Ολοκληρώθηκε χθες η κρίσιμη και πολύωρη δίκη στο Λονδίνο μεταξύ του ελληνικού Δημοσίου και επενδυτών που κατέχουν ελληνικούς τίτλους με ρήτρα ΑΕΠ, τα χρηματοοικονομικά εργαλεία που εκδόθηκαν από την Ελλάδα στο πλαίσιο της αναδιάρθρωσης του χρέους το 2012.
Η ακροαματική διαδικασία ξεκίνησε την Τρίτη και συνεχίστηκε χθες με την κατάθεση της ελληνικής πλευράς και του γενικού διευθυντή του Οργανισμού Διαχείρισης Δημόσιου Χρέους (ΟΔΔΗΧ) Δημήτρη Τσάκωνα, ενώ η έκδοση της απόφασης αναμένεται μέσα στους επόμενους δύο μήνες.
Το σημείο αντιπαράθεσης είναι η τιμή της επαναγοράς στην οποία προχώρησε το ελληνικό Δημόσιο πριν από περίπου ένα χρόνο, μια διαφορά ύψους 56 εκατ. ευρώ, και το βρετανικό δικαστήριο, υπό τον δικαστή Τζάστις Μπράιτ, καλείται να τη λύσει.
Το χρονικό της υπόθεσης
Oλα ξεκίνησαν τον Απρίλιο του 2025, όταν ο ΟΔΔΗΧ ανακοίνωσε ότι θα ασκήσει το δικαίωμά του να επαναγοράσει τα λεγόμενα GDP warrants στις 14 Μαΐου 2025 με τιμή 25,23 σεντς, όπως και έκανε. Ο υπολογισμός έγινε με βάση τους όρους που τα διέπουν, δηλαδή «τη μέση τιμή της αγοράς των τελευταίων 30 ημερών».
Τότε η αμερικανική δικηγορική εταιρεία White & Case LLP έστειλε στην ελληνική κυβέρνηση επιστολή εκ μέρους μιας ομάδας επενδυτών, αμφισβητώντας την εγκυρότητα της τιμής στο δικαίωμα αγοράς που ασκήθηκε. Οι τίτλοι αυτοί έχουν συνολική ονομαστική αξία 61,8 δισ. ευρώ και η συγκεκριμένη ομάδα επενδυτών κατείχε το 35%, δηλαδή περίπου 22 δισ. ευρώ.
H Wilmington Trust, η οποία λειτουργεί ως διαχειριστής των warrants, απαίτησε αποζημίωση από την ελληνική κυβέρνηση, κατηγορώντας την ουσιαστικά ότι έκανε πρόδηλο σφάλμα (manifest error) εκτίμησης, υποστηρίζοντας ότι η αγοραία τιμή των warrants ήταν περίπου 36% υψηλότερη από αυτήν που πλήρωσε η Ελλάδα. Ετσι, αντί για τα 25,23 σεντς που πλήρωσε το ελληνικό Δημόσιο ανά τίτλο, ζητεί 34,3 σεντς. Αυτό σημαίνει ότι η Ελλάδα θα έπρεπε να είχε καταβάλει 212 εκατ. ευρώ συνολικά κατά την επαναγορά, αντί των 156 εκατ. ευρώ, δηλαδή 56 εκατ. ευρώ παραπάνω.
Τον Μάιο του 2025 το ελληνικό Δημόσιο κατέθεσε αγωγή κατά της Wilmington Trust ώστε να διασφαλίσει τα νομικά συμφέροντά του και ζήτησε διευκρίνιση από βρετανικό δικαστήριο σχετικά με τη νομική εγκυρότητα της επαναγοράς, καθώς και το εάν η τιμή επαναγοράς είχε υπολογιστεί σωστά.
Η αντιπαράθεση αφορά το ύψος της τιμής στην οποία επαναγόρασε τα warrants το ελληνικό Δημόσιο πριν από περίπου ένα χρόνο.
Σημειώνεται πως τα warrants με ρήτρα ΑΕΠ είναι τίτλοι οι οποίοι «πληρώνουν» όταν η οικονομική ανάπτυξη ξεπεράσει ένα συγκεκριμένο επίπεδο. Οι όροι στα ελληνικά warrants –τα οποία εκδόθηκαν στο πλαίσιο του PSI τον Μάρτιο του 2012 και λήγουν στις 15 Οκτωβρίου 2042– ήταν ότι η πληρωμή τους θα ενεργοποιηθεί όταν το ΑΕΠ της Ελλάδας υπερβεί τα 266 δισ. ευρώ και η οικονομική ανάπτυξη το 2%. Και οι δύο προϋποθέσεις αναμένεται να εκπληρωθούν το 2027, κάτι που σημαίνει ότι η Ελλάδα θα πρέπει να καταβάλλει περίπου 250 εκατ. ευρώ κατά μέσον όρο ετησίως έως το 2042. Ασκώντας το δικαίωμα επαναγοράς πέρυσι, ο ΟΔΔΗΧ πλήρωσε 156 εκατ. ευρώ κλείνοντας το «θέμα» και γλιτώνοντας σημαντικό δημοσιονομικό κόστος μεσομακροπρόθεσμα.
Το περασμένο φθινόπωρο η νομική διαμάχη έλαβε μια απρόσμενη εξέλιξη όταν τόσο οι δικηγόροι των επενδυτών όσο και εκείνοι της Wilmington Trust απείχαν από τη διαδικασία, καθώς καμία πλευρά δεν εμφανίστηκε πρόθυμη να αναλάβει το δικαστικό κόστος.
Η απουσία της «αντίπαλης» πλευράς είναι πάντως κάτι που εντυπωσίασε… αρνητικά την έδρα του δικαστηρίου και κατά τη διήμερη δίκη που ολοκληρώθηκε χθες. Σε κάθε περίπτωση, η οριστική απόφαση αναμένεται έως τα τέλη Ιουνίου.
Τα τρία σενάρια
Σημειώνεται πως τρία είναι τα πιθανά αποτελέσματα.
Το πρώτο είναι το δικαστήριο να κάνει αποδεκτό τον τρόπο υπολογισμού της ελληνικής πλευράς, κλείνοντας οριστικά την υπόθεση. Βέβαια σε αυτή την περίπτωση η αντίπαλη πλευρά μπορεί να ασκήσει έφεση, η οποία όμως θα πρέπει να εγκριθεί-εξεταστεί από τον… ίδιο δικαστή που έβγαλε την αρχική απόφαση.
Το δεύτερο είναι ο υπολογισμός του ελληνικού Δημοσίου να κριθεί λανθασμένος και το δικαστήριο να ζητήσει από την Ελλάδα είτε να προχωρήσει σε επανυπολογισμό, είτε να καταβάλει τη διαφορά εάν κρίνει σωστή τη θέση της άλλης πλευράς – σε κάθε περίπτωση, το ποσό που θα καταβάλλει το ελληνικό Δημόσιο δεν θα ξεπερνάει τα 56 εκατ. ευρώ.
Και το τρίτο σενάριο είναι το δικαστήριο να κρίνει πως δεν μπορεί να καταλήξει σε κάποια απόφαση, τη στιγμή μάλιστα που η μία πλευρά απείχε από τις νομικές διαδικασίες. Αυτό είναι και το χειρότερο σενάριο για το ελληνικό Δημόσιο, καθώς δεν θα υπάρξει σαφήνεια γύρω από την όλη υπόθεση. Αυτό μάλιστα το σενάριο αφήνει περιθώριο στην αντίπαλη πλευρά στο μέλλον να προσφύγει εκ νέου στη Δικαιοσύνη.

