότητα για να αντεπιτεθεί. Απλώς κάθεται και τις «τρώει».
Τώρα αν από την «τιμωρία» της Ευρώπης πληγούν και οι ΗΠΑ επειδή θα χάσουν έναν καλό πελάτη των προϊόντων τους, αυτό είναι κάτι που θα φανεί πολύ αργότερα. Ισως και μετά την περίοδο Τραμπ. Το σίγουρο είναι ότι έχουμε μεγάλο πρόβλημα και ο συναγερμός εντός των ευρωπαϊκών τειχών, πέραν των προειδοποιήσεων Πιερρακάκη και Στουρνάρα, ακόμη δεν έχει σημάνει. Απλώς συζητάμε.
Το εντυπωσιακό είναι ότι η οικονομική ζημιά που προκαλείται στην Ευρώπη αντιμετωπίζεται από όλους ως παράπλευρη απώλεια, σαν φυσικό γεγονός, με το οποίο όλοι μπορούν να ζήσουν, συμπεριλαμβανομένων και των αγορών που δείχνουν να το έχουν πάρει απόφαση, συνεχίζοντας έντονα ανοδικά.
Σε αυτό το σκηνικό οικονομίες σαν την ελληνική, παρά το θετικό μομέντουμ που βρίσκονταν, θα μετρούν απώλειες και θα ελπίζουμε να έχουμε μια κάποια πολιτική σταθερότητα, ικανή να τις μετριάσει.
Η πρώτη σημαντική επιβράδυνση που κατέγραψε ο ελληνικός τομέας μεταποίησης συμπυκνώνει όλο το μέγεθος του προβλήματος. Ο σχετικός δείκτης μέχρι και πριν από τον πόλεμο έδειχνε εκπληκτική ανθεκτικότητα και μεγάλη ανάπτυξη. Ο τελευταίος που ανακοινώθηκε χθες κατέγραψε ασθενέστερη ανάπτυξη. Η αύξηση των νέων παραγγελιών ήταν οριακή. Η αβεβαιότητα μεταξύ των πελατών και η πίεση λόγω του υψηλότερου κόστους είχαν αρνητικό αντίκτυπο στη ζήτηση. Η διαταραχή της εφοδιαστικής αλυσίδας προκάλεσε ελλείψεις σε πρώτες ύλες, ιδιαίτερα σε χημικά, πλαστικά και προϊόντα πετρελαίου. Ολα αυτά αύξησαν το κόστος παραγωγής, με τον δριμύτερο τρόπο που έχει καταγραφεί σε διάστημα περίπου τεσσάρων ετών.
Το υπερβάλλον κόστος μετακυλίστηκε ήδη στους πελάτες τους, δηλαδή στην αγορά, με τον υψηλότερο ρυθμό των τελευταίων τριάμισι ετών. Βιώνουμε, δηλαδή, ήδη τις επιπτώσεις του πολέμου στην τσέπη μας με ένα νέο κύκλο ακρίβειας. Το επόμενο που συνήθως ακολουθεί είναι συγκράτηση της οικονομικής δραστηριότητας και επιβράδυνση. Αλλά έχουμε ακόμη χρόνο γι’ αυτά..

